«Οριακά» απέφυγε τον κίνδυνο η οικονομία της Γερμανίας να εισέλθει σε ύφεση, όπως φαίνεται από τα στοιχεία τα οποία δόθηκαν σήμερα στη δημοσιότητα από τη Destatis, σύμφωνα με την οποία το ΑΕΠ της χώρας επεκτάθηκε κατά 0,1% το γ' τρίμηνο του 2019.

Το Σεπτέμβριο η βιομηχανική παραγωγή απογοήτευσε, υποχωρώντας κατά 0,6% σε μηναία βάση, επηρεασμένη από τον εμπορικό πόλεμο ΗΠΑ-Κίνας, το ατέλειωτο σίριαλ του Brexit και τις απειλές του αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ πως θα επιβάλλει τιμωρητικούς δασμούς στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα.

Η κυβέρνηση «μεγάλου συνασπισμού», που ανέμενε να καταγραφεί το 2019 ανάπτυξη με μέτριο ρυθμό — 0,5% — αναθεώρησε τον Οκτώβριο προς το χειρότερο την πρόβλεψή της για το 2020 και δεν αναμένει πλέον παρά να ανέλθει στο 1% του ΑΕΠ, έναντι 1,5% που εκτιμούσε ότι θα ήταν την άνοιξη.

Το κλίμα ανησυχίας για την ύφεση αναζωπυρώνει στη Γερμανία τον διάλογο για το λεγόμενο Schwarze Null (κατά λέξη «μαύρο μηδέν»), τον κανόνα για τον ισορροπημένο ομοσπονδιακό προϋπολογισμό, που τηρείται απαρέγκλιτα από το 2014.

Καθαρά πολιτική δέσμευση, ο κανόνας αυτός ήρθε να αυστηροποιήσει τη συνταγματική πρόνοια του Schuldenbremse (του «φρένου στην έκδοση δημοσίου χρέους»), που προβλέπει πως το έλλειμμα δεν μπορεί να υπερβαίνει το 0,35% του ΑΕΠ, κι αυτό μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις.

Την περασμένη εβδομάδα, η λεγόμενη επιτροπή των σοφών, μια ομάδα πέντε οικονομολόγων επιφορτισμένη να συμβουλεύει την κυβέρνηση υπό την καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ για ζητήματα οικονομικής πολιτικής, συνέστησε να υπάρξει χαλάρωση της απόλυτης δημοσιονομικής πειθαρχίας «σε περίπτωση μεγαλύτερης επιβράδυνσης» της δραστηριότητας, διότι θα μπορούσε να παρακωλύσει την ανάκαμψη.

Το λόμπι της γερμανικής βιομηχανίας BDI άδραξε την ευκαιρία για να καλέσει το Βερολίνο να «αυξήσει τις δημόσιες επενδύσεις», διεκδίκηση που προβάλλει επί χρόνια μεγάλο μέρος του επιχειρηματικού κόσμου, που εκφράζουν κατάπληξη και απογοήτευση για την κατάσταση των υποδομών — τηλεπικοινωνιακών, σιδηροδρομικών κ.λπ. — και τονίζουν τις ανάγκες ως προς την εκπαίδευση.

Οι εταίροι του Βερολίνου στην Ευρωπαϊκή Ένωση και διεθνείς οργανισμοί επίσης ασκούν ακατάπαυστα πίεση στη Γερμανία να δαπανήσει περισσότερα, για να ανακάμψει η οικονομία της, να τονωθεί αυτή των γειτόνων της και των ευρωπαίων εταίρων της, αλλά και για να προετοιμαστεί το μέλλον της χώρας με πληθυσμό γηράσκοντα.

Αλλά η Άνγκελα Μέρκελ κλείνει την πόρτα σε κάθε τέτοια συζήτηση. «Εσείς οι ίδιοι μας έχετε πει καθαρά (...) ότι είναι σημαντικό να έχουμε ισορροπημένο προϋπολογισμό και πολλές επενδύσεις», αντέταξε στους «σοφούς». Μοιάζει να αψηφά εξίσου την έκκληση του γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν στις αρχές Νοεμβρίου, όταν κάλεσε το Βερολίνο να «αλλάξει την κατεύθυνση» της δημοσιονομικής πολιτικής του, όπως και τη νέα πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Κριστίν Λαγκάρντ, η οποία στηλίτευσε την 30ή Οκτωβρίου ότι χώρες που έχουν επί χρόνια δημοσιονομικό πλεόνασμα «δεν κάνουν τις αναγκαίες προσπάθειες».