Η πολιτική αντιμετώπισης των επιπτώσεων που ήδη έχουν προκαλέσει τα δυσμενέστερα υγειονομικά δεδομένα στα δημοσιονομικά των κρατών-μελών και στην ανάγκη για μέτρα στήριξης για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, τίθεται σήμερα επί τάπητος στη Σύνοδο του Eurogroup. Το «κακό» σενάριο του ελληνικού Προϋπολογισμού του 2021 πραγματώνεται, υπό το βάρος των υγειονομικών συνθηκών με μεγαλύτερο έλλειμμα και χρέος, αλλά και με μεγάλη υστέρηση στα έσοδα που επιβαρύνονται από τα «λουκέτα».

Στην Ευρώπη, επεξεργάζονται παράταση της δημοσιονομικής ευελιξίας, χαρτογραφώντας σιγά-σιγά τον δρόμο προς την επόμενη μέρα ο οποίος αναμένεται να διαρκέσει μεγάλο χρονικό διάστημα. Κυοφορούνται - κατά συνέπεια - αλλαγές στους δημοσιονομικούς κανόνες. Ούτως ώστε ναι μεν να παραμείνουν αυστηροί -με το βλέμμα» στις αγορές  - αλλά να θέτουν διαφορετικούς περιορισμούς.

Βάζοντας επί τάπητος τον «χρυσό κανόνα» για σύνδεση της αύξησης των δαπανών με την πορεία του δυνητικού ΑΕΠ και με πιθανή εξαίρεση για στοχευμένες επενδύσεις, μένει να φανεί πως θα συνδεθούν με την ελληνική «ιδιαιτερότητα» της ενισχυμένης εποπτείας και του υψηλού χρέους.

Παράλληλα, σήμερα στο Eurogroup ξεκινά η συζήτηση  - η οποία θα κλιμακωθεί τον Απρίλιο - αναφορικά με τη νέα γενιά στοχευμένων μέτρων στήριξης προς τον επιχειρηματικό κόσμο. Ούτως ώστε να σώζονται οι επιχειρήσεις οι οποίες έχουν μεν πρόβλημα ρευστότητας αλλά είναι βιώσιμες.

Σε ειδικό έγγραφο που θα συζητηθεί στο σημερινό Eurogroup καταγράφεται στην Ελλάδα πολύ μεγάλη άνοδος στη ροή ρευστότητας προς τον επιχειρηματικό κόσμο, μία από τις μεγαλύτερες πανευρωπαϊκά (5η υψηλότερη το 2020). Άλλωστε η κυβέρνηση έλαβε εύσημα και στις τελευταίες χειμερινές εκτιμήσεις της Κομισιόν για την αποτελεσματικότητα του πλαισίου μέτρων στήριξης προς το επιχειρηματικό κόσμο, αλλά και για τη θωράκιση των θέσεων απασχόλησης.

Ωστόσο, θεωρείται δεδομένο ότι καθώς πλέον θα απαιτηθεί η στήριξη της αγοράς και της εργασίας ανά την ΕΕ για μεγαλύτερο διάστημα, η στόχευση θα πρέπει να είναι κεντρικά καθορισμένη στο επόμενο στάδιο των παρεμβάσεων.

 Ο ΥΠΟΙΚ Χρήστος Σταϊκούρας χθες μιλώντας στην τηλεόραση του Οpen σε ερώτημα για το πόσο αντέχει η οικονομία απάντησε πως «είναι προφανές πως το έλλειμμα το 2021 θα είναι λίγο μεγαλύτερο σε σχέση με το βασικό σενάριο του προϋπολογισμού, το χρέος θα είναι υψηλό» και ο ρυθμός οικονομικής μεγέθυνσης δεν είναι αυτός του βασικού σεναρίου. Αναφέρθηκε στην άσκηση ευαισθησίας που περιλαμβάνεται στον Προϋπολογισμό ως δυσμενές σενάριο. Εκτίμησε πως κάθε μήνα το κόστος από τα υφιστάμενα μέτρα στον ταμειακό προϋπολογισμό είναι 2,7 δισ. ευρώ.

Μίλησε και για τα επόμενα μέτρα στήριξης. «Έχουμε έναν σχεδιασμό για όλη τη χρονιά, τον έχουμε συζητήσει με τους θεσμούς, έχουν γίνει δεκτές οι πρωτοβουλίες της κυβέρνησης πέραν των 7,5 δισ. ευρώ. Το πώς θα ξεδιπλώνονται και θα εξελίσσονται συνδέεται με την πορεία της πανδημίας», είπε ο ΥΠΟΙΚ. «Η χώρα είναι σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας θα πρέπει να δανειζόμαστε από τις αγορές με χαμηλό κόστος για να μπορέσουμε να χρηματοδοτήσουμε όλα αυτά που συζητάμε, άρα θα πρέπει και δημοσιονομικά να μην ξεφύγει η κατάσταση» ανέφερε.

Αλλαγή σχεδιασμού

Οι παρατάσεις των περιορισμών αλλάζουν τον σχεδιασμό της κυβέρνησης. Χθες ο αναπληρωτής ΥΠΟΙΚ Θεόδωρος Σκυλακάκης επιβεβαίωσε τις πληροφορίες του insider.gr πως το μέτρο των δαπανών θα ξεκινήσει να εφαρμόζεται αργότερα, κατά το τέλος των περιοριστικών μέτρων. Μίλησε για μία περίοδο περιορισμών ανάλογους με τους σημερινούς με διακυμάνσεις το επόμενο 2μηνο περίπου.

Τα δημόσια οικονομικά έχουν υποστεί ένα πολύ σοβαρό πλήγμα κατά τη διάρκεια της πανδημίας, είπε ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών μιλώντας σε εκπομπή του MEGA. «Δεν έχουμε πλεονάσματα, έχουμε σοβαρά πρωτογενή ελλείμματα» ανέφερε.

Το σενάριο Ευαισθησίας

Σημειώνεται πως ο Προϋπολογισμός στο εναλλακτικό σενάριο προβλέπει  πως «σε περίπτωση που η εξάπλωση της πανδημίας απαιτήσει ισχυρότερα ή μεγαλύτερης διάρκειας περιοριστικά μέτρα, θα υπάρξει αρνητικός αντίκτυπος στα μακροοικονομικά και δημοσιονομικά μεγέθη. Το ίδιο θα συμβεί και εάν υπάρξουν καθυστερήσεις στη διαδικασία ολοκλήρωσης των κλινικών δοκιμών και έγκρισης του εμβολίου ή στη διαδικασία εμβολιασμού».

Αναμένεται η μείωση του ρυθμού ονομαστικής μεγέθυνσης κατά 1,5 ποσοστιαία μονάδα σε σχέση με το βασικό μακροοικονομικό σενάριο συνεπάγεται ότι το ΑΕΠ του 2021 (σε τρέχουσες τιμές) θα διαμορφωθεί σε 169,5 δισ. ευρώ από 162,8 δισ. ευρώ το 2020, έναντι ονομαστικού ΑΕΠ ύψους 171,9 δισ. ευρώ το 2021 σύμφωνα με το βασικό σενάριο. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της ανάλυσης ευαισθησίας, μία τέτοια μεταβολή του επιπέδου του ονομαστικού ΑΕΠ θα οδηγούσε σε επιδείνωση του δημοσιονομικού αποτελέσματος κατά 0,74% του ΑΕΠ σε σχέση με το σενάριο του Προϋπολογισμού 2021.

Στην περίπτωση αυτή το ισοζύγιο της Γενικής Κυβέρνησης κατά ESA θα διαμορφωνόταν σε -7,4% του ΑΕΠ έναντι -6,7% του ΑΕΠ, ενώ το πρωτογενές δημοσιονομικό αποτέλεσμα κατά ESA θα διαμορφωνόταν σε -4,5% του ΑΕΠ έναντι -3,8% του ΑΕΠ. Σε απόλυτους όρους, ο μειωμένος αυτός ονομαστικός ρυθμός μεγέθυνσης θα οδηγούσε σε επιπλέον δημοσιονομική επιβάρυνση της τάξης του 1,1 δισ. ευρώ.     

Αναφορικά με το δημόσιο χρέος και το πώς θα επηρεαζόταν με μια υπόθεση αύξησης των επιτοκίων κατά 1%, επισημαίνεται ότι στις 30/9/2020 το χρέος σταθερού επιτοκίου αντιπροσώπευε το 96,6% του συνολικού χρέους, έναντι  3,4% του χρέους με κυμαινόμενο επιτόκιο. Η σχέση αυτή καταδεικνύει τη μικρή επίδραση που αναμένεται να προκαλέσει μια μεταβολή των επιτοκίων στα μεγέθη του χρέους.

Η θέση της Κομισιόν

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο έγγραφο προς το Eurogroup  αναφέρει πως η πανδημία είχε άνευ προηγουμένου αντίκτυπο στη χρηματοοικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων, αν και η αποφασιστική πολιτική απάντηση των κυβερνήσεων έχει αποτρέψει αποτελεσματικά την αύξηση των περιπτώσεων «λουκέτων». Μια απότομη και μη συντονισμένη απόσυρση των μέτρων θα μπορούσε να οδηγήσει σε μεγάλο αριθμό  πτωχεύσεων και δεν προκρίνεται, αλλά καθώς θα αρχίζουν να λήγουν τα ευρεία μέτρα στήριξης, σταδιακά θα χρειαστεί να τα αντικατασταθούν με πιο στοχευμένες δράσεις, αναφέρεται.

Αν δεν υπήρχαν τα μέτρα στήριξης το 23% των εταιρειών της ΕΕ θα αντιμετώπιζαν κίνδυνο ρευστότητας έως το τέλος του 2020.  Τα δημοσιονομικά μέτρα εκτιμάται πως έφτασαν κατά μέσο όρο στην ΕΕ σε περίπου 4% του ΑΕΠ.  Τα στοιχεία ανά κράτος δεν δίδονται σε δημοσιονομικό επίπεδο, αλλά σε όρους ρευστότητας προς τις επιχειρήσεις δείχνουν πως η Ελλάδα κατάφερε να παράσχει στήριξη στον επιχειρηματικό τομέα