Από την 1.1.2021 τίθεται σε εφαρμογή ο «Κώδικας Διευθέτησης Οφειλών και Παροχής Δεύτερης Ευκαιρίας». Η συλλογική αντιμετώπιση της εμπορικής υπερχρέωσης τυγχάνει γνώριμη της ελληνικής έννομης τάξης ήδη από το μακρινό 1835 και με κάποιες τροποποιήσεις ο συνεκτικός, όσο και συμπαγής Εμπορικός Νόμος αποτέλεσε το σημείο αναφοράς της πτωχευτικής διαδικασίας μέχρι την υιοθέτηση του -πρώτου αποκλειστικά- Πτωχευτικού Κώδικα το 2007.

Η παγκόσμια ύφεση του 2008 και η απαρχή της ελληνικής οικονομικής κρίσης δημιούργησαν την ανάγκη υιοθέτησης ενδιάμεσων εργαλείων για την εύρεση κοινού τόπου μεταξύ επιχειρήσεων και πιστωτών, ώστε η ικανοποίηση των απαιτήσεων να προέρχεται από την υπό όρους συνέχιση της λειτουργίας και όχι από τη συνολική ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων, υπό την απαρέγκλιτη προϋπόθεση κατάφασης της βιωσιμότητας. Την ίδια χρονική περίοδο περίπου συμπίπτουν με ένταση οι περιπτώσεις καθυστερήσεων σε δανειακές υποχρεώσεις ιδιωτών μη εμπόρων, ιδίως στον τομέα της στεγαστικής πίστης, φαινόμενο που οδήγησε στην ψήφιση του ν. 3869/2010, έναν θεσμό οιονεί ιδιωτικής πτώχευσης με κύριο χαρακτηριστικό την προστασία της κύριας κατοικίας του οφειλέτη. Οι ως άνω νομοθετικές παρεμβάσεις, όμως, δεν κατάφεραν να δώσουν πειστική απάντηση στο ζήτημα του ιδιωτικού χρέους, με αποτέλεσμα αυτό να εκτιμάται σήμερα από επίσημα χείλη στα 234 δισ. ευρώ.

Είναι λοιπόν ο νέος αυτός Κώδικας ακόμη μια «Μαύρη Θάλασσα» που ήρθε για να μείνει εν πολλοίς στα χαρτιά, δίνοντας μάλιστα αφορμή σε μικροπολιτικές προσεγγίσεις ή ο «Εύξεινος Πόντος» ενός προβλήματος που αποτελεί τροχοπέδη για οποιοδήποτε αναπτυξιακό σχέδιο; Οποιοσδήποτε νομικός αυθόρμητα θα χαιρέτιζε τo μοντέλο του ενός και μοναδικού Κώδικα για επιχειρήσεις και ιδιώτες, το οποίο διευκολύνει σε ύψιστο βαθμό το ενιαίο της ερμηνείας και εφαρμογής του, σε αντίθεση με το αποσπασματικό μωσαϊκό που γνωρίσαμε. Από την άλλη, ένας Κώδικας για τους πάντες δε σημαίνει και μία λύση για τα πάντα. Ούτε θα πρέπει αδιακρίτως το σύνολο των υποθέσεων να οδηγείται στη χοάνη της πτώχευσης. Οφειλέτες, πιστωτές, λειτουργοί και εφαρμοστές του δικαίου από το πόστο τους και στο βαθμό που τους αναλογεί δεν μπορούν να έχουν άλλη επιλογή από το να εξαντλήσουν κάθε ρεαλιστική πιθανότητα διάσωσης εκείνων και όσων επιδείξουν ειλικρίνεια και διάθεση να μοχθήσουν για το δικαίωμα στη «Δεύτερη Ευκαιρία».