Αν και εμφανίζονται επιφυλακτικοί για τις προοπτικές των ευρωπαϊκών αγορών, αναλυτές της Bank of America ξεχωρίζουν συγκεκριμένους κλάδους και μεμονωμένες αγορές της Γηραιάς Ηπείρου ως «εστίες ευκαιριών», οι οποίες προσφέρονται για τοποθετήσεις στρατηγικού χαρακτήρα. Μεταξύ αυτών, που όπως προκύπτει από την ανάλυση της BofA διαθέτουν πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, συγκαταλέγεται και η ελληνική.
«Η Ελλάδα αναμένεται να ωφεληθεί από τον αυξανόμενο ρόλο της στην ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης» αναφέρει η Bank of America, σημειώνοντας ότι «μέσω των υποδομών της για τη μεταφορά και την επαναεριοποίηση υγροποιημένου φυσικού αερίου, η Ελλάδα έχει καταστεί βασικό γεωγραφικό σημείο εισόδου για εισαγωγές LNG στην περιοχή».
Στην ανάλυσή της η BofA δεν παραλείπει να υπενθυμίσει ότι η MSCI ανακοίνωσε την αναταξινόμηση της ελληνικής αγοράς στην κατηγορία των ανεπτυγμένων, από το 2027, «κυρίως λόγω της προόδου στην απομείωση του δημόσιου χρέους και στις επανιδιωτικοποιήσεις των τραπεζών μετά την κρίση χρέους της Ευρωζώνης το 2010».
Μεταξύ λίγων
Το γεγονός ότι η Ελλάδα περιγράφεται ως προορισμός κεφαλαίων που επιδιώκουν να τοποθετηθούν στρατηγικά στην Ευρώπη αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς, όπως προκύπτει από την ανάλυση της BofA, τέτοιες επιλογές στην Ευρώπη παραμένουν σχετικά περιορισμένες.
Σε επίπεδο κλάδων, η Bank of America εντοπίζει ευκαιρίες στην ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία, η οποία εκτιμάται ότι θα είναι ο βασικός ωφελημένος από την αξιοποίηση των πόρων του προγράμματος ReArm Europe ύψους 800 δισ. ευρώ, ιδίως υπό το βάρος της πιθανής ανακατεύθυνσης της αμερικανικών στρατιωτικών πόρων προς τη Μέση Ανατολή. Παράλληλα, ο ευρύτερος κλάδος αναμένεται να ενισχυθεί και από τα πρόσθετα κονδύλια που έχει δεσμεύσει η γερμανική κυβέρνηση για επενδύσεις σε καθαρή ενέργεια, μεταφορές και ψηφιακές υποδομές.
Σε επίπεδο χωρών, πέραν της Ελλάδας, ξεχωρίζει η Ολλανδία ως η αγορά με τη μεγαλύτερη έκθεση στην εξέλιξη της τεχνητής νοημοσύνης. Παράλληλα, καθώς για τα data centers αναζητούνται πιο ευέλικτες λύσεις ηλεκτροπαραγωγής εκτός δικτύου, αναμένεται να βρεθούν στο επίκεντρο και γερμανικές εταιρείες που κατασκευάζουν επιτόπιες μονάδες παραγωγής ενέργειας με αεριοστρόβιλους.
Η BofA ξεχωρίζει επίσης την αγορά της Νορβηγίας, η οποία ωφελείται από τις συνεχιζόμενες διαταραχές στην παγκόσμια αγορά ενέργειας και τις επίμονα υψηλές τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου, ενώ στην Δανία βλέπει ευκαιρίες μεταξύ των κατασκευαστών συστημάτων αιολικής ενέργειας.
Αυτές είναι οι «επιλεκτικές ευκαιρίες» που εντοπίζει η BofA στην Ευρώπη, όπου εκτιμά ότι οι επενδυτές θα πρέπει να κινηθούν πιο στρατηγικά, αναζητώντας γεωγραφική διαφοροποίηση, έκθεσης σε «value» κλάδους, υψηλότερες μερισματικές αποδόσεις και χαμηλότερες αποτιμήσεις.
Η συγκυρία
Ο ευρωπαϊκές αγορές έχουν πάψει να υπεραποδίδουν έναντι των αμερικανικών, ιδίως μετά την έναρξη της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή στα τέλη Φεβρουαρίου. Τα νοικοκυριά και οι βιομηχανικοί καταναλωτές ενέργειας στην Ευρώπη συγκαταλέγονται στους πλέον εκτεθειμένους παγκοσμίως στο ενεργειακό σοκ, στοιχείο που καθιστά τη Γηραιά Ήπειρο ιδιαίτερα ευάλωτη σε μια παρατεταμένη περίοδο υψηλών τιμών.
Στο μεταξύ, συνολικά οι ευρωπαϊκές αγορές παραμένουν από τις λιγότερο εκτεθειμένες απέναντι κλάδους που γνωρίζουν ραγδαία ανάπτυξη (τεχνητή νοημοσύνη, cloud, data centers), και είναι ενδεικτικό ότι μόλις το 12% της κεφαλαιοποίησής της αντιστοιχεί στον τεχνολογικό τομέα, έναντι 33% στις ΗΠΑ και 40% στις αναδυόμενες αγορές της Ασίας.
Μεταξύ άλλων η Bank of America τονίζει ότι η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή έχει ενισχύσει τις πληθωριστικές πιέσεις, αλλά σε αντίθεση με τη Fed που τηρεί μια πιο χαλαρή στάση για τα επιτόκια, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει υιοθετήσει πιο αυστηρό τόνο. Μάλιστα, η ΕΚΤ αναμένεται να αυξήσει τα επιτόκια στο άμεσο μέλλον, πιθανόν ήδη από την επόμενη συνεδρίαση του Ιουνίου, όπως λέει η BofA, εξέλιξη που θα αποτελέσει πρόσθετο εμπόδιο για τις ευρωπαϊκές αγορές μετοχών.
Ένα ακόμα ενδιαφέρον στοιχείο που αναδεικνύει η BofA, είναι ότι η διαχρονικά χαμηλότερη ανάπτυξη της Ευρώπης έχει ήδη περιορίσει το μερίδιό της στο παγκόσμιο ΑΕΠ από 25,4% το 2008 σε 17,6% το 2025, και ενδέχεται να οδηγήσει σε περαιτέρω απώλεια εδάφους σε όρους ονομαστικού ΑΕΠ, που αποτελεί και τη βάση των εταιρικών κερδών.