Αντίθετα με την ευρέως διαδεδομένη άποψη, η έκρηξη της πανδημίας COVID-19 δεν ήταν ένα πολύ σπάνιο γεγονός, ένας «μαύρος κύκνος» (στην ορολογία του φίλου μου, καθ. Nassim Taleb): ήταν απόλυτα προβλέψιμο, και πολλοί σκεπτόμενοι άνθρωποι, μεταξύ αυτών και ο Bill Gates, χρόνια νωρίτερα, είχαν προειδοποιήσει.

Ο μεγάλος κίνδυνος, σύμφωνα με τον N. Taleb, είναι η υπερβολική «συνδεσιμότητα» (connectivity) της ζωής μας: τα παγκόσμια δίκτυα, είτε φυσικά (αγαθών και ανθρώπων) είτε εικονικά (κοινωνικά και δεδομένων), δημιουργούν ένα πιο αλληλεξαρτώμενο, άρα και πιο εύθραυστο παγκόσμιο σύστημα που αναπόφευκτα ενσωματώνει περισσότερους ακραίους κινδύνους, αυτό που ονομάζουμε στη στατιστική «παχιές ουρές των κατανομών» (distribution fat tails): παθογόνα μικρόβια, ιούς λογισμικού, επιθέσεις χάκερ, τρομοκρατικές επιθέσεις, ή και απρόσεκτες ενέργειες επιχειρήσεων και κυβερνήσεων. Έτσι το μικρό πετραδάκι ενός αρνητικού γεγονότος σε μια άκρη της Γης κατρακύλησε στην πλαγιά με όλο και μεγαλύτερη ταχύτητα, απέκτησε όλο και μεγαλύτερο όγκο και κατέληξε σε παγκόσμια κατάρρευση.

Ενώ λοιπόν η εξάπλωση της πανδημίας αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά στο υγειονομικό επίπεδο χάρη στο ανάχωμα της κοινωνικής αποστασιοποίησης που, νωρίτερα ή αργότερα, κατασκεύασαν όλες οι χώρες, ετοιμαζόμαστε πια να άρουμε τα περιοριστικά μέτρα και να επιστρέψουμε στην περιβόητη «κανονικότητα».

Θα γίνουν όμως όλα όπως πριν; Ποια θα είναι η επόμενη μέρα;

Από τότε που άρχισε η συζήτηση γύρω από την αντιμετώπιση των οικονομικών επιπτώσεων της πανδημίας, η πλειονότητα των άρθρων, ειδικών και μη, επικεντρώθηκε, εσφαλμένα κατά την άποψή μου, σε δύο άξονες: την άμεση ενίσχυση των πληγέντων, βασικά μέσω δημοσιονομικών μέτρων (επιδοτήσεις) αλλά και νομισματικών (αύξηση της κυκλοφορίας του χρήματος από το «ελικόπτερο») και μια πανευρωπαϊκή συμφωνία χρηματοδότησης του χρέους που θα προκύψει (ευρωομόλογο).

Οι επιδοτήσεις ήταν μεν απαραίτητες ώστε να μην καταρρεύσουν τα νοικοκυριά που βρέθηκαν χωρίς απασχόληση από τη μία μέρα στην άλλη, διοχετεύθηκαν όμως μόνο σε καταναλωτικές, ανελαστικές δαπάνες βασικής διαβίωσης. Η πολλαπλασιαστική τους επίδραση είναι ούτως ή άλλως χαμηλή, μιλάμε όμως και για μια περίοδο που το σύνολο σχεδόν των εμπορικών καταστημάτων ήταν κλειστό, άρα τα χρήματα αυτά δεν είχαν κανένα θετικό αποτέλεσμα στην οικονομία πέραν της (εξόχως σημαντικής) επιβίωσης για τους πληγέντες συμπολίτες μας. Με άλλα λόγια, δεν πρέπει να συγχέονται από τους οικονομολόγους με κρατικές δαπάνες μετά τη λήξη ενός πολέμου ή μιας κρίσης (βλ. 1929 στις ΗΠΑ) οι οποίες, μέσω ενός ισχυρού πολλαπλασιαστή, έδωσαν μεγάλη ώθηση στην πραγματική οικονομία.

Από την άλλη, η έκδοση ενός ομολόγου που αμοιβαιοποιεί το χρέος σε όλες τις χώρες της ΕΕ δεν είναι ούτε μια εύκολη ούτε και η καλύτερη λύση. Οι Βόρειες χώρες αμφέβαλαν για τη δημοσιονομική διαχείριση που θα έκαναν στη συνέχεια οι χώρες του Νότου· οι τελευταίες δεν δέχθηκαν κανενός είδους «μνημόνιο» μιας και η κρίση είναι «εξωγενής», οφείλεται σε «ανωτέρα βία». Έτσι, αν η ΕΕ έπαιρνε μια τέτοια απόφαση, οι μελλοντικοί τριγμοί στα θεμέλιά της από ρεύματα εθνικής κυριαρχίας ένθεν κακείθεν θα οδηγούσαν στην κατάρρευσή της. Φυσιολογικά, μια τέτοια λύση απομακρύνθηκε.

Καλώς ή κακώς, δεν υπάρχει τώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση το αίσθημα του φεντεραλισμού που θα μπορούσε να δώσει τη λύση. Μην ξεχνάμε άλλωστε πως η Αναδοχή Χρέους (Funding Act of 1790) που έγινε στις ΗΠΑ αμέσως μετά το πέρας του Πολέμου της Ανεξαρτησίας συνέβη ταυτόχρονα με τη δημιουργία Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ. Κατά παραλληλία, αυτό που χρειάζεται η ΕΕ είναι πρώτα η δημιουργία ενός αντίστοιχου θεσμού που θα έχει την ευθύνη της μιας «βασικής δημοσιονομικής πολιτικής» με υποχρεωτική ισχύ για όλα τα μέλη της και, στη συνέχεια, την έκδοση «ομολόγων Χάμιλτον» που θα εκδίδουν πραγματικά «ευρωπαϊκό χρέος» και θα το αποπληρώνουν με πραγματικούς ευρωπαϊκούς φόρους ή δασμούς.

Δυστυχώς, φαίνεται να είμαστε πολύ μακριά από αυτή την κατάσταση. Αντ’ αυτής, και παρά τις εκτιμήσεις ακόμα και του ΔΝΤ για τη χειρότερη ύφεση από το 1930, όλοι μιλούμε για σταδιακή επαναφορά στην κανονικότητα, για προσωρινή τόνωση της ζήτησης «ωσότου οι οικονομίες ανακάμψουν» κ.λπ. Το μεγάλο σφάλμα που κάνουμε εδώ είναι πως πιστεύουμε, με μεγάλη αφέλεια, πως το αύριο θα είναι περίπου όπως το χθες. Για να συνεχίσω το λεκτικό του Taleb, εστιάζουμε στο κέντρο της κατανομής, στον μέσο όρο, και παραβλέπουμε τις δυνητικά θανατηφόρες ακραίες τιμές, τις «παχιές ουρές», γεγονότα που φαίνονται στατιστικά απίθανα αλλά συνεισφέρουν περισσότερο στα τελικά αποτελέσματα, με τις αλυσιδωτές αντιδράσεις τους.

Επιπρόσθετα, η χώρα μας είναι από τις πιο ευάλωτες χώρες της Ευρώπης στον κορωνοϊό, όπως παρουσιάζεται σε πρόσφατη μελέτη της Oxford Economics που κοινοποιήθηκε από τον ΣΕΒ: το μικρό μερίδιο της μεταποίησης στην οικονομία μαζί με το μεγάλο ποσοστό αυτοαπασχολούμενων και ελεύθερων επαγγελματιών, το μεγάλο τμήμα πληθυσμού άνω των 65 ετών, η σημαντική εξάρτηση της οικονομίας από τον τουρισμό, και το σχετικά μικρό μέγεθος των ελληνικών επιχειρήσεων μεγεθύνουν την επίπτωση της κρίσης στην ελληνική οικονομία. Άλλο πράγμα να ανοίξουν ξανά οι επιχειρήσεις και τα εργοστάσια, άλλο να πείσεις τον καταναλωτή να αψηφήσει τον ιό και να βγει να ψωνίσει, να φάει και να ταξιδέψει.

Έχουμε ήδη πολλές ενδείξεις πως το αύριο δεν θα είναι όπως το χθες. Έρευνα του Πανεπιστημίου Harvard T.H. Chan School of Public Health μιλά για διαλείπουσα (intermittent) κοινωνική αποστασιοποίηση μέχρι το 2022 (!) για να εξαλειφθεί ο κίνδυνος νέα εξάπλωσης του κορωνοϊού. Ο τριτογενής τομέας των υπηρεσιών έχει πληγεί πολύ σοβαρά, ίσως ανεπανόρθωτα: εγχώριες έρευνες (Ινστιτούτο Χρημ/κού Αλφαβητισμού), βασισμένες στις τουριστικές αγορές ΗΠΑ και Αυστραλίας, μιλούν για σίγουρη απώλεια της φετινής τουριστικής περιόδου για τη χώρα μας, πιθανώς και της επόμενης του 2021. Η χρήση βραχυπρόθεσμης ενοικίασης μέσω δικτυακής πλατφόρμας (βλ. Airbnb) έχει περίπου μηδενιστεί και δεν αναμένεται να ανακάμψει μεσοπρόθεσμα, όπως άλλωστε και άλλες πλατφόρμες της λεγόμενης «οικονομίας διαμοιρασμού» (βλ. Uber, WeWork) που βρέθηκαν κοντά στην χρεωκοπία ήδη πριν την έλευση του COVID-19. Ιταλοί ξενοδόχοι προτείνουν να κατασκευαστούν κουκούλια από πλεξιγκλάς (!!) στις παραλίες για να προστατεύονται οι λουόμενοι ενώ μεγάλη αεροπορική εταιρεία ανακοινώνει πως τα αεροσκάφη θα εφοδιαστούν με πλαστικά προστατευτικά μεταξύ των επιβατών, θα υπάρχουν κενές σειρές καθισμάτων και δεν θα παρέχονται ζεστά γεύματα και περιοδικά. Ένα γεύμα σε εστιατόριο θα είναι πλέον είδος πολυτελείας: λιγότερα τραπέζια (λόγω ελάχιστης απόστασης) σημαίνει αυτόματα αύξηση τιμών. Οι μεγάλες παρέες, χαρακτηριστικό των μεσογειακών γλεντιών μας και κανάλι έκφρασης του κεφιού μας, θα μπουν στο μικροσκόπιο (Τον/την ξέρω; Είναι υγιής; Αρρώστησε ήδη κάποιος στην οικογένειά του;) Πόσο γρήγορα θα ξαναπάμε σε κλειστά σινεμά για να δούμε μια ταινία τώρα που συνηθίσαμε το Netlix; Και οι βόλτες στα μεγάλα εμπορικά κέντρα; Τα καλοκαιρινά ταξίδια στα νησιά που ξέραμε, στοιβαγμένοι μεν αλλά ξένοιαστοι στα καράβια;

Το ταξίδι μετά τον COVID-19 θα χαρακτηρίζεται από ακριβότερες τιμές, λιγότερους προορισμούς, ιατρικούς ελέγχους πριν την αναχώρηση και μια (ακόμα μεγαλύτερη) αίσθηση δυσφορίας κατά τη διάρκειά του. Μα όλα αυτά αλλοιώνουν πλήρως την εικόνα του τουρισμού που όλοι γνωρίζουμε και αγαπάμε: αν είναι να πληρώσω τα διπλάσια από σήμερα για να ταξιδέψω φασκιωμένος, χωρίς περιποίηση καμπίνας για 5-6 ώρες, ώστε να έρθω για μπάνια στη Μεσόγειο όπου θα παίρνω αριθμό προτεραιότητος για να μπω στη θάλασσα και θα κάνω ηλιοθεραπεία μέσα σε πλαστικό κοντέινερ, γιατί να το κάνω; Στην καλύτερη περίπτωση, θα το αναβάλλω για 1-2 χρόνια μέχρι να «στρώσουν τα πράγματα»…

Και μετά είναι το «δεύτερο κύμα»: δεδομένου ότι η αρχική καραντίνα διατάχθηκε για να προστατευθεί το ύψιστο αγαθό που είναι η δημόσια υγεία, δεν θα πρέπει να καταφύγουμε ξανά σε αυτή αν, ο μη γένοιτο, επανεμφανιστεί ο κορωνοϊός το φθινόπωρο; Ιστορικά γνωρίζουμε πως όλες οι πανδημίες του παρελθόντος εμφανίστηκαν σε κύματα: ο λοιμός της αρχαίας Αθήνας χτύπησε το 430πΧ, το 429πΧ και το 427πΧ. Το ίδιο και ο Μαύρος Θάνατος τον 14ο αι, η ευλογιά τον 18ο αι. και η ισπανική γρίπη, την άνοιξη του 1918 και ξανά το 1919. Θα έχουμε δηλαδή έναν (μακρύ ; ) κύκλο άγχους και ανησυχίας (stress and worry): το νέο κύμα κρουσμάτων θα οδηγεί σε μια νέα καραντίνα κ.ο.κ. Μέχρι πότε θα μπορούμε να ζήσουμε έτσι; Και, αφού έχουμε ακόμα στην Ελλάδα χαμηλό αριθμό κρουσμάτων, μήπως δεν θα έχουμε αρκετή «ανοσία της αγέλης» το χειμώνα;

Οι περισσότεροι αναλυτές και δημοσιογράφοι, όταν μιλούν για τις αλλαγές που έφερε η πανδημία του COVID-19 στη ζωή μας, τονίζουν τα θετικά περί της τεχνολογίας: τηλε-εκπαίδευση, ψηφιακή πλατφόρμα πιστοποιητικών, τηλεδιασκέψεις, κ.λπ. Δεν μιλούν όμως για την πολύ σκληρή πραγματικότητα που έρχεται και για την οποία η Ελλάδα δεν είναι προετοιμασμένη. Αν βγουν αληθινές οι εκτιμήσεις της Deutsche Bank πως οι ΗΠΑ θα ανακτήσουν μόνο το 40% του ΑΕΠ που χάθηκε κατά τη διάρκεια της κρίσης, καλύτερα να μην υπολογίσουμε πού μπορεί να βρισκόμαστε εμείς το Δεκέμβριο. Η Moody’s μιλά για ύφεση 21% το 2020 (στο άσχημο σενάριο), ο ΟΟΣΑ για αρνητική επίπτωση στο ΑΕΠ από το lockdown, γύρω στο 35% (χωρίς αντισταθμιστικά μέτρα) !

Θα πει κανείς: «πέραν από τις δυσοίωνες προβλέψεις, τι έχετε αγαπητέ να προσφέρετε στον διάλογο αυτό;» Η απάντηση είναι μία και δύσκολη: αφού η κρίση χρέους που ζήσαμε για 10 χρόνια δεν μας έπεισε να αλλάξουμε όσο χρειάζεται, αυτή ίσως είναι η δεύτερη ευκαιρία μας. Μεταρρυθμίσεις λοιπόν σε πολλά πεδία: λιγότερη γραφειοκρατία, γρηγορότερη απόδοση δικαιοσύνης, απλοποίηση της φορολογικής νομοθεσίας, ενίσχυση της μεταποίησης έναντι του τουρισμού που αποδεικνύεται εξαιρετικά ευάλωτος σε εξωγενείς παράγοντες (ιούς, μετεωρολογία, τοπικές συρράξεις), και βεβαίως, αναμόρφωση ουσιαστική της παιδείας μας με προγράμματα που θα εκμεταλλεύονται μεν τις νέες τεχνολογίες και ηλεκτρονικές πλατφόρμες μάθησης, αλλά και θα προσφέρουν ουσιαστική μόρφωση, όχι «δεξιότητες» στα παιδιά μας, ενισχύοντας τη Γλώσσα, τις Φυσικές Επιστήμες, τις Τέχνες.

Και όλη αυτή η αλλαγή μπορεί να γίνει με καλύτερους όρους: χωρίς αναγκαστικά πλεονάσματα που προκαλούν ασφυξία, με αισθητά καλύτερη διεθνή εικόνα λόγω της επιτυχίας μας στο υγειονομικό πεδίο, και με την ανάδειξη μιας νέας γενιάς ανθρώπων σε θέσεις ευθύνης. Και πάνω από όλα, με συναίσθηση πως αλλάζουμε όχι γιατί μας το επιβάλλουν αλλά γιατί το επιθυμούμε πραγματικά.