Την κρίσιμη σημασία μιας συντονισμένης πολιτικής επαρκούς μεγέθους για την επόμενη μέρα στην Ευρώπη, τόσο για τις πιο αδύναμες χώρες όσο και για το ίδιο το μέλλον της ενιαίας αγοράς, υπογραμμίζει ο πρόεδρος του Eurogroup, Μάριο Σεντένο, σε συνέντευξή του στους ανταποκριτές πέντε ευρωπαϊκών εφημερίδων, μεταξύ των οποίων και η «Καθημερινή».

Το Ταμείο Ανάκαμψης «θα παίξει κρίσιμο ρόλο στην αποφυγή ενός σεναρίου διπλής ύφεσης» μετά τη λήξη του συναγερμού, τονίζει ο πρόεδρος του Eurogroup. «Πρέπει να απλώσουμε το κόστος της ανάκαμψης από την κρίση σε βάθος χρόνου. Είναι μία κοινή προσπάθεια, σημαντική για όλες τις χώρες της Ευρώπης – αν και είναι ακόμα πιο σημαντική για εκείνες που ήδη έχουν υψηλά επίπεδα χρέους. Υπάρχουν πολλές δυνατότητες να το κάνουμε αυτό – όλες εφικτές εντός των ισχυουσών ευρωπαϊκών συνθηκών. Ζητάμε καινοτόμες λύσεις, όπως αυτές που έχουν ήδη προταθεί και πιστεύω ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα παρουσιάσει ακριβώς αυτό σε μία-δύο εβδομάδες».

Η Ευρώπη θα μπορέσει να αντιμετωπίσει την επόμενη μέρα της κρίσης

«Αν το κόστος της ανάκαμψης το επωμιστούν οι χώρες εμπροσθοβαρώς, ελλοχεύει ο κίνδυνος της χρηματοοικονομικής αστάθειας και του κατακερματισμού και η διολίσθηση εκ νέου στον φαύλο κύκλο της προηγούμενης κρίσης», συνεχίζει ο Σεντένο. «Πρέπει να το αποφύγουμε αυτό. Αυτή τη φορά δεν έχουμε μία κρίση που πηγάζει από διαρθρωτικά προβλήματα και πρέπει να το κατανοήσουμε αυτό. Προσδοκώ ότι η Ευρώπη θα μπορέσει να αντιμετωπίσει την επόμενη μέρα της κρίσης με τρόπο που να μην οδηγήσει σε ένα δεύτερο κύμα οικονομικών προβλημάτων σαν αυτό που αντιμετωπίσαμε στο παρελθόν».

O Σεντένο ανησυχεί ότι η ενδεχόμενη υπαγωγή του Ταμείου Ανάκαμψης στο διαπραγματευτικό πλαίσιο του μακροπρόθεσμου προϋπολογισμού της Ε.Ε. (Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2021-7) θα οδηγήσει σε καθυστερήσεις ή σε ένα εργαλείο ανεπαρκούς μεγέθους; «Αναζητούμε πάντα μία λύση επαρκούς μεγέθους, ευέλικτη και ταχέως διαθέσιμη», απαντά. «Γνωρίζω ότι η Ευρώπη παρουσιάζεται συχνά ως αργή στις αντιδράσεις της, αλλά ειλικρινά θεωρώ ότι αυτή τη φορά αποδείξαμε το αντίθετο. Καταλήξαμε εγκαίρως σε ευμεγέθεις απαντήσεις στην κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Νομίζω ότι το ίδιο θα ισχύσει και για τη φάση της ανάκαμψης». Ο Σεντένο παραδέχεται ότι «η ταυτόχρονη αναζήτηση λύσης για το Ταμείο Ανάκαμψης και το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο ενέχει τον κίνδυνο εμπλοκής σε μακρές διαπραγματεύσεις για ζητήματα άσχετα με το νέο Ταμείο. Αλλά θεωρώ ότι αν η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ευθυγραμμιστεί με τα μηνύματα που προέκυψαν από το πιο πρόσφατο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, θα καταλήξουμε σε μία λύση αρκετά γρήγορα, χωρίς εκπτώσεις στο μέγεθος».

Δεδομένης της συγκρουσιακής συνόδου του Φεβρουαρίου για το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο και των φιλοδοξιών των χωρών του Νότου για το νέο Ταμείο, θεωρεί ότι έχουν μετακινηθεί επαρκώς χώρες, όπως οι «φειδωλοί 4», από τις θέσεις ώστε να είναι εφικτό ένα πακέτο που θα κάνει τη διαφορά; Ο Σεντένο επικαλείται την εμπειρία των πρόσφατων συνεδριάσεων του Eurogroup, όπου «όλες οι χώρες επέδειξαν σημαντική διάθεση για συμβιβασμό». Ο Φεβρουάριος, υπογραμμίζει, «είναι μακριά στο παρελθόν. Έκτοτε, ένα νέο αίσθημα διέπει τις συζητήσεις, που κάνει εφικτή την επίτευξη συμφωνίας».

Δεν παραμένουν, ωστόσο, εντελώς ασύμβατες οι ερμηνείες των αποφάσεων που έχουν ληφθεί και των κατευθύνσεων που έχουν δοθεί μεταξύ π.χ. χωρών όπως η Γαλλία και η Ολλανδία; Ο Σεντένο αποφεύγει να σχολιάσει τις θέσεις συγκεκριμένων κρατών-μελών. Μιλά, ωστόσο, για τις πρωτοφανείς πιέσεις που βιώνει το ευρωπαϊκό εγχείρημα –«χωρίς προηγούμενα στα τελευταία 70 χρόνια»– και τονίζει την απειλή κατάρρευσης της ενιαίας αγοράς, που θα είναι μία «καταστροφή», όπως λέει. «Κοιτάξτε πόσο μικρές και ανοιχτές είναι οι περισσότερες. Πολλές εξάγουν άνω του 50% του ΑΕΠ τους και περισσότερα από τα 3/4 των εξαγωγών αυτών πηγαίνουν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Δεν μπορώ να φανταστώ μεγαλύτερη μορφή αλληλεξάρτησης, πιο έντονη μορφή αμοιβαιοποίησης από αυτήν. Εξαιτίας αυτού, πιστεύω ότι θα βρούμε μία ασφαλή “ζώνη” προσγείωσης και για το Ταμείο Ανάκαμψης».

Μπορεί η κρίση δανεισμού των ήδη υπερχρεωμένων κρατών και ο κατακερματισμός της Ευρωζώνης να αποφευχθούν αν το Ταμείο Ανάκαμψης δεν χρηματοδοτήσει τις χώρες που θα το έχουν ανάγκη με επιχορηγήσεις αντί για δάνεια; «Πρέπει να υπάρξει το κατάλληλο μείγμα επιχορηγήσεων και δανείων στη φάση της ανάκαμψης», απαντά. Επικαλείται μάλιστα το πολύπαθο BICC (Budgetary Instrument for Competitiveness and Convergence), τον φερόμενο ως «προϋπολογισμό της Ευρωζώνης», που στην τελευταία πρόταση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για το ΠΔΠ είχε περιοριστεί στα 12,9 δισ. ευρώ σε βάθος επταετίας. «Το BICC μπορεί να είναι ένα εργαλείο εντός του ΠΔΠ, με σημαντική ευελιξία, ένα εργαλείο συντονισμού των πολιτικών των κρατών-μελών της Ευρωζώνης, με ισχυρά χαρακτηριστικά συνοχής», λέει. Παραδέχεται ωστόσο ότι «πρέπει να γίνουν προσαρμογές στο μέγεθος».

Ο Σεντένο αποφεύγει εντέχνως ερώτηση σχετικά με την τάση της Κομισιόν –που αναδείχθηκε την περασμένη εβδομάδα στον διεθνή Τύπο– να χρησιμοποιεί λογιστικά τεχνάσματα και προσδοκίες προσέλκυσης ιδιωτικών επενδύσεων για να παρουσιάσει προγράμματα πολύ μεγαλύτερα από τους πραγματικούς πόρους που διατίθενται. «Έχουμε υπάρξει και θα συνεχίσουμε να είμαστε ευρηματικοί στη χρήση των εργαλείων μας». Το κρίσιμο είναι, όπως λέει, «να μπορούμε να κινητοποιούμε νέους πόρους όταν τους χρειαζόμαστε». Για να δείξει πόσο επιτυχώς προσάρμοσε η Ε.Ε. τα εργαλεία της στις ανάγκες που γέννησε η πανδημία, συγκρίνει την κατάσταση με αυτήν στις ΗΠΑ: «Οι ΗΠΑ διαθέτουν ομοσπονδιακή κυβέρνηση και συντονισμένους μηχανισμούς – και κοιτάξτε την έλλειψη συντονισμού που υπάρχει σήμερα εκεί σε όλα τα επίπεδα. Ενίοτε το παρακάνουμε με την αυτοκριτική στην Ευρώπη».

Για πόσο καιρό θεωρεί ότι πρέπει να παραταθεί η αναστολή των δημοσιονομικών κανόνων της Ε.Ε.; «Είναι πολύ νωρίς για να απαντηθεί αυτό. Πρέπει να το αξιολογήσουμε με την πάροδο του χρόνου, καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου της ανάκαμψης. Αυτή τη στιγμή έχουμε λάβει την απόφαση να επιτρέψουμε την αναγκαία ευελιξία· πρέπει να τη χρησιμοποιήσουμε σοφά. Πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι η αβεβαιότητα σε αυτήν τη φάση παραμένει εξαιρετικά υψηλή. Δεδομένων αυτών των αβεβαιοτήτων, δεν πρέπει να περιορίσουμε τη δυνατότητά μας να δράσουμε στο μέλλον».