Το ότι ο κόσμος γύρω μας αλλάζει ταχύτατα τείνει να αποτελεί την πλέον προσφιλή εισαγωγή για σχεδόν όλα τα άρθρα για την οικονομία. Ο λόγος είναι προφανής.

Οι ταχύτητες, το εύρος και το βάθος των τεχνολογικών αλλαγών είναι πρωτοφανείς. Πλέον, εγκαταλείπουμε την εποχή όπου οι μηχανές αποτελούσαν εργαλεία βοήθειας προς τον άνθρωπο για διάφορες εργασίες και προσεγγίζουμε αυτήν όπου ορίζονται νέα όρια και νέα πλαίσια συνεργασίας μεταξύ μηχανών και ανθρώπων. Αυτό είναι και η ουσία της 4ης βιομηχανικής επανάστασης και η μεγάλη της διαφορά από τις υπόλοιπες.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της νέας εποχής ως προς τη βιομηχανική παραγωγή είναι και τα ρομπότ. Το πρώτο χρησιμοποιήθηκε το 1961 και σήμερα είναι 2,5 εκατομμύρια, ενώ 422.000 από αυτά πουλήθηκαν το 2018, τη στιγμή που ο ρυθμός αύξησης αναμένεται να επιταχυνθεί. Η παρουσία τους αλλάζει τα παραγωγικά δεδομένα, δημιουργεί νέα προοπτική, αλλά και νέες ανταγωνιστικές πιέσεις στις επιχειρήσεις. Παράλληλα, δημιουργεί και ανασφάλεια στο ανθρώπινο δυναμικό που νιώθει να απειλούνται πολλές δουλειές.

Τα ρομπότ πραγματοποιούν ολοένα και πιο σύνθετες εργασίες, αποκτώντας ολοένα μεγαλύτερη σημασία και ρόλο στην παραγωγή, ιδιαίτερα σε βιομηχανίες όπως τα τρόφιμα, τα μέταλλα, το logistics και άλλα. Λειτουργούν κυρίως ως βραχίονες, μεταφορικά μέσα ή υπηρεσίες (όπως πχ, το άρμεγμα). Η αυξανόμενη χρήση τους διεθνώς αυξάνει τις ανταγωνιστικές πιέσεις και δυσχεραίνει την ισότιμη συμμετοχή των ελληνικών επιχειρήσεις στις διεθνείς αγορές, καθώς τα ρομπότ, μεταξύ άλλων, συμβάλουν στην παραγωγικότητα, στην αποδοτικότητα και στην ακρίβεια της παραγωγής.

Για τις επιχειρήσεις, η αυτοματοποίηση αποτελεί σημαντική ανταγωνιστική προϋπόθεση, αλλά και παράγοντα επιβίωσης. Είναι όμως απειλή για την εργασία; Όχι απαραίτητα. Τα επαγγέλματα που θα εκλείψουν λόγω των ρομπότ υπολογίζονται στο 5% του συνόλου. Αντίστοιχα, άλλα θα αναβαθμιστούν, και πολλά, που σήμερα δεν υπάρχουν, θα δημιουργηθούν στο μέλλον είτε στην ίδια αλυσίδα αξίας, είτε αλλού. Αυτό είδαμε και σε πρόσφατη έρευνα του ΣΕΒ σε 831 επιχειρήσεις άνω των 30 ατόμων, που έδειξε πως η πλειονότητα των επιχειρήσεων που επένδυσαν σε αυτοματοποιημένα συστήματα ανάμεναν σημαντική αύξηση των θέσεων εργασίας τον επόμενο χρόνο.

Παράλληλα, ένα νέο οικοσύστημα δημιουργείται με επαγγέλματα και δραστηριότητες που αφορούν στην εγκατάσταση και συντήρησή των ρομπότ, τις νέες τους τεχνολογίες, αλλά και τις αναγκαίες νέες ψηφιακές, τεχνικές και διοικητικές ικανότητες (Chief Robot Officer) που απαιτούνται στη νέα εποχή. Την ίδια στιγμή, διαφαίνεται ακόμα και επαναφορά βιομηχανικών δραστηριοτήτων στην Ευρώπη και αλλού (reshoring). Φαίνεται λοιπόν πως τα ρομπότ περισσότερο υποκαθιστούν καθήκοντα, παρά θέσεις εργασίας και ειδικότερα, καθήκοντα χαμηλών δεξιοτήτων, κυρίως μονότονα και επαναληπτικά, ενώ τα νέα που δημιουργούνται έχουν υψηλότερες απαιτήσεις κατάρτισης.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του CEDEFOP, 6 στους 10 Έλληνες εργαζόμενους φοβούνται την απαξίωση των δεξιοτήτων τους, ενώ και το 23,4%, των θέσεων εργασίας αντιμετωπίζει πολύ υψηλή πιθανότητα αυτοματοποίησης, με άλλο 35,3% να αντιμετωπίζει πιθανότητα σημαντικής αλλαγής. Όμως, από τη στιγμή που για πολλές επιχειρήσεις η ταχεία υιοθέτηση τεχνολογικών εξελίξεων αποτελεί παράγοντα επιβίωσης στις διεθνείς αγορές, είναι κρίσιμο ο δημόσιος διάλογος να μην διεξαχθεί αφοριστικά. Χωρίς τέτοιου είδους επενδύσεις, πολλές επιχειρήσεις θα φθίνουν με πολύ ευρύτερες συνέπειες.

Είναι σημαντικό να συζητηθούν τόσο, το ρυθμιστικό πλαίσιο και η ανάγκη ισορροπημένης προσέγγισης, όσο και θέματα που αφορούν στην υγιεινή και ασφάλεια στην εργασία. Κυρίως όμως, η συζήτηση επανέρχεται στις γνώσεις και δεξιότητες του ανθρώπινου δυναμικού και στην, ολοένα και πιο επείγουσα, ανάγκη ουσιαστικής διασύνδεσής της εκπαίδευσης και κατάρτισης με την παραγωγική βάση.

Είναι πολύ κρίσιμο εργαζόμενοι, επιχειρήσεις και πολιτεία να διεκδικήσουν τη διαμόρφωση προγραμμάτων με άμεση σύνδεση με όλες τις νέες ανάγκες που δημιουργούνται σε ψηφιακές, τεχνικές και οριζόντιες δεξιότητες. Άλλωστε και αυτές αλλάζουν, όπως αλλάζουν μαζί με τις τεχνολογίες. Ως κοινωνία, ως οικονομία, ως εργαζόμενοι και ως πολίτες, καλούμαστε να προσαρμοστούμε στη νέα εποχή. Η βελτιστοποίηση αυτής της προσαρμογής απαιτεί την ενεργό συμμετοχή και το συντονισμό όλων των εμπλεκομένων. Επιχειρήσεις, κοινωνικοί εταίροι πάροχοι κατάρτισης, εργαζόμενοι και η πολιτεία θα πρέπει συνειδητοποιήσουν την απόλυτη προτεραιότητα που αποτελούν η γνώση και οι κατάρτιση και να επενδύσουν σε σύγχρονη δια βίου μάθηση για τις διαρκώς μεταβαλλόμενες αναγκαίες δεξιότητες.