«Ένας ακόμη προϋπολογισμός με υψηλή φορολογία είναι ο προϋπολογισμός του 2019 καθώς οι απαιτήσεις για το πρωτογενές πλεόνασμα δεν αφήνουν χώρο για επιπλέον παρεμβάσεις. Οι στόχοι για το πρωτογενές πλεόνασμα πρέπει να επανακαθοριστούν αλλά δεν πρέπει να ανοίξει αυτή η συζήτηση τώρα». Αυτά είναι τα βασικά συμπεράσματα των οικονομολόγων καθηγητών που συμμετείχαν στην εκδήλωση που διοργάνωσε το Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδας για τον προϋπολογισμό του 2019.

«Ο πρώτος μεταμνημονιακός προϋπολογισμός δεν παύει να είναι προϋπολογισμός υπερφορολόγησης» σχολίασε ο πρόεδρος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος κ. Κωνσταντίνος Κόλλιας κατά την εισηγητική του τοποθέτηση. Σύμφωνα με τον ίδιο για άλλη μια φορά η μεσαία τάξη βγαίνει φορολογικά χαμένη καθώς αυξάνονται οι φόροι ενώ δεν ευνοείται ιδιαίτερα από τη μείωση του ΕΝΦΙΑ. «Από τη μια πλευρά οι εμπροσθοβαρής εφαρμογή των μέτρων ελάφρυνσης θα οδηγήσει σε ανακούφιση συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, ο οποίες έχουν πληγεί από τα μέτρα λιτότητας επί εννέα χρόνια», τόνισε ο κ. Κόλλιας προειδοποιώντας όμως ότι «Σε μια περίπτωση δεν πρέπει οι ελαφρύνσεις αυτές να οδηγήσουν σε προεκλογικές παροχές»,

Μιλώντας για το σχέδιο του προϋπολογισμού ο κ. Φραγκίσκος Κουτεντάκης, συντονιστής του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή ανέφερε ότι υπάρχουν τρεις αβεβαιότητες που πρέπει να ληφθούν υπόψη για την επόμενη χρονιά. Η πρώτη απ’ αυτές προέρχεται από το διεθνές περιβάλλον και την αβεβαιότητα που επικρατεί. Ωστόσο υπάρχουν και δημοσιονομικές αβεβαιότητες που έχουν να κάνουν με την πορεία των επιτοκίων των ελληνικών ομολόγων αλλά και τις δικαστικές αποφάσεις που ανοίγουν το δρομο για μελλοντικές διεκδικήσεις από συνταξιούχους και ειδικά μισθολόγια.

Ο φετινός προϋπολογισμός είναι μια συνέχεια των προηγούμενων με κύριο χαρακτηριστικό το πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 3,5%, είπε ο καθηγητής Οικονομικών Επιστημών του ΕΚΠΑ κ. Παναγιώτης Πετράκης. «Είναι προϋπολογισμός συντήρησης σε μια χαμηλή ανάκαμψη», σημείωσε ο κ. Πετράκης.

Στην ανάγκη επαναδιαπραγμάτευσης του στόχου των πρωτογενών πλεονασμάτων στάθηκε ο καθηγητής του Δημοκρίτειο Πανεπιστημίου κ. Διονύσης Χιόνης. «Κανείς δεν πιστεύει πραγματικά ότι η Ελλάδα μπορεί να διατηρεί τέτοια δημοσιονομικά πλεονάσματα για τόσα πολλά χρόνια», σημείωσε προσθέτοντας ότι ο προϋπολογισμός βασίζεται στην ενίσχυση της ζήτησης, στρατηγική η οποία σύμφωνα με τον ίδιο κινείται στην σωστή κατεύθυνση.

Παρόμοια θέση εξέφρασε και ο καθηγητής Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, κ. Ναπολέων Μαραβέγιας λέγοντας τα πρωτογενή πλεονάσματα δεν μπορούν να διατηρηθούν για πολλά χρόνια και μάλιστα με τον υπάρχοντα στρεβλό τρόπο φορολόγησης. Ωστόσο, πρόσθεσε μια τέτοια συζήτηση δεν μπορεί να ανοίξει τώρα, αμέσως μετά την έξοδο από τα μνημόνια, διότι θα δημιουργούσε παρενέργειες. «Η συζήτηση αυτή δεν πρέπει να ανοίξει τώρα», είπε από μεριάς του και ο κ. Κουτεντάκης σημειώνοντας ωστόσο πως η διατήρηση των πλεονασμάτων είναι εφικτή.

Αντίθετη άποψη εξέφρασε ο καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Πάνος  Τσακλόγλου. Το μεγάλο πρόβλημα είναι η αναπτυξιακή πολιτική που ακολουθείται, σημείωσε τονίζοντας ότι αυτό που πρέπει να τονωθεί είναι η προσφορά και όχι η ζήτηση. «Χρειάζονται επενδύσεις και ενώ ο προϋπολογισμός προβλέπει αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων δεν προσφέρει κίνητρα», σημείωσε ακόμη ο κ. Τσακλόγλου.