Την ανάγκη προστασίας των νέων από τον ψηφιακό εθισμό αλλά και των ηλικιωμένων από τον ψηφιακό αποκλεισμό, υπογράμμισε η Υπουργός Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, Δόμνα Μιχαηλίδου, μεταξύ άλλων, σε πάνελ με τίτλο «Human After All: AI, Αλγόριθμοι και οι Αόρατες Προκαταλήψεις της Τεχνολογίας», στο πλαίσιο του The Upfront Initiative, που πραγματοποιείται για 5η χρονιά στο Ωδείο Αθηνών.
Μεταξύ άλλων, η κυρία Μιχαηλίδου έκανε λόγο για δύο διαφορετικές φυγόκεντρες δυνάμεις ανάλογα με την ηλικιακή ομάδα. Από τη μία πλευρά, όπως ανέφερε, πρέπει να αντιμετωπίσεις τη δυσκολία της προστασίας των παιδιών από τον ψηφιακό εθισμό. Από την άλλη πλευρά, πρόσθεσε, πρέπει να αντιμετωπίσεις την ανάγκη ενίσχυσης των ηλικιωμένων, ώστε να αποτραπεί ο ψηφιακός αποκλεισμός τους.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο πρόγραμμα του Υπουργείου για την ψηφιακή ενδυνάμωση 6.000 ηλικιωμένων σε όλη την Ελλάδα, όπου διαμοίρασαν τάμπλετ, ετοίμασαν εκπαιδευτικό υλικό και εκπαίδευσαν ανθρώπους, ώστε να μπορούν να κάνουν ηλεκτρονικές παραγγελίες από τα σούπερ μάρκετ, να πληρώνουν διαδικτυακά τους λογαριασμούς και να κοινωνικοποιούνται ψηφιακά.
Όσον αφορά το ζήτημα των νέων, προσέδωσε ιδιαίτερα σημασία στην ανάγκη ρύθμισης του ψηφιακού εθισμού, παραπέμποντας στην καθιέρωση του kids wallet, στην απαγόρευση της χρήσης των social media για τους κάτω των 15 ετών και στη μη χρήση του κινητού στα σχολεία. Βέβαια, όπως παρατήρησε, δεν είναι μόνο τι κόβεις αλλά και τι δίνεις, παραπέμποντας στις πρωτοβουλίες για την καλλιέργεια των δεξιοτήτων των παιδιών, την ανάπτυξη της ενσυναίσθησης και την ενθάρρυνση της επαφής με τη φύση.

Από την πλευρά της, η Ευγενία Μπόζου, Head of Government Affairs & Public Policy Google in Greece, Cyprus, and Malta, αφού ξεκαθάρισε ότι δεν υπάρχει κάποια παγκόσμια συνωμοσία για την κυριαρχία των αλγορίθμων, προσέδωσε ιδιαίτερη σημασία στις πολιτικές, στις κοινωνίες, στους θεσμούς, στη διακρατική συνεργασία και στην επιστήμη, ώστε η τεχνολογία να χρησιμοποιείται με σωστό τρόπο και διαφάνεια. Βέβαια, παραδέχθηκε ότι κάποια από τα προβλήματα είναι θέμα τεχνολογίας και γι’ αυτό θα πρέπει να υπάρξουν μέτρα. «Θα πρέπει να είναι φτιαγμένα από την αρχή τα εργαλεία με ασφαλιστικές δικλείδες», εξήγησε. Βέβαια, αναγνώρισε ότι η μεγαλύτερη ασφαλιστική δικλείδα αφορά την εκπαίδευση των παιδιών, των οικογενειών, των εκπαιδευτικών κ.α. Γι’ αυτό, πρόσθεσε, «οι γονείς καλούνται να ξαναπαίξουν έναν ρόλο που είχαν μάλλον ξεχάσει».
Η Μπέττυ Τσακαρέστου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Διαφήμισης και Δημοσίων Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, παρατήρησε ότι στην Ελλάδα πολλές φορές επικρατεί η τεχνοφοβία. Προκειμένου να υπερβούμε αυτήν την κατάσταση, υποστήριξε ότι πρέπει να εμβαθύνουμε, να εκπαιδευτούμε και να μάθουμε τα περιθώρια πάνω στα οποία μπορούν να εξελιχθούν τα πράγματα. «Πρέπει να κατανοήσουμε την επιστήμη πίσω από το εργαλείο της ΑΙ για να μπορέσουμε να το αξιοποιήσουμε», συμπλήρωσε, επαναλαμβάνοντας τη σημασία του «να αποκτήσουμε έναν μεγαλύτερο έλεγχο για να καταλάβουμε με τι έχουμε να κάνουμε».
Ο Νικόλαος Δημητριάδης, Head, Applied Neuroscience Lab, EY Greece, επέλεξε να υπενθυμίσει την εξέλιξη των social media, τονίζοντας ότι τα μαθήματα είναι πολλά αλλά δεν τα έχουμε πάρει ακόμη. «Όταν ξεκίνησαν τα κοινωνικά δίκτυα οι εταιρείες μάς υποσχέθηκαν έναν καλύτερο κόσμο. Κανείς δεν μας είπε για digital bullying, fake news κ.α.», δήλωσε, χαρακτηριστικά, τονίζοντας πως είναι λάθος να θεωρήσουμε ότι αυτά ήταν μια απλή παρενέργεια. Σ’ αυτό το πλαίσιο, προειδοποίησε ότι δεν πρέπει να επαναλάβουμε τα ίδια λάθη και με την Τεχνητή Νοημοσύνη. Πρέπει να δούμε πώς το κυνήγι του engagement μάς επηρεάζει, πώς θα προστατεύσουμε τις ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες από τις αρνητικές επιπτώσεις, υπογράμμισε μεταξύ άλλων, καθιστώντας αναγκαία την καλλιέργεια της ενσυναίσθησης αλλά και των υπόλοιπων ανθρώπινων ικανοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η Ελευθερία Δεσποιναρά, AI & Data Director, I&D Lead, Accenture, ξεκαθάρισε ότι η ΑΙ είναι μεν ένα εργαλείο, αλλά «δεν είναι αυτό που θα μας ορίσει και θα μας βάλει σε μια λούπα». Ο άνθρωπος, συμπλήρωσε, είναι αυτός που ορίζει τι ακριβώς θέλει να πετύχει. Ως παράδειγμα επικαλέστηκε έρευνα ανάμεσα σε εταιρικούς leaders, η οποία καταδεικνύει ότι τα ¾ θέλουν από την ΑΙ να βοηθήσει όχι στη μείωση των δαπανών (άρα στη μείωση των θέσεων εργασίας), αλλά στη βελτίωση των οικονομικών αποτελεσμάτων. Από την άλλη πλευρά, παρατήρησε ότι «έχουμε φθάσει στο όριο να μην πιστεύουμε την αυθεντία των ανθρώπων και να πιστεύουμε την ΑΙ». Χρειάζεται, επεσήμανε, μια ισορροπία για να καταλάβουμε πόσο θα μας βοηθήσει. «Πρέπει να αρχίσουμε να αμφισβητούμε την ΑΙ και να εμπιστευόμαστε ξανά τους ανθρώπους», κατέληξε.
Ο Πρόδρομος Τσιαβός, Επικεφαλής Ψηφιακής Ανάπτυξης και Καινοτομίας, Ίδρυμα Ωνάση, ανέφερε ότι η ΑΙ μάς επιτρέπει να κάνουμε κάποια πράγματα καλύτερα. Είναι, εξήγησε, μια επέκταση νοητική αλλά όχι σωματική, όπως ήταν το κομπιουτεράκι τη δεκαετία του ’80 κι αργότερα το διαδίκτυο. Πρόκειται, συνέχισε, για μια κοινωνική και γλωσσική τεχνολογία. Αυτό, όμως, προειδοποίησε, μπορεί να σου αφαιρέσει κάποιες δεξιότητες, αν αρχίζεις να υποκαθιστάς τη γνωσιακή ικανότητα με κάτι άλλο. «Έχουμε ανάγκη να αναπτύσσουμε και να διατηρούμε κάποιες μηχανικές και υπολογιστικές δεξιότητες που δεν πρέπει να υποκαταστήσουμε. Πρέπει να τις διατηρούμε για να μην γίνουμε αδύναμοι σε μερικά κομμάτια», έκλεισε την τοποθέτησή του.
Τον συντονισμό της συζήτησης έκανε η Κατερίνα Παπανικολάου, Director, Consulting, Workforce Transformation, PwC.



