Σε «attractive» -από «neutral» προηγουμένως- αναβαθμίζει τις ευρωπαϊκές μετοχές η UBS, εκτιμώντας ότι η ευρωπαϊκή χρηματιστηριακή αγορά εισέρχεται σε μια νέα φάση και ότι η επόμενη διετία μπορεί να σηματοδοτήσει τον ισχυρότερο κύκλο αύξησης εταιρικών κερδών των τελευταίων ετών.
Ο οίκος θεωρεί ότι οι αγορές αφήνουν πλέον πίσω τους την περίοδο αβεβαιότητας που προκάλεσαν οι γεωπολιτικές εντάσεις και η ενεργειακή κρίση και στρέφουν την προσοχή τους στη βελτίωση των οικονομικών προοπτικών της Ευρώπης. Παράλληλα, αυξάνει την τιμή-στόχο του για τον δείκτη Euro Stoxx 50 στις 6.900 μονάδες με ορίζοντα τον Ιούνιο του 2027, από 6.600 μονάδες προηγουμένως, εκτιμώντας ότι υπάρχει περιθώριο ανόδου περίπου 10% από τα σημερινά επίπεδα, χωρίς να υπολογίζεται η μερισματική απόδοση.
Το τέλος της στασιμότητας
Όπως σχολιάζουν οι αναλυτές της UBS, τα τελευταία τρία χρόνια οι εισηγμένες εταιρείες της Ευρωζώνης κινήθηκαν ουσιαστικά σε περιβάλλον στασιμότητας κερδών, όμως πλέον διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις για έναν νέο ανοδικό κύκλο. Εκτιμούν ότι τα κέρδη των εταιρειών του Euro Stoxx θα αυξηθούν περίπου κατά 8% το 2026 και κατά 15% το 2027, οδηγώντας σε συνολική αύξηση της τάξης του 25% μέσα στη διετία.
Η ανάκαμψη αυτή στηρίζεται στην επανεκκίνηση της μεταποίησης, στη βελτίωση του ελέγχου στα κόστη, αλλά και στις μεγάλες επενδύσεις που πραγματοποιούνται σε τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη, η ηλεκτροκίνηση, τα κέντρα δεδομένων και η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία.
Ένα στοιχείο που διαφοροποιεί τη σημερινή συγκυρία είναι ότι η άνοδος δεν αναμένεται να περιοριστεί στις εταιρείες που σχετίζονται άμεσα με την τεχνητή νοημοσύνη. Μέχρι σήμερα, μεγάλο μέρος των αποδόσεων των ευρωπαϊκών χρηματιστηρίων προήλθε από τις εταιρείες ημιαγωγών, εξοπλισμού πληροφορικής και ηλεκτροδότησης. Ωστόσο, η UBS θεωρεί ότι η επόμενη φάση της αγοράς θα χαρακτηρίζεται από σημαντική διεύρυνση της ανόδου, με περισσότερους κυκλικούς κλάδους να συμμετέχουν στα κέρδη.
Αναβάθμιση για τις ευρωπαϊκές τράπεζες
Η σημαντικότερη αλλαγή στις επενδυτικές επιλογές της UBS αφορά τον τραπεζικό κλάδο, ο οποίος επίσης αναβαθμίζεται σε «attractive». Σύμφωνα με τον οίκο, οι ευρωπαϊκές τράπεζες εισέρχονται σε μια ιδιαίτερα ευνοϊκή περίοδο. Η αύξηση της ζήτησης για δάνεια, η έντονη δραστηριότητα στις κεφαλαιαγορές, η σταθεροποίηση των επιτοκίων και η αισθητά βελτιωμένη κερδοφορία δημιουργούν ένα θετικό περιβάλλον.
Μάλιστα, η UBS επισημαίνει ότι η απόδοση ιδίων κεφαλαίων (ROE) του κλάδου βρίσκεται πλέον στα υψηλότερα επίπεδα από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, ενώ οι ισχυροί ισολογισμοί επιτρέπουν στις τράπεζες να συνεχίσουν να προσφέρουν ελκυστικές διανομές προς τους μετόχους. Η μερισματική απόδοση του κλάδου υπολογίζεται σε 4,8%, επίπεδο που ο οίκος θεωρεί ανταγωνιστικό.

Οι κλάδοι που ξεχωρίζει
Πέρα από τις τράπεζες, η UBS διατηρεί θετική στάση και για άλλους τομείς της ευρωπαϊκής οικονομίας. Ξεχωρίζει τον κλάδο των καταναλωτικών αγαθών, και ειδικότερα τις εταιρείες πολυτελών ειδών, εκτιμώντας ότι οι αποτιμήσεις βρίσκονται κοντά στα χαμηλά του κύκλου, ενώ η ζήτηση σταδιακά σταθεροποιείται.
Θετικά αξιολογεί επίσης τη βιομηχανία, η οποία αναμένεται να ωφεληθεί τόσο από την οικονομική ανάκαμψη όσο και από τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις σε επαναπατρισμό παραγωγής, άμυνα, εξηλεκτρισμό και υποδομές τεχνητής νοημοσύνης.
Παράλληλα, διατηρεί θετική στάση για τον κλάδο της υγείας, λόγω του αμυντικού χαρακτήρα του, αλλά και των θετικών προοπτικών που δημιουργούν η γήρανση του πληθυσμού και η μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στη φαρμακευτική πολιτική των ΗΠΑ.
Top-picks
Με βάση τα παραπάνω, πρώτη επιλογή παραμένουν οι εταιρείες που συνδέονται με την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, όχι όμως αδιακρίτως. Η UBS δίνει έμφαση στις επιχειρήσεις που διαθέτουν ισχυρή τιμολογιακή δύναμη, υψηλή ορατότητα στο ανεκτέλεστο υπόλοιπο έργων και δυνατότητα να μετατρέψουν τη μεγάλη ζήτηση σε διατηρήσιμη κερδοφορία. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται εταιρείες όπως οι Prysmian, Siemens Energy, VAT Group, Huber+Suhner, ASML και BE Semiconductor Industries.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει επίσης η UBS στους ομίλους που αναμένεται να επωφεληθούν από τη δημοσιονομική επέκταση στην Ευρώπη. Η άμυνα εξακολουθεί να αποτελεί την πλέον χαρακτηριστική έκφραση αυτής της τάσης, ωστόσο η UBS θεωρεί ότι οι ευκαιρίες επεκτείνονται πλέον στις εταιρείες που σχετίζονται με τις επενδύσεις στις γερμανικές υποδομές, τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις και τις δημόσιες επενδύσεις. Σύμφωνα με τον οίκο, η αγορά εξακολουθεί να υποτιμά τόσο τη διάρκεια όσο και το μέγεθος αυτών των προγραμμάτων σε σχέση με τη μελλοντική επίδρασή τους στα εταιρικά κέρδη. Μεταξύ των βασικών επιλογών της περιλαμβάνονται οι SPIE, Traton, Thales και Theon International.
Παράλληλα, θετική παραμένει η στάση της UBS απέναντι στις εταιρείες ενέργειας και πρώτων υλών, υποστηρίζοντας ότι οι υψηλές τιμές της ενέργειας και τα ισχυρά περιθώρια διύλισης εξακολουθούν να λειτουργούν υποστηρικτικά για τα οικονομικά τους αποτελέσματα. Στις κορυφαίες επιλογές της συγκαταλέγονται οι Neste, Galp Energia και Anglo American.
Θετικά βλέπει επίσης τις εταιρείες κοινής ωφέλειας, τις τηλεπικοινωνίες και τον φαρμακευτικό κλάδο, εκτιμώντας ότι προσφέρουν έναν ελκυστικό συνδυασμό αμυντικών χαρακτηριστικών και προοπτικών ανάπτυξης. Οι αναλυτές της θεωρούν ότι ιδιαίτερα οι φαρμακευτικές εταιρείες έχουν πλέον αποτιμηθεί σημαντικά χαμηλότερα και ενδέχεται να προσελκύσουν εκ νέου το επενδυτικό ενδιαφέρον, ειδικά σε ένα περιβάλλον ασθενέστερου ευρώ και χαμηλότερου πολιτικού κινδύνου. Στις βασικές επιλογές της περιλαμβάνονται οι Engie, Iberdrola, Merck, Orange και Deutsche Telekom.
Από τον κλάδο των τραπεζών και των ασφαλιστικών εταιρειών, η UBS ξεχωρίζει τις FinecoBank, ABN Amro, Generali και Hiscox.
Οι κίνδυνοι
Παρά την αισιόδοξη στάση της, η UBS αναγνωρίζει ότι το θετικό σενάριο δεν στερείται κινδύνων. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται μια πιθανή επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας, η αναζωπύρωση του πληθωρισμού που θα μπορούσε να οδηγήσει τις κεντρικές τράπεζες σε πιο αυστηρή νομισματική πολιτική, καθώς και μια νέα κλιμάκωση των γεωπολιτικών ή εμπορικών εντάσεων. Παράλληλα, ο οίκος επισημαίνει ότι οι αγορές παραμένουν ευάλωτες σε πιθανή απογοήτευση των επενδυτών εάν η αναμενόμενη ανάκαμψη των εταιρικών κερδών αποδειχθεί τελικά ασθενέστερη ή εάν επιβραδυνθούν οι μεγάλες επενδύσεις που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη.
Έτσι, η UBS παραμένει επιφυλακτική απέναντι στους κλάδους που εξαρτώνται περισσότερο από την πορεία της κατανάλωσης ή της παραγωγής αγαθών, καθώς θεωρεί ότι συνεχίζουν να επηρεάζονται αρνητικά από το περιβάλλον υψηλών επιτοκίων και το αυξημένο ενεργειακό κόστος. Παράλληλα, εκτιμά ότι η τεχνητή νοημοσύνη εξακολουθεί να δημιουργεί σημαντικούς κινδύνους για ορισμένες δραστηριότητες, όπως τα μέσα ενημέρωσης και οι υπηρεσίες στελέχωσης προσωπικού.
Για τον λόγο αυτό διατηρεί αρνητικές συστάσεις για εταιρείες όπως οι Randstad, Renault, Auto Trader, WPP, Unilever και Orkla, εκτιμώντας ότι οι συγκεκριμένοι τίτλοι εξακολουθούν να εμφανίζουν δυσμενή χαρακτηριστικά τόσο σε επίπεδο αναθεωρήσεων κερδών όσο και ως προς τις προοπτικές των κλάδων τους.



