Σάββατο απόγευμα κι αποφασίζεις να αλλάξεις παραστάσεις. Κάπως έτσι επισκέπτεσαι ένα πολυδιαφημισμένο μαγαζί του κέντρου της Αθήνας, το οποίο ανήκει «στα καλύτερα του κόσμου στο είδος του»,  για να απολαύσεις από τον καφέ σου έως ένα ποτό.

Έχοντας διαβάσει διθυραμβικές κριτικές, η διάθεση χαλάει όταν αντιλαμβάνεσαι πως σε εξυπηρετούν με το ζόρι και χωρίς ίχνος ευγένειας - για χαμόγελο δεν το συζητάμε καν. Να σημειωθεί πως φυσικά και δεν έχεις δώσει δείγματα ότι σκοπεύεις να μην πληρώσεις, οπότε και πράγματι θα σου έκαναν χάρη.

Καθώς απολαμβάνεις τον καφέ σου που είναι όντως καλός και χαζεύεις την σελίδα της επιχείρησης στο κοινωνικό δίκτυο η υποψία σου για την αγενή εξυπηρέτηση επιβεβαιώνεται. Πολλές αναρτήσεις, με πολύ παλαιότερη ημερομηνία, περιγράφουν παρόμοια περιστατικά και εκφράζουν έντονη δυσαρέσκεια.

Παρόλα αυτά το ζήτημα δεν φαίνεται να έχει απασχολήσει σοβαρά τον ιδιοκτήτη. Και κάπου εκεί είναι που σου έρχεται στο νου το ρητό του θυμόσοφου λαού: «Όπου ακούς πολλά κεράσια κράτα και μικρό καλάθι», ειδικά όταν πρόκειται για το επιχειρείν στη χώρα μας.

Το παραπάνω είναι ένα μόνο παράδειγμα μαγαζιού εστίασης στο κέντρο της Αθήνας που σε βάζει σε δυσάρεστες σκέψεις για τους επαγγελματίες της χώρας μας... Λαμβάνοντας υπόψη και τα στατιστικά δεδομένα οι σκέψεις χειροτερεύουν.

Πράγματι τα τελευταία χρόνια η χώρα μας καταγράφει αρνητικό ρεκόρ στην ίδρυση επιχειρήσεων, με το 2015 να σημειώνει την χαμηλότερη επίδοση της πενταετίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Γενικού Eμπορικού Mητρώου (ΓEMH) από τις αρχές του προηγούμενου έτους έως και τις 15 Δεκεμβρίου 2015 είχαν συσταθεί σε όλη την Eλλάδα 29.080 επιχειρήσεις όλων των νομικών μορφών, δηλαδή 33,22% λιγότερες σε σχέση με το 2012, χρονιά με τη μεγαλύτερη ύφεση.

Επίσης, την ώρα που η ανεργία των νέων αγγίζει το 45%, η Ελλάδα μετατρέπεται σε χώρα καφενείου και καφενόβιων. Αρκεί να σημειωθεί πως μία στις πέντε εκ των επιχειρήσεων που άνοιξαν τον τελευταίο χρόνο, δραστηριοποιούνται στον κλάδο της εστίασης και κυρίως των μπαρ/καφέ. Το ότι δεν θα μπορέσουν να επιβιώσουν 10 σουβλατζίδικα και 20 καφέ-μπαρ σε μια γειτονιά, είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο. Αυτό όμως δεν είναι το μόνο πρόβλημα.

Το βασικότερο επιχείρημα όσων αποφασίζουν να δραστηριοποιηθούν στον συγκεκριμένο κλάδο είναι πως δεν χρειάζεται ειδίκευση για μια τέτοιου είδους επιχείρηση.  Βέβαια αυτό είναι βασικό επιχείρημα και για πολλούς άλλους κλάδους, όπως για παράδειγμα ο τουριστικός. Τα παραδείγματα καταλυμάτων που άνοιξαν επειδή βρέθηκε μια κληρονομιά και συνεχίζουν να υπάρχουν χωρίς να πληρούν καμία προδιαγραφή είναι πολυάριθμα.

Αυτό ακριβώς το βασικότερο επιχείρημα καταλήγει να είναι και το βασικότερο μειονέκτημα…

Αν θέλουμε βεβαίως η θεώρηση να είναι ολοκληρωμένη, θα πρέπει να αναλογιστούμε και να αναφέρουμε πως πολλές εκ των επιχειρήσεων ανοίγουν χωρίς συγκεκριμένο πλάνο στο βωμό του ευκαιριακού ή γρήγορου κέρδους. Απαίδευτοι επαγγελματίες οι οποίοι αντιγράφουν μια ιδέα χωρίς να αντιλαμβάνονται την ανάγκη ανάπτυξης δεξιοτήτων στο επιχειρείν, είναι σύνηθες μοντέλο όχι μόνο της χώρας μας.

Σχεδόν οι μισοί νέοι της Ε.Ε προτιμούν να γίνουν επιχειρηματίες και αυτοαπασχολούμενοι παρά υπάλληλοι, σύμφωνα με έρευνα του ΟΟΣΑ. Ως αποτέλεσμα, αυξάνεται διαρκώς ο αριθμός των επιχειρήσεων οι οποίες όμως παρά τον ενθουσιασμό των ιδρυτών τους αποδεικνύονται βραχύβιες ελλείψει σχεδιασμού.

Ειδικά βέβαια για την περίπτωση της Ελλάδας ένα ακόμα πρόβλημα είναι και το απαίδευτο καταναλωτικό κοινό. Αρκεί να αναφέρω ότι αποχωρώντας από το μαγαζί ακούστηκε η ερώτηση «πότε θα ξανάρθουμε». Αδίκως προσπάθησα να αντιτείνω πως το ποτέ δεν ήταν επιλογή αλλά υποχρέωση. Όταν οι υπηρεσίες που σου προσφέρονται δεν σε καλύπτουν, η λογική αντίδραση είναι να μην τις χρησιμοποιήσεις ξανά κι όχι να συνεχίσεις να αρέσκεσαι στην ελλιπή εξυπηρέτηση επειδή αυτή συγκαταλέγεται στα τρεντ hot spot της πόλης.

Όπως και να’ χει όμως το αποτέλεσμα είναι ίδιο: συνεχίζουμε να επιχειρούμε χωρίς σχεδιασμό και να γκρινιάζουμε όταν το εγχείρημα αποτυγχάνει, όπως και συνεχίζουμε να επισκεπτόμαστε καταστήματα με προβληματική εξυπηρέτηση ή προϊόντα συνεχίζοντας να διαμαρτυρόμαστε γι’ αυτά. «Τις πταίει»;

Ουδείς ξέρει και μάλιστα σε μια Ελλάδα που θα αναδιαμορφώσει τον επιχειρηματικό της χάρτη, με τον νέο αναπτυξιακό νόμο στα σκαριά και με τη διαχείριση ή πώληση των επιχειρηματικών δανείων που θα ακολουθήσει τους επόμενους μήνες.

Κατά την επιστροφή στο σπίτι τον προβληματισμό ήρθε να επεκτείνει κι ένα ακόμα ερώτημα: «πώς θα υπάρξει επιχειρηματική παιδεία σε μια Ελλάδα που αλλάζει φορολογικό καθεστώς και αναπτυξιακούς νόμους κάθε Πάσχα και Χριστούγεννα. Ακόμα δηλαδή κι αν είχαν επιχειρηματικό πλάνο θα μπορούσε να είναι κάτι άλλο εκτός από βραχυπρόθεσμο;».