Κατατέθηκε στη Βουλή το νομοσχέδιο του υπουργείου Οικονομικών για τη ρύθμιση οφειλών μέχρι 120 δόσεις σε εφορία, ασφαλιστικά ταμεία και δήμους.

Πρόκειται για το νομοσχέδιο «Ρύθμιση οφειλών προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, τη Φορολογική Διοίκηση και τους ΟΤΑ α' βαθμού, Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις Δημοσίου και λοιπές ασφαλιστικές και συνταξιοδοτικές διατάξεις, Ενίσχυση της προστασίας των εργαζομένων και άλλες διατάξεις» που προβλέπει τη ρύθμιση οφειλών έως και σε 120 δόσεις.

Ρύθμιση προς την εφορία

Με το άρθρο 98 του σχεδίου νόμου, δίνεται η δυνατότητα να ρυθμιστούν, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη, βεβαιωμένες οφειλές στις Δ.Ο.Y., τα Ελεγκτικά Κέντρα και τα Τελωνεία, σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, τον Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα και τον Ενωσιακό Τελωνειακό Κώδικα και εφόσον έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες έως και την 31η Δεκεμβρίου 2018 και έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων των Δ.Ο.Y./Ελεγκτικών Κέντρων/Τελωνείων μέχρι την ημερομηνία αίτησης για υπαγωγή σε ρύθμιση.

Συγκεκριμένα προβλέπονται απαλλαγές από τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής που κυμαίνονται κατ' αρχήν από ποσοστό 10% για όλους τους υπαγόμενους στη ρύθμιση, ανεξαρτήτως λοιπών προϋποθέσεων και φτάνουν έως ποσοστό 100% κατά την εφάπαξ εξόφληση, ενώ παρέχεται αριθμός μηνιαίων δόσεων τμηματικής καταβολής έως και 120 δόσεις για τα φυσικά και νομικά μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα πρόσωπα ή οντότητες και έως 30 δόσεις για τα νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες κερδοσκοπικού χαρακτήρα.

Με την επιλογή του οφειλέτη να εξοφλήσει τη ρύθμιση σε λιγότερες από τις προτεινόμενες από τη Φορολογική Διοίκηση δόσεις χορηγείται προοδευτικά αυξανόμενη απαλλαγή από προσαυξήσεις και τόκους εκπρόθεσμης καταβολής. Η χορήγηση του αριθμού των δόσεων για τα φυσικά πρόσωπα και τα νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα έχει εισοδηματικό κριτήριο και ο τρόπος υπολογισμού βασίζεται καθαρά σε πραγματικά εισοδήματα με γνώμονα την ισοκατανομή των βαρών στους φορολογούμενους ανάλογα με την φοροδοτική τους ικανότητα. Ο ελάχιστος αριθμός δόσεων ορίζεται στις 18, ενώ το ελάχιστο ποσό δόσης ανέρχεται στα 30 ευρώ. Ειδικά όσον αφορά στα φυσικά πρόσωπα, για τον υπολογισμό του αριθμού δόσεων της ρύθμισης, λαμβάνεται υπ' όψιν ο αριθμός των ανήλικων και λοιπών εξαρτώμενων τέκνων του οφειλέτη, μέσω της αναλογικής μείωσης των συντελεστών εισοδήματος.

Με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, βασικές οφειλές που υπάγονται στο πρόγραμμα της παρούσας ρύθμισης αντί των κατά Κ.Ε.Δ.Ε. και κατά Κ.Φ.Δ. τόκων και προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής από την ημερομηνία υπαγωγής τους στη ρύθμιση επιβαρύνονται με τόκο που ανέρχεται σε 5% ετησίως υπολογισμένο. Επισημαίνεται ότι βασικές συνολικές οφειλές μέχρι 3.000 ευρώ που υπάγονται σε πρόγραμμα της παρούσας ρύθμισης δεν επιβαρύνονται πλέον με προσαυξήσεις και τόκους εκπρόθεσμης καταβολής εφόσον ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο και το συνολικό εισόδημά του δεν υπερβαίνει τις 10.000 ευρώ. Η καθυστέρηση καταβολής δόσης συνεπάγεται την επιβάρυνση αυτής με μηνιαία προσαύξηση μόνο 2%.

Ρύθμιση προς τα ασφαλιστικά ταμεία

Με τις διατάξεις του νομοσχεδίου παρέχεται η δυνατότητα υπαγωγής σε ρύθμιση, κατόπιν αίτησης τον οφειλέτη (φυσικό ή νομικό πρόσωπο), του συνόλου των οφειλών προς Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, που δημιουργήθηκαν έως και 31-12-2018, (συμπεριλαμβανομένων και οφειλών που υπάγονται στη ρύθμιση τον ν.4469/2017), με τις πάσης φύσεως προσαυξήσεις, πρόσθετα τέλη και τόκους.

Ορίζεται σε 120, κατ' ανώτατο όριο, ο αριθμός των μηνιαίων δόσεων καταβολής του συνόλου της οφειλής που προκύπτει μετά την υπαγωγή των οφειλετών στη ρύθμιση, ενώ το ελάχιστο ποσό της οριζόμενης μηνιαίας δόσης ορίζεται στα 50 ευρώ, για τους μη μισθωτούς και εργοδότες και σε 30 ευρώ, για τους ασφαλισμένους του πρώην ΟΓΑ.

Οφειλές από κάθε είδους παροχές πού καταβλήθηκαν αχρεωστήτως, σε ασφαλισμένο ή συνταξιούχο, έως και 31-12-2018, δύναται να υπαχθούν στην προτεινόμενη ρύθμιση, εφόσον δεν έχει εκδοθεί καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου σε βάρος του οφειλέτη λόγω των οφειλών αυτών.

Στους οφειλέτες πού υπάγονται στη ρύθμιση παρέχεται έκπτωση 85% επί των πάσης φύσεως προσαυξήσεων, πρόσθετων τελών και τόκων λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής, όπως έχουν διαμορφωθεί έως την ημερομηνία υπαγωγής στη ρύθμιση.

Η υπαγωγή στη ρύθμιση του προς ψήφιση σχεδίου νόμου, οφειλής πού έχει ήδη υπαχθεί σε ρύθμιση τμηματικής καταβολής, η οποία είναι σε ισχύ, συνεπάγεται τη μετάπτωση του υπολειπόμενου ποσού της οφειλής στη νέα ρύθμιση.

Στο εν λόγω καθεστώς δύναται να υπαχθούν με επιλογή του οφειλέτη και οφειλές που έχουν δημιουργηθεί έως και 31-12-2018 και οι οποίες κατά την ημερομηνία υπαγωγής στη ρύθμιση, τελούν σε αναστολή είσπραξης.

Προβλέπεται ότι, εάν η οφειλή που υπάγεται σε ρύθμιση, όπως αυτή προκύπτει μετά τον υπολογισμό της, είναι κάτω από το προβλεπόμενο όριο (4.000 ευρώ για τούς δικαιούχους σύνταξης του πρώην ΟΓΑ και 20.000 ευρώ για τους δικαιούχους σύνταξης ΟΑΕΕ) ο οφειλέτης δικαιούται απονομής σύνταξης, εφόσον πληρούνται και οι λοιπές συνταξιοδοτικές προϋποθέσεις. Ειδικότερα, για τους ασφαλισμένους τον πρώην ΟΓΑ πού συμπληρώνουν το 67ο έτος της ηλικίας τους μέχρι την 31.12.2019, το προβλεπόμενο όριο οφειλής διαμορφώνεται στο ποσό των 6.000 ευρώ.

Στο νομοσχέδιο προβλέπεται ότι, κατά τη διάρκεια της ρύθμισης και εφόσον τηρούνται οι προβλεπόμενοι όροι δύναται να χορηγείται στον οφειλέτη αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας διμηνιαίας ισχύος, στο οποίο πιστοποιείται το υπολειπόμενο ποσό της οφειλής κ.λπ.,  αναστέλλεται η λήψη αναγκαστικών μέτρων και η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης επί της κινητής και ακίνητης περιουσίας τον οφειλέτη καθώς και η ποινική δίωξη σε βάρος του οφειλέτη και η τυχόν εκτέλεση ποινής που τον έχει επιβληθεί ή εφόσον άρχισε η εκτέλεσή της, αυτή διακόπτεται.

Επίσης, αναστέλλεται η παραγραφή των οφειλών, για τις οποίες έχει υποβληθεί αίτηση υπαγωγής στη ρύθμιση, από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης και για ολόκληρο το χρονικό διάστημα που αφορά η ρύθμιση και δεν συμπληρώνεται πριν παρέλθει ένα έτος από τη λήξη της προθεσμίας καταβολής της τελευταίας δόσης της ρύθμισης ή από την έκπτωση από τη ρύθμιση.

Ρύθμιση προς τους ΟΤΑ

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου με τις διατάξεις του άρθρου 52 του ν. 4483/2017 (Α' 107), προβλέφθηκε μία εξαιρετική και χρονικά προσδιορισμένη δέσμη διατάξεων, με τις οποίες παρασχέθηκε η δυνατότητα ρύθμισης οφειλών (από τέλη, φόρους δικαιώματα, εισφορές καθώς και από τις προσαυξήσεις τους τόκους και των πρόστιμα αυτών) φυσικών και νομικών προσώπων προς τους ΟΤΑ α' βαθμού και τα νομικά πρόσωπα αυτών.

Μέσα σε μία δυσμενή οικονομική συγκυρία, οι διατάξεις αυτές για όσο διάστημα ίσχυσαν, έδωσαν τη δυνατότητα, αφενός στα φυσικά και τα νομικά πρόσωπα που υπήχθησαν στις εν λόγω ρυθμίσεις να ανταποκριθούν σε χρονίζουσες οικονομικές τούς υποχρεώσεις με τρόπο που να επαναφέρει την κανονικότητα στον οικονομικά τους προγραμματισμό και να τους επιτρέπει να ανακτήσουν τη συνέπεια στην εξόφληση των σχετικών τους οφειλών και αφετέρου στους ίδιους τους δήμους και τα νομικά τους πρόσωπα, να αυξήσουν σημαντικά τη ροή των εσόδων τους και να εισπράξουν απαιτήσεις που επί μακρό χρόνο δεν εξυπηρετούνταν.

Εντούτοις τόσο λόγω της περιορισμένης χρονικής διάρκειας της δυνατότητας υπαγωγής στη Ρύθμιση εκείνη σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις όσο και λόγω ελλιπούς σε πολλές περιπτώσεις σχετικής ενημέρωσης των πολιτών εκ μέρους των δήμων, σημαντικός αριθμός οφειλετών, αν και θα μπορούσε να ωφεληθεί από τις ρυθμίσεις αυτές και να ανταποκριθεί στους όρους τους με τις ευεργετικές ανωτέρω συνέπειες δεν υπέβαλε αίτηση υπαγωγής στις ρυθμίσεις.

Για το σκοπό αυτό και ενόψει των πολύ θετικών αποτελεσμάτων των ως άνω διατάξεων, οι δυνατότητες ρύθμισης οφειλών προς τους ΟΤΑ α' βαθμού και τα νομικά πρόσωπα αυτών που προβλέφθηκαν με αυτές επαναφέρονται με το παρόν άρθρο και ισχύουν υπό τους ίδιους όρους για περιορισμένο και πάλι χρονικό διάστημα.

 Δείτε την αιτιολογική έκθεση εδώ και το νομοσχέδιο εδώ

H διαδικασία

Σύμφωνα με την απόφαση της διάσκεψης των προέδρων, η επεξεργασία του νομοσχεδίου θα ξεκινήσει στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής την ερχόμενη Τετάρτη 8 Μαΐου και θα ολοκληρωθεί σε δύο συνεδριάσεις την Πέμπτη 9 Μαΐου, ενώ η συζήτηση του στην Ολομέλεια της Βουλής αναμένεται να διεξαχθεί την επόμενη εβδομάδα και ειδικότερα την Τρίτη 14 Μαΐου και να ψηφιστεί την Τετάρτη 15 Μαΐου.