Λειψυδρία: Γιατί ενώ βρέχει στην Ελλάδα δεν έχουμε αρκετό νερό

Πένη Χαλάτση
Viber Whatsapp
Μοιράσου το
Λειψυδρία: Γιατί ενώ βρέχει στην Ελλάδα δεν έχουμε αρκετό νερό
Τα αποθέματα νερού παραμένουν χαμηλά, αποκαλύπτοντας το χάσμα ανάμεσα στο «πόσο βρέχει» και στο «πόσο νερό τελικά αποθηκεύεται».

Οι εικόνες των τελευταίων ημερών, με έντονες και παρατεταμένες βροχοπτώσεις σε πολλές περιοχές της χώρας, δημιουργούν εύλογα την αίσθηση ότι το υδατικό πρόβλημα υποχωρεί. Ωστόσο, τα στοιχεία δείχνουν ότι η λειψυδρία δεν αίρεται αυτομάτως με μερικά ισχυρά επεισόδια βροχής. Παρά την αυξημένη υετική δραστηριότητα, τα αποθέματα στους ταμιευτήρες παραμένουν υπό πίεση, αναδεικνύοντας το χάσμα ανάμεσα στο «πόσο βρέχει» και στο «πόσο νερό τελικά αποθηκεύεται». Το φαινόμενο αυτό αποτυπώνεται καθαρά στα επίσημα δεδομένα της ΕΥΔΑΠ για τα αποθέματα και τη λειτουργία του υδροδοτικού συστήματος.

Τα συνολικά αποθέματα νερού κινούνται αισθητά χαμηλότερα σε σχέση με πέρυσι, επιβεβαιώνοντας ότι το υδρολογικό σύστημα εισέρχεται στο 2026 με μειωμένα περιθώρια ασφαλείας. Στις 23 Ιανουαρίου 2026 τα διαθέσιμα αποθέματα ανήλθαν σε 489,1 εκατ. κυβικά μέτρα, καταγράφοντας πτώση περίπου 26% σε σύγκριση με την αντίστοιχη ημερομηνία του 2025, όταν ξεπερνούσαν τα 659,3 εκατ. κυβικά. Παρότι το επίπεδο αυτό είναι υψηλότερο από το ιστορικό χαμηλό του 1993, παραμένει πολύ μακριά από τα ιδιαίτερα υψηλά αποθέματα του 2022, τα οποία υπερέβαιναν το 1,23 δισ. κυβικά μέτρα. Σε σχέση με την αρχή του υδρολογικού έτους, καταγράφεται μεν ενίσχυση των αποθεμάτων, ωστόσο αυτή δεν αρκεί για να ανατρέψει την ετήσια εικόνα υποχώρησης.

Την ίδια στιγμή, η παραγωγή των διυλιστηρίων παραμένει σε υψηλά και σταθερά επίπεδα. Στις 25 Ιανουαρίου 2026 η συνολική παραγωγή διαμορφώθηκε στα 999.694 κυβικά μέτρα, ελαφρώς χαμηλότερα από το 2025 αλλά υψηλότερα σε σχέση με το 2024 και το 2023, ενώ κινείται ουσιαστικά στα ίδια επίπεδα με το 2022. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η ζήτηση δεν έχει υποχωρήσει και το σύστημα συνεχίζει να λειτουργεί χωρίς εμφανείς περιορισμούς, με την πίεση να αποτυπώνεται κυρίως στα διαθέσιμα αποθέματα.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι γιατί, ενώ «βρέχει» τις τελευταίες μέρες ή κατά περιόδους, οι ταμιευτήρες δεν εμφανίζουν ανάλογη και άμεση αύξηση. Πρώτον, οι ταμιευτήρες δεν γεμίζουν από την τοπική βροχή που βιώνει ο πληθυσμός, αλλά από τις καθαρές εισροές στις λεκάνες απορροής που τους τροφοδοτούν, δηλαδή από την έκταση στην οποία ο υετός (μετεωρολογικό φαινόμενο πτώσης νερού) μετατρέπεται τελικά σε απορροή που φτάνει στον ταμιευτήρα και όχι σε νερό που «χάνεται» ή καθυστερεί αλλού στο υδρολογικό σύστημα.

Δεύτερον, σε περιόδους παρατεταμένης ανομβρίας ή ξηρών μηνών, μεγάλο μέρος των πρώτων βροχών πηγαίνει δυσανάλογα στην επαναύγρανση του εδάφους και στην αποκατάσταση του εδαφικού «ελλείμματος» υγρασίας, πριν καν αρχίσει να παράγεται ουσιαστική απορροή προς ρέματα και ταμιευτήρες. Αυτό το φαινόμενο αποτυπώνεται και σε επίσημες αναλύσεις ξηρασίας που βασίζονται σε δεδομένα εδαφικής υγρασίας του Copernicus, δείχνοντας ότι μπορεί να συνυπάρχουν βροχοπτώσεις με σημαντικά αρνητικές αποκλίσεις εδαφικής υγρασίας σε διάφορες περιφέρειες της χώρας.

Τρίτον, η κλιματική θέρμανση ενισχύει τις απώλειες μέσω εξατμισοδιαπνοής (η συνολική απώλεια νερού στην ατμόσφαιρα με τη μορφή υδρατμών) και μεταβάλλει τη «χρήσιμη» εποχικότητα της αναπλήρωσης: το υδρολογικό σύστημα γίνεται πιο ευαίσθητο στο αν οι βροχές έρχονται ως παρατεταμένα, ήπια επεισόδια (που τείνουν να τροφοδοτούν καλύτερα) ή ως σύντομα, έντονα κύματα (που συχνά αυξάνουν την επιφανειακή απορροή και τις γρήγορες απορρίψεις προς τη θάλασσα). Σε επίπεδο επιστημονικής τεκμηρίωσης, η Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC) αναφέρει για τη Μεσόγειο αύξηση στη συχνότητα/ένταση της ξηρασίας και παράλληλες μεταβολές στον υδρολογικό κύκλο που επηρεάζουν την απορροή, την εξάτμιση και τη διαθεσιμότητα νερού, ενώ επισημαίνει και τη μείωση των δεικτών χιονοκάλυψης/ισοδύναμου νερού χιονιού σε ένα θερμότερο κλίμα, κάτι που αφαιρεί από τα συστήματα ταμιευτήρων ένα «βραδύ» και σταθεροποιητικό κανάλι αναπλήρωσης μέσω τήξης.

Τέταρτον, ειδικά για την Ελλάδα, το γεγονός ότι μεγάλο μέρος της βροχής πέφτει με χωρική και χρονική ανομοιογένεια σημαίνει ότι μπορεί να υπάρχουν «καλές» βροχές σε κάποιες περιοχές χωρίς αυτό να μεταφράζεται σε εισροές στις συγκεκριμένες λεκάνες που τροφοδοτούν το σύστημα ύδρευσης, ενώ ένα μέρος του νερού δεσμεύεται προσωρινά σε εδάφη και υπόγειους υδροφορείς ή κατευθύνεται σε ροές που δεν είναι υδραυλικά «συνδεδεμένες» με τους ταμιευτήρες. Τέλος, ακόμη και όταν υπάρχουν εισροές, η καθαρή μεταβολή αποθεμάτων εξαρτάται από τη διαχείριση και το ισοζύγιο χρήσεων: το σύστημα συνεχίζει καθημερινά να αποδίδει μεγάλες ποσότητες μέσω διύλισης για να καλύψει την κατανάλωση, άρα ένα μέρος της όποιας ενίσχυσης «απορροφάται» λειτουργικά.

Το δομικό έλλειμμα υποδομών

Η αντίφαση ανάμεσα στις αυξημένες βροχοπτώσεις και στη χαμηλή ικανότητα αποθήκευσης νερού αποτυπώνεται ανάγλυφα και σε συγκεκριμένες περιοχές της χώρας, όπου το υδατικό δυναμικό παραμένει αναξιοποίητο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Δυτική Ελλάδα, μια περιοχή που διαχρονικά καταγράφει από τα μεγαλύτερα ύψη βροχόπτωσης στη χώρα.

Παρά τις συχνές και έντονες βροχές, η αυξημένη υετική προσφορά δεν μεταφράζεται σε αντίστοιχη αύξηση των διαθέσιμων αποθεμάτων, καθώς απουσιάζουν μεγάλης κλίμακας ταμιευτήρες και ολοκληρωμένες υποδομές αποθήκευσης και ρύθμισης των ροών. Το νερό απορρέει ταχύτατα μέσω ποταμών και χειμάρρων και καταλήγει στη θάλασσα, χωρίς να μπορεί να αξιοποιηθεί σε βάθος χρόνου για ύδρευση, άρδευση ή αντιστάθμιση ξηρών περιόδων.

Αντίστοιχη εικόνα καταγράφεται και σε τμήματα της νησιωτικής Ελλάδας, όπου ακόμη και σε περιόδους αυξημένων βροχοπτώσεων η δυνατότητα αποθεματοποίησης παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη. Η απουσία φυσικών ή τεχνητών ταμιευτήρων, σε συνδυασμό με τη μικρή έκταση λεκανών απορροής και τη γεωμορφολογία των νησιών, οδηγεί στο να χάνεται μεγάλο μέρος του υετού ως άμεση απορροή προς τη θάλασσα. Έτσι, η πρόσκαιρη εικόνα «αφθονίας» που δημιουργούν οι βροχές δεν μεταφράζεται σε πραγματική υδατική ασφάλεια, ενισχύοντας την εξάρτηση από γεωτρήσεις ή ενεργοβόρες λύσεις όπως η αφαλάτωση.

Η συνδυαστική ανάγνωση των δεδομένων αποτυπώνει μια εύθραυστη ισορροπία: η ζήτηση παραμένει υψηλή και σχετικά σταθερή, αλλά τροφοδοτείται από μειωμένη «δεξαμενή ασφαλείας» σε σχέση με πέρυσι. Αυτό το μοτίβο μεταφράζεται σε αυξημένο υδρολογικό ρίσκο μέσα στο 2026, καθώς η αναπλήρωση δεν κρίνεται από μερικές βροχερές μέρες, αλλά από τη διάρκεια και την κατανομή των κατακρημνισμάτων στις κρίσιμες λεκάνες, από την κατάσταση της εδαφικής υγρασίας και από τις απώλειες που ενισχύονται σε ένα θερμότερο κλίμα.

Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Διαβάζονται αυτή τη στιγμή

Μεταρρύθμιση στις πολεοδομίες: Τι σημαίνει για ιδιοκτήτες με αυθαίρετα

Κύμα ελέγχων στην αγορά για POS και ΙRIS: Πρόστιμα έως 20.000 ευρώ

Απόδοση 746% σε 2 μήνες και 1,8 δισ. ευρώ: Το ρίσκο που τον «χρύσωσε»

Φόρτωση BOLM...
gazzetta
gazzetta reader insider insider