Τελευταία ενημέρωση: 22:35
Άκρως θετικά αντιδρούν οι δείκτες στην Wall Street την Τετάρτη, μετά την απόφαση της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ να μειώσει για τρίτη φορά τα επιτόκια, στην τελευταία συνεδρίαση της χρονιάς, με τον S&P 500 βρίσκεται καθ' οδόν για ρεκόρ.
Συγκεκριμένα, με την τρίτη διαδοχική μείωση των επιτοκίων της κατά 25 μονάδες βάσης (με ψήφους 9-3 - κάτι που δεν έχει συμβεί από τον Σεπτέμβριο του 2019) στο εύρος 3,50%-3,75% (χαμηλό από Οκτώβριο 2022), ολοκληρώνει το πολυτάραχο 2025 η Fed, με νεύμα για μία περικοπή -0,25% το 2026 και άλλη μία αντίστοιχη το 2027 με βάση το dot plot, καθώς οι αξιωματούχοι υπολείπονται οικονομικών data, μετά το shutdown ενώ η αγορά εργασίας των ΗΠΑ δέχεται πιέσεις ελέω δασμών Τραμπ και επίμονου πληθωρισμού.
Οι νέες προβλέψεις που δημοσιεύθηκαν μετά τη διήμερη συνεδρίαση της FOMC δείχνουν ότι η μέση εκτίμηση των διαμορφωτών νομισματικής πολιτικής κάνει λόγο μόνο για μία μείωση κατά 25 μονάδες βάσης το 2026, πριν τα επιτόκια επανέλθουν στον «μακροπρόθεσμο» στόχο του 3% ενώ ο πληθωρισμός αναμένεται να επιβραδυνθεί γύρω στο 2,4% έως το τέλος του 2026 και θα διατηρηθεί πάνω από το 2% μέχρι το 2028. Η οικονομική ανάπτυξη προβλέπεται να επιταχυνθεί στο 2,3%, ενώ η ανεργία θα κινηθεί στο 4,4%.
Μετά την είδηση της απόφασης, ο Dow Jones κινείται στο +1,28% κερδίζοντας πάνω από 600 μονάδες στις 48.166 μονάδες, ο S&P 500 ανεβαίνει στο 0,85% στις 6.898 μονάδες, ενώ και ο Nasdaq πρασίνισε και βρίσκεται στο +0,52% στις 23.698 μονάδες.
Οι μετοχές κυμάνθηκαν μεταξύ μικρών κερδών και απωλειών στις πρόσφατες συνεδριάσεις πριν από τη τελευταία συνεδρίαση του έτους - και οι traders συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης των funds της Fed ανέμεναν σε μεγάλο βαθμό ότι η Fed θα μείωνε τα επιτόκια.
«Δεν υπάρχει καμία οδός χωρίς κίνδυνο για την πολιτική καθώς πλοηγούμαστε σε αυτήν την ένταση μεταξύ των στόχων μας για την απασχόληση και τον πληθωρισμό» υπογράμμισε ο πρόεδρος της Fed υπενθυμίζοντας πως η διττή αποστολή της Fed είναι η διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών στη ζώνη του 2%, συνοδευόμενη με την ελαχιστοποίηση της ανεργίας, επισήμανε ο Τζερόμ Πάουελ στην συνέντευξή του.
Μέχρι το κλείσιμο της Τρίτης, ο S&P 500 βρίσκεται μόλις 0,7% κάτω από το τελευταίο ρεκόρ κλεισίματος που καταγράφηκε στις 28 Οκτωβρίου, η οποία ήταν η ημέρα πριν από την τελευταία απόφαση της Fed.
Στις 29 Οκτωβρίου, η Fed μείωσε τα επιτόκια, ωστόσο ο Πάουελ άφησε να εννοηθεί ότι μια άλλη μείωση δεν ήταν βέβαιη για τον Δεκέμβριο. Αυτό έστειλε τις μετοχές χαμηλότερα εκείνη την ημέρα και ξεκίνησε μια δύσκολη περίοδος για τις μετοχές κατά το μεγαλύτερο μέρος του Νοεμβρίου, μέχρι που ορισμένα μέλη της Fed άρχισαν να σηματοδοτούν ότι μια μείωση τον Δεκέμβριο μπορεί να είναι απαραίτητη. Ο δείκτης αναφοράς στη συνέχεια ανέκαμψε στο σχεδόν ρεκόρ επίπεδο στο οποίο βρίσκεται αυτή τη στιγμή.
Ωστόσο, καταγράφεται μία μεικτή εικόνα στους ειδικούς δείκτες. Για παράδειγμα, ο Russell 2000 των εταιρειών μικρής κεφαλαιοποίησης έφτασε σε νέο ενδοημερήσιο υψηλό την Τρίτη, ενισχυμένος από την προοπτική επερχόμενων μειώσεων των επιτοκίων. Οι μικρότερες εταιρείες τείνουν να επωφελούνται από τις μειώσεις των επιτοκίων επειδή το κόστος δανεισμού τους συνδέεται περισσότερο με τα επιτόκια της αγοράς και, ως εκ τούτου, θα μπορούσαν να ενισχύσουν τα περιθώρια κέρδους τους.
Ο Νταγκ Μπιθ, στρατηγικός αναλυτής παγκόσμιων μετοχών του Wells Fargo Investment Institute, σημείωσε ότι ο δείκτης Russell 2000 υποαποδίδει σε σχέση με τον S&P 500 φέτος, ωστόσο έχει ανακάμψει από τις 21 Νοεμβρίου και έχει ξεπεράσει τον δείκτη ευρείας αγοράς από την ημερομηνία αυτή.
«Η ευνοϊκή μεταβολή για τις μετοχές μικρής κεφαλαιοποίησης είναι συνεπής με την άποψή μας ότι το εύρος της αγοράς μετοχών διευρύνεται», τόνισε.
«Πιστεύουμε ότι οι επενδυτές κοιτάζουν πέρα από την τρέχουσα οικονομική ήπια περίοδο, αναμένοντας την επιτάχυνση της οικονομικής ανάπτυξης έως το 2026, λόγω των θετικών τάσεων που ήδη ισχύουν όπως μειώσεις φόρων που θα αποφέρουν αυτό που θα πρέπει να είναι οι μεγαλύτερες επιστροφές από το 2021, απελευθέρωση, περισσότερες μειώσεις επιτοκίων της Fed και συνεχή αύξηση των κεφαλαιουχικών δαπανών για την τεχνολογία» πρόσθεσε.
Από το πεδίο της οικονομίας των ΗΠΑ, σήμερα έγινε γνωστό ότι το κόστος εργασίας στις ΗΠΑ αυξήθηκε το τρίτο τρίμηνο με τον χαμηλότερο ετήσιο ρυθμό των τελευταίων τεσσάρων ετών, ενισχύοντας τις ενδείξεις ότι η ύφεση στην αγορά εργασίας συμβάλλει στον περιορισμό των πληθωριστικών πιέσεων. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα στοιχεία του Γραφείου Στατιστικών Εργασίας των ΗΠΑ (BLS), ο δείκτης κόστους απασχόλησης, ο οποίος παρακολουθεί τις μεταβολές σε μισθούς και παροχές, αυξήθηκε κατά 3,5% στο δωδεκάμηνο που έληξε τον Σεπτέμβριο, υποχωρώντας στον χαμηλότερο ρυθμό των τελευταίων τεσσάρων ετών, συγκεκριμένα από τα μέσα του 2021. Σε τριμηνιαία βάση, ο δείκτης ενισχύθηκε κατά 0,8%.