Συγχρονισμένη επιβράδυνση ή πυροδότηση μιας νέας ύφεσης στην Ευρωζώνη; Έδωσε απάντηση η ΕΚΤ πριν ένα μήνα προσπαθώντας να παρατείνει έναν από τους μεγαλύτερους οικονομικούς κύκλους στην ιστορία; Υπάρχει ασφάλεια στο οικονομικό σύστημα αν όντως επιβεβαιωθούν οι φόβοι της ύφεσης;

Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα που ταλανίζουν την παγκόσμια οικονομική κοινότητα, που βρίσκεται εγκλωβισμένη σε ένα «σπιράλ» συνεχών μειώσεων των επιτοκίων και προγραμμάτων ποσοτικής χαλάρωσης. Ο φόβος είναι ορατός όσο το ρίσκο συνεχίζει να τιτλοποιείται και να εμπορεύεται και όσο οι κεντρικές τράπεζες τείνουν να περνούν το μήνυμα της κανονικότητας μέσα από τη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής.

Το ζήτημα είναι πόση χαλάρωση μπορεί να προσφέρει η ΕΚΤ και τι εργαλεία έχουν απομείνει στο οπλοστάσιο της προκειμένου να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο μιας παρατεταμένης επιβράδυνσης της Ευρωζώνης.

Τα προηγούμενα χρόνια πριν ξεσπάσει μία κρίση όπως εκείνη του 2008 υπήρχαν ορατά σημάδια είτε μέσω της υπερβολικής ευφορίας στις αγορές, είτε μέσω της αύξησης των χρεοκοπιών. Πλέον τα σημάδια των πιέσεων δεν είναι αυτά.

Οι γεωπολιτικές εντάσεις, ο εμπορικός προστατευτισμός του Ντόναλντ Τραμπ, η εκτόξευση του παγκόσμιου χρέους και η αλαζονεία των αγορών που δείχνουν να μην έχουν πάρει το μάθημα τους από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, είναι ικανές συνθήκες για να προκαλέσουν αλυσιδωτές αντιδράσεις, καθώς και μια οικονομική βουτιά που θα είναι δύσκολο να αντιμετωπιστεί. Και θα είναι δύσκολο γιατί πλέον δεν υπάρχει η δυναμική της «ατμομηχανής», της Γερμανίας, που θα μπορέσει να τραβήξει ολόκληρη την Ευρωζώνη από μια ύφεση, διατηρώντας υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Η «υγεία» της γερμανικής οικονομίας είναι το οξυγόνο για την Ευρώπη και αποτελεί βαρόμετρο για την ευημερία της. Η οικονομία της Γερμανίας είναι σχεδιασμένη στο «εξωτερικό περιβάλλον» και στους κινδύνους που μπορεί να ενέχει αυτό, μιας και παράγει και εξάγει αυτοκίνητα, μηχανήματα και χημικά της τάξης του 23% του συνολικού ΑΕΠ της χώρας. Αν λοιπόν ο εμπορικός «πολέμος» ΗΠΑ – Κίνας συνεχίσει να διατηρεί σιδηροδέσμια την παγκόσμια οικονομία, τότε η γερμανική οικονομία θα περιέλθει σε μια ήπια ύφεση ενέχοντας τον κίνδυνο να αποτελέσει βαρίδι για τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης, δημιουργώντας ένα ντόμινο αρνητικών εξελίξεων.

Αυτός είναι και ο ισχυρός πονοκέφαλος για την ΕΚΤ που προσπαθεί να μετακινήσει τον «δυσκίνητο» γερμανικό άξονα προς ένα οικονομικό πλάνο αύξησης των δαπανών, πριν είναι αργά. Όσο και να μειώνει τα ήδη αρνητικά επιτόκια η ΕΚΤ, πράγμα που σημαίνει ότι οι τράπεζες χρεώνονται για να εμπιστεύονται τη ρευστότητά τους στο Ευρωσύστημα, αν οι κυβερνήσεις των κρατών – μελών της Ευρωζώνης δεν αυξήσουν το δημοσιονομικό τους πλάνο, ρίχνοντας ζεστό χρήμα στην αγορά, όλα τα μέτρα τόνωσης της ΕΚΤ θα γυρίσουν μπούμερανγκ...

Τα δείγματα γραφής της Γερμανίας αλλά και των υπόλοιπων χωρών που ακολουθούν την πολιτική της πορεία, παραμένουν αρνητικά μιας και στον ενιαίο προϋπολογισμό της Ευρωζώνης που καταρτίστηκε, ορίστηκε το ποσό των 17 δισ. ευρώ σε ορίζοντα επταετίας, πολύ χαμηλότερο από τα 50 δισ. ευρώ που ζητούσε η Γαλλία αλλά και η ΕΚΤ. Η αύξηση του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού δεν θα ήταν επωφελής μόνο για τις χώρες του «φτωχού» Νότου που χρόνια μαστίζονται από την κρίση και προσπαθούν να «σηκώσουν κεφάλι», αλλά και για τον άξονα που υποστηρίζεται από τη Γερμανία που κοντόφθαλμα μάλλον πιστεύει πως η παγκόσμια οικονομική επιβράδυνση δεν θα τους χτυπήσει την πόρτα.

Το φάντασμα λοιπόν-που επικαλείται και ο Καρλ Μαρξ στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο- έχει όνομα στην Ευρωζώνη και λέγεται Γερμανία.