Οι τέσσερεις νεκροί έξω από το Καπιτώλιο, θα στοιχειώνουν από δω και μπρος την σταθερότητα της διακυβέρνησης Μπάιντεν, καθώς σημαδεύουν με αιματηρό τρόπο την εσωτερική διάσπαση και κρίση στο πολιτικό και οικονομικό καθεστώς της ισχυρότερης οικονομίας του πλανήτη.

Ταυτόχρονα όμως η επιλογή Τράμπ για μία επεισοδιακά βίαιη «μετάβαση» ανοίγει τον Ασκό του Αιόλου και «μεταφέρει» από το 2020 στο 2021, όλες τις ανοικτές πληγές του Annus Horribilis, αλλάζοντας σημαντικά δεδομένα και οικονομικούς σχεδιασμούς της διακυβέρνησης Μπάιντεν.

Από την 20 η Ιανουαρίου, ημέρα «ενθρόνισής» του στον Λευκό Οίκο, ο πρόεδρος Μπάϊντεν, έχει να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της προειδοποίησης Φάουτσι, σύμφωνα με την οποία, παρά την έναρξη της καμπάνιας εμβολιασμού, «τα χειρότερα της πανδημίας είναι ακόμα μπροστά μας…».

Το μοναδικό οικονομικό «εφόδιο» του Μπάιντεν μπροστά σ΄ αυτό το εφιαλτικό τετράμηνο – πέρα από τις προσδοκίες του εμβολιασμού και τα «τυπογραφεία» της Fed - είναι το «μαξιλάρι» που αφήνει στην Γιέλλεν, ο προκάτοχός της Μνούχιν, ο «ΥΠΟΙΚ» του Τράμπ.

Και το οποίο ανέρχεται σε 1,3 τρισ. δολ. που παραμένουν προς χρήση, ως ταμειακό υπόλοιπο από το μέχρι σήμερα δανειακό πρόγραμμα του 2020.

Αξιοσημείωτο είναι ότι αντίστοιχο «μαξιλάρι» έχει δημιουργήσει και η γερμανική κυβέρνηση κρατώντας στην άκρη ένα μεγάλο μέρος του δανεισμού του 2020. Με άλλους όρους, θα μπορούσε να παρομοιάσει κανείς αυτά τα «μαξιλάρια» με το αποθεματικό των 32 δις ευρώ που έχει στην άκρη το ελληνικό δημόσιο από τον Ιούνιο του 2018…

Μπορεί η κυβέρνηση Μπάιντεν να διατρέξει το ναρκοπέδιο μέχρι την εκτόνωση της πανδημίας, κάνοντας χρήση μόνο του «μαξιλαριού» αυτού, όπως αρχικά είχε στο πρόγραμμά της; Και να ενεργοποιήσει μέσα στο χρονοδιάγραμμα αυτό την σταδιακή απόσυρση των παρεμβάσεων της FED;

Η απάντηση, όπως τουλάχιστον φαίνεται να διαμορφώνεται από τα μέσα οικονομικής ανάλυσης που παρακολουθούν τον σχεδιασμό της νέας κυβέρνησης είναι ένα «μάλλον όχι».

Η Fed, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις αυτές, θα παραμείνει ενεργή με υψηλούς ρυθμούς και το 2021, καθώς η νέα κυβέρνηση θα πρέπει να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα την ύφεση, τις συνέπειες των νέων κυμάτων της πανδημίας και τις πρωτοφανείς διαστάσεις της πολιτικής κρίσης. Και αυτό παρά το γεγονός ότι όπως όλα δείχνουν οι δημοκρατικοί θα ελέγχουν πλέον και τα δύο νομοθετικά σώματα, Βουλή και Γερουσία.

Η «προσαρμογή» αυτή, δηλαδή η διατήρηση της ενεργού δράσης της Fed μέσα στο 2021, όπως αναφέρεται αρμοδίως, οδηγεί στην σταθεροποίηση της τάσης διολίσθησης του δολαρίου έναντι του ευρώ σε επίπεδα που ίσως αγγίξουν και το 1/1,25 μέσα στο 2021, από το 1,22 – 1,23 που κινείται τους τελευταίους μήνες.

Δεν είναι παράδοξο κατά συνέπεια που ο «μαύρος χρυσός» έχει ανέβει στα 54 δολ. (Brend), πέραν της επίδρασης που έτσι κι αλλιώς έχει η απόφαση της Σαουδικής Αραβίας για περικοπή παραγωγής τους επόμενους μήνες.

Όπως δεν είναι παράδοξη και η αναθέρμανση της τιμής του χρυσού σε δολάρια που έχει και πάλι ξεπεράσει τα 1919 δολ/ουγγιά. Δεν είναι το πετρέλαιο και ο χρυσός που ακριβαίνουν, είναι το δολάριο που διολισθαίνει…

Και το μεγάλο ερωτηματικό πλέον τόσο για το διεθνές νομισματικό σύστημα, όσο και για την κυβέρνηση Μπάιντεν, είναι το πως θα χειρισθεί πλέον την διολίσθηση του δολαρίου, εντός και εκτός ΗΠΑ, σε ένα οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον, που ακόμα αιμορραγεί από τις πληγές της πανδημίας και της διακυβέρνησης Τράμπ.

Σε κάθε περίπτωση όλα τα σενάρια πλέον δείχνουν ότι το δολάριο θα συνεχίσει να παραμένει «χαμηλά», γεγονός που με την σειρά του αποτελεί ένα παράγοντα ενίσχυσης των πληθωριστικών τάσεων, ακόμα και σε συνθήκες οριζόντιας ύφεσης στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.

Αν σ’ αυτές τις συνθήκες οι μεγάλες κεντρικές τράπεζες συνεχίσουν να ρίχνουν ρευστότητα στις αγορές περίπου 1,3 δισ. δολ κάθε ώρα που περνάει, όπως έκαναν μέσα στο 2020, τότε το 2021 κινδυνεύει να είναι άλλο ένα αχαρτογράφητο τοπίο…