Την ανάγκη να υποβάλλονται σε θρομβόλυση όλοι οι ασθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου που ζουν σε απομακρυσμένες περιοχές, δηλαδή στην νησιωτική Ελλάδα και σε ορεινούς απομακρυσμένους οικισμούς, υπογραμμίζουν οι επιστήμονες της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρείας ώστε να διασφαλιστεί η ισότιμη πρόσβαση τους σε σωτήρια θεραπεία.
Όπως εξηγεί ο πρόεδρος της ΕΚΕ, καθηγητής Καρδιολογίας ΕΚΠΑ, Κώστας Τούτουζας, η σύσταση για καθολική εφαρμογή της θρομβόλυσης αφορά όλους τους εμφραγματίες οι οποίοι δεν βρίσκονται κοντά σε νοσοκομείο με Αιμοδυναμικό Τμήμα και συνεπώς δεν μπορούν να μεταφερθούν άμεσα εκεί για να υποβληθούν σε πρωτογενή αγγειοπλαστική («μπαλονάκι»).
Η συγκεκριμένη κατευθυντήρια οδηγία έχει λάβει έγκριση από το ΚΕΣΥ και στηρίχθηκε στο παράδειγμα βέλτιστης πρακτικής του Καναδά, ο οποίος διαθέτει πολλούς απομακρυσμένους οικισμούς, σε μεγάλες αποστάσεις από τα αστικά κέντρα. Ο Καθηγητής Κώστας Τούτουζας επισημαίνει πως η άμεση και αποτελεσματική επαναιμάτωση του μυοκαρδίου συνιστά ακρογωνιαίο λίθο στη θεραπευτική προσέγγιση του οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου με ανάσπαση του ST διαστήματος (STEMI).
Οι ασθενείς που προσέρχονται εντός 12 ωρών από την έναρξη των συμπτωμάτων οφείλουν να υποβάλλονται άμεσα σε θεραπεία επαναιμάτωσης, είτε με πρωτογενή διαδερμική στεφανιαία παρέμβαση (αγγειοπλαστική ή πιο γνωστή ως «μπαλονάκι») είτε, σε περίπτωση αδυναμίας έγκαιρης πρόσβασης σε κέντρα με δυνατότητα αγγειοπλαστικής, με ινωδολυτική θεραπεία (θρομβόλυση). Η πρακτική αυτή εδράζεται σε ακλόνητα επιστημονικά δεδομένα, και αποτυπώνεται σε όλες τις διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες των τελευταίων τριών δεκαετιών, περιλαμβανομένων των πιο πρόσφατων 2023 ESC Guidelines for themanagement of acute coronary syndromes της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας.
Σημαντική μείωση των θανάτων
Η εφαρμογή της θρομβόλυσης προλαμβάνει κατά μέσο όρο 30 πρώιμους θανάτους ανά 1.000 ασθενείς όταν χορηγείται εντός έξι ωρών από την έναρξη των συμπτωμάτων. Το όφελος αυτό είναι ακόμη πιο εμφανές στους ασθενείς υψηλότερου κινδύνου, όπως είναι οι ηλικιωμένοι, που στην πατρίδα μας συνιστούν την μεγαλύτερη πληθυσμιακή ομάδα στους πιο απομακρυσμένους ορεινούς οικισμούς της ηπειρωτικής Ελλάδας και στα μικρά νησιά.
Η προνοσοκομειακή εφαρμογή της θρομβόλυσης αποτελεί βέλτιστη πρακτική όπου υπάρχουν οι προϋποθέσεις. Στόχος της έναρξης της ινωδολυτικής θεραπείας στον προνοσοκομειακό χώρο, είναι η έναρξη χορήγησης του φαρμάκου να γίνεται εντός 10 λεπτών από τη διάγνωση του εμφράγματος. Η κλινική τεκμηρίωση σε αυτές τις περιπτώσεις είναι ισχυρή: Μελέτη μετανάλυσης έξι ερευνών έδειξε ότι η προνοσοκομειακή θρομβόλυση μειώνει τη θνητότητα κατά 17% έναντι της ενδονοσοκομειακής, ιδιαίτερα όταν η δεύτερη εφαρμόζεται εντός δύο ωρών από την έναρξη των συμπτωμάτων.
Το ισχυρό πλεονέκτημα της θρομβόλυσης είναι πως μπορεί να χορηγηθεί ενδοφλέβια ακόμα και σε ένα «σπαρτιάτικο» ιατρικό χώρο, όπως είναι το αγροτικό ιατρείο ενός μικρού νησιού. Δεν απαιτεί πολύπλοκο εξοπλισμό ούτε συνιστά χειρουργική επέμβαση - για αυτό και η αξία της είναι ανεκτίμητη για τη νησιωτική Ελλάδα (ειδικότερα για την πολυνησία του Αιγαίου) και τους διάσπαρτους ορεινούς οικοισμούς σε Πελοπόννησο, Θεσσαλία, Ήπειρο και βόρεια Ελλάδα.
Αργότερα, αφού ο ασθενής μεταφερθεί σε νοσοκομείο μπορεί να υποβληθεί εκεί σε αγγειοπλαστική. Αν ο ασθενής που παθαίνει έμφραγμα δεν υποβληθεί άμεσα σε θρομβόλυσηη επίπτωση στις πιθανότητες ανάρρωσης του είναι βαριά. Όπως εξηγεί ο καθηγητής Κώστας Τούτουζας: «Ο ασθενής με έμφραγμα, που μεταφέρεται άμεσα στο νοσοκομείο και η περίθαλψή του ακολουθεί τις κατευθυντήριες οδηγίες, μέσα σε τρεις ημέρες έχει γίνει απολύτως καλά και έχει επιστρέψει κανονικά στη δουλειά του και στην καθημερινότητα του. Στον αντίποδα αν ο ασθενής βρίσκεται μακριά από το νοσοκομείο και δεν υποβληθεί σε θρομβόλυση, διατρέχει υψηλό κίνδυνο να πεθάνει ή να υποστεί σοβαρή βλάβη στο μυοκάρδιο η οποία θα προκαλέσει καρδιακή ανεπάρκεια που ουσιαστικά θα του διαλύσει τη ζωή».
Ανάγκη δημιουργίας Κέντρων Αποκατάστασης Καρδιοπαθών στην Ελλάδα
Επίσης πρέπει να δημιουργηθούν κέντρα αποκατάστασης Καρδιοπαθών στην Ελλάδα, τα οποία βοηθούν στην πλήρη αποκατάσταση των ασθενών που υπέστησαν έμφραγμα του μυοκαρδίου, ώστε να επιστρέφουν λειτουργικοί στις καθημερινές τους δραστηριότητες όπως είναι το περπάτημα και η οδήγηση. Τα εμφράγματα και τα εγκεφαλικά επεισόδια εξακολουθούν να αποτελούν την πρώτη αιτία θανάτου διεθνώς και ετησίως καταγράφονται εξαιτίας τους 18 εκατομμύρια θάνατοι, με τακαρδιαγγειακά νοσήματα να ευθύνονται για το 32% των παγκόσμιων θανάτων. Για να μειωθεί αυτό το βαρύ φορτίο νοσηρότητας και θνησιμότητας στην Ελλάδα και Πανευρωπαϊκά απαιτείται περαιτέρω χρηματοδότηση. Το οικονομικό βάρος, το οποίο επιφέρουν τα καρδιαγγειακά νοσήματα στα ευρωπαϊκά συστήματα υγείας υπερβαίνει τα 200 δισεκατομμύρια ετησίως. Τα άτομα, τα οποία υφίστανται ένα μη θανατηφόρο καρδιαγγειακό συμβάν, αποσύρονται από την αγορά εργασίας για μακρύ χρονικό διάστημα ενώ απαιτείται σημαντική στήριξη τόσο από τα συστήματα υγείας όσο και από το οικογενειακό περιβάλλον για να επανέλθουν στην πρότερη του συμβάντος ζωή τους εφόσον είναι εφικτό.
Η καρδιακή αποκατάσταση είναι μια πολυπαραγοντική και ολοκληρωμένη παρέμβαση, η οποία σκοπεύει αφενός στην αποθεραπεία των ασθενών μετά από κάποιο οξύ καρδιακό επεισόδιο και αφετέρου στη δευτερογενή πρόληψη των ασθενών με χρόνια καρδιαγγειακά νοσήματα και την αποφυγή νέων καρδιαγγειακών συμβάντων. Η καρδιακή αποκατάσταση πραγματοποιείται σε ειδικά κέντρα, τα οποία επανδρώνονται από εξειδικευμένους Καρδιολόγους στο αντικείμενο της αποκατάστασης καθώς και άλλους επαρκώς εκπαιδευμένους επαγγελματίες υγείας. Οι στόχοι της καρδιακής αποκατάστασης συνοψίζονται στην επίτευξη κλινικής σταθεροποίησης των ασθενών, στη ρύθμιση των παραγόντων καρδιαγγειακού κινδύνου, στη σταδιακή αποκατάσταση και βελτίωση της φυσικής δραστηριότητας των ασθενών, στον περιορισμό των φυσιολογικών και ψυχολογικών επιπτώσεων της καρδιαγγειακής νόσου καθώς και στη μείωση του κινδύνου προσβολής των ασθενών από μελλοντικά καρδιαγγειακά συμβάντα.
Πολλαπλές μελέτες αποδεικνύουν ότι η εφαρμογή της καρδιακής αποκατάστασης σε όλο το φάσμα των καρδιαγγειακών νοσημάτων οδηγεί στη μείωση της θνησιμότητας και των επανεισαγωγών στο νοσοκομείο, βελτιώνει την ικανότητα για άσκηση και την ποιότητα ζωής των ασθενών και αποφορτίζει οικονομικά τα συστήματα υγείας. Οι διεθνείς ιατρικές εταιρείες, μέσω των κατευθυντηρίων οδηγιών τους, συνιστούν την καρδιακή αποκατάσταση. Στη χώρα μας, ωστόσο, η παραπομπή των καρδιαγγειακών ασθενών σε καρδιακή αποκατάσταση και η επίτευξη του θεραπευτικού οφέλους της είναι σχεδόν ανύπαρκτη παρά τις τρέχουσες διεθνείς ιατρικές συστάσεις, οι οποίες επιβεβαιώνουν την σημασία της στη μείωση της καρδιαγγειακής νοσηρότητας και θνησιμότητας. Στην πατρίδα μας επιβάλλεται επίσης να εφαρμοστεί στην πράξη Εθνικό Σχέδιο Μείωσης του Καρδιαγγειακού Κινδύνου, καθώς το κόστος από το φορτίο των καρδιοπαθειών εντός των συνόρων ανέρχεται στο δυσθεώρητο ποσό των 4,5 δισ. ευρώ ετησίως.
Σεμινάρια ΚΑΡΠΑ μαζί με τις εξετάσεις για δίπλωμα οδήγησης
Η Ελληνική Καρδιολογική Εταιρεία υπήρξε από την πρώτη στιγμή συμπαραστάτης των προγραμμάτων «Προλαμβάνω» του Υπουργείου Υγείας και μετά την έκδοση του πρώτου ΦΕΚ το 2024 «έβαλε πλάτη» στην υλοποίηση του προγράμματος προσυμπτωματικού ελέγχου για την εκτίμηση του καρδιο-μεταβολικού κινδύνου, το οποίο αποτελεί και την μεγαλύτερη επανάσταση που συντελέστηκε στην πρόληψη εδώ και πολλές δεκαετίες.
Ως θεσμικός έτερος του κράτους, η ΕΚΕ ζητά να έχει συμμετοχή στην ανάλυση των δεδομένων που θα προκύψουν- καθώς αυτά τα προγράμματα αποτελούν καινοτομία για την Ελλάδα. Παράλληλα, η ΕΚΕ έχει καταθέσει πρόταση στην Πολιτεία να υιοθετήσουμε το Μοντέλο της Σουηδίας, ώστε οι νέες και οι νέοι 17-18 ετών που περνούν τις εξετάσεις για την απόκτηση διπλώματος οδήγησης να κάνουν υποχρεωτικά σεμινάρια ΚΑΡΠΑ (Καρδιοαναπνευστικής Αναζωογόνησης) και να μπορούν να βοηθήσουν έναν συμπολίτη τους που παθαίνει ανακοπή μέχρι να φτάσει το ΕΚΑΒ.