Η ανάπτυξη νέων θεραπειών για την αντιμετώπιση της σύγχρονης μάστιγας της παχυσαρκίας αποτελεί το πιο εκρηκτικά αναπτυσσόμενο θεραπευτικό πεδίο, που συγκεντρώνει ολοένα και μεγαλύτερο ενδιαφέρον, με φαρμακοβιομηχανίες-κολοσσούς να κονταροχτυπιούνται σε μια αγορά δυσθεώρητης αξίας. Η αξία της αγοράς των φαρμάκων κατά της παχυσαρκίας ξεπέρασε τα 7,2 δισ. ευρώ το 2025 και σύμφωνα με τις προβλέψεις ανάπτυξης της Morgan Stanley πρόκειται να ξεπεράσει τα 135 δισ. ευρώ το έτος 2035. Αν μάλιστα συνυπολογιστούν οι πωλήσεις αυτών των φαρμάκων για τον σακχαρώδη διαβήτη, η αξία της μικτής αγοράς παχυσαρκίας/διαβήτη είναι εκθετικά μεγαλύτερη και εκτιμάται ότι για το έτος 2025 ξεπέρασε τα 26 δισ. ευρώ.
Το συγκριτικό πλεονέκτημα των νέων αναπτυσσόμενων θεραπειών
Σε αυτή την αγορά, εισέρχεται και η φαρμακοβιομηχανία Astra Zeneca με έδρα το Cambridge του Ηνωμένου Βασιλείου, διαθέτοντας portfolio νέων θεραπειών που βρίσκονται σε διαφορετικά στάδια ανάπτυξης. Τα νέα αναπτυσσόμενα μόρια περιλαμβάνουν και χάπια και ενέσιμα σκευάσματα, ενώ και αναμένεται να κυκλοφορήσουν στην Ευρωπαϊκή αγορά εντός 3 έως 4 ετών, αφού λάβουν άδεια κυκλοφορίας από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων (ΕΜΑ). Οι αναπτυσσόμενες θεραπείες κατά της παχυσαρκίας της Astra Zeneca διαθέτουν πρόσθετα καρδιομεταβολικά οφέλη (εξασφαλίζουν παράλληλη προστασία της καρδιάς και των νεφρών), ενώ η ειδοποιός διαφορά τους σε σχέση με τα φάρμακα που ήδη κυκλοφορούν στη διεθνή αγορά είναι πως στοχεύουν στην ποιοτική απώλεια βάρους, αποτρέποντας την απώλεια της μυϊκής μάζας, κατά το αδυνάτισμα, όπως επισημαίνει η Πρόεδρος και Διευθύνουσα Σύμβουλος της AstraZeneca Ελλάδας και Κύπρου, Έλενα Χουλιάρα.
Οι κυρίαρχες θεραπείες της υπάρχουσας αγοράς
Η υπάρχουσα αγορά των φαρμάκων της παχυσαρκίας, με τρέχουσα αξία από 7,2 έως 24 δισ. ευρώ περιλαμβάνει τις θεραπείες Ozempic και Wegovy της Δανέζικης φαρμακοβιομηχανίας Novo Nordisk και το Mounjaro της Αμερικανικής εταιρίας Eli Lilly, που συνιστούν τους δύο βασικούς ανταγωνιστές στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Επιπλέον στο εξαιρετικά προσοδοφόρο αυτό θεραπευτικό πεδίο εισέρχονται η Αμερικανική φαρμακοβιομηχανία Pfizer και η Ελβετική Roche.
Άλλες δύο αφίξεις στο θεραπευτικό πεδίο της παχυσαρκίας
Η Pfizer μετά από συμφωνία με την κινεζική φαρμακευτική εταιρεία Sciwind Biosciences έλαβε τα δικαιώματα του GLP-1 αγωνιστή με δραστική ουσία την εκνογλουτίδη (ecnoglutide) στην Κίνα, με έγκριση για την παχυσαρκία και κατ’ αυτόν τον τρόπο εισήλθε επισήμως στην προσοδοφόρο αγορά. Στην Κίνα η εκνογλουτίδη είχε ήδη εγκριθεί στη χώρα για τη διαχείριση του διαβήτη τύπου 2. Σύμφωνα με τις σχετικές μελέτες, το σκεύασμα πέτυχε απώλεια βάρους κατά 15,4%, με περίπου το 93% των συμμετεχόντων ασθενών να χάνουν τουλάχιστον το 5% του βάρους τους. Η Pfizer έλαβε τα δικαιώματα της εκνογλουτίδης προς 430 εκατ. ευρώ (495 εκατ. $) και έχει στο portfolio της αλλά δύο GLP-1 σκευάσματα, μετά από συμφωνίες που έκλεισε με τις εταιρείες Metsera και Yao Pharma.
Στην Ευρώπη και ειδικότερα στην Βασιλεία της Ελβετίας, η φαρμακοβιομηχανία Roche ανακοίνωσε θετικά αποτελέσματα από τη Φάση ΙΙ κλινικών δοκιμών για το πειραματικό φάρμακο κατά της παχυσαρκίας CT-388, που πέτυχε απώλεια βάρους έως και 22,5%, δρώντας και αυτό ως αγωνιστής των υποδοχέων GLP-1.
Πώς επηρεάζεται η Ευρωπαϊκή αγορά και η Ελλάδα από τις ΗΠΑ και τις γεωπολιτικές πιέσεις
Η ανάπτυξη νέων φαρμάκων για την παχυσαρκία- και για κάθε γρήγορα αναπτυσσόμενο θεραπευτικό πεδίο- όπως είναι η ογκολογία, δεν συνεπάγεται αυτόματα πως όλα τα νέα καινοτόμα φάρμακα που θα λάβουν έγκριση από τις Ανεξάρτητες Ρυθμιστικές Αρχές (FDA, EMA) θα κυκλοφορήσουν σε όλες τις Ευρωπαϊκές χώρες, ούτε βέβαια ότι θα κυκλοφορήσουν όλα την ελληνική αγορά.
Παρότι υπάρχουν πρωτοποριακά φάρμακα και θεραπείες και τα pipelines των φαρμακοβιομηχανιών είναι γεμάτα με νέα υπό διερεύνηση μόρια, ωστόσο η ευρεία, ισότιμη και έγκαιρη πρόσβαση σε αυτά παραμένει ζητούμενο. Οι ανισότητες μεταξύ των μεγάλων αγορών είναι ήδη έντονες. Για παράδειγμα στην Ευρώπη, οι ογκολογικοί ασθενείς αναμένουν κατά μέσο όρο περίπου δύο χρόνια περισσότερο για να αποκτήσουν πρόσβαση σε νέα φάρμακα σε σύγκριση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ειδικότερα, την τελευταία 5ετία, το 40% των φαρμάκων που κυκλοφόρησαν στις ΗΠΑ δεν διατέθηκαν ποτέ σε ευρωπαϊκές χώρες. Στην Ελληνική αγορά βρισκόμαστε σε ακόμα πιο δυσμενή θέση καθώς από τα 173 νέα φάρμακα που εγκρίθηκαν από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων (ΕΜΑ) την περίοδο 2020–2023, μόλις 45 διατέθηκαν στη χώρα. Παράλληλα, οι πιέσεις του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ προκειμένου να συγκλίνουν οι τιμές των φαρμάκων μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης (με την ψαλίδα να είναι τεράστια μεταξύ τους) και της επιβολής έντονου προστατευτισμού στην αγορά των ΗΠΑ, σε συνδυασμό με τις γεωπολιτικές εξελίξεις και τις πρώτες αποσύρσεις φαρμάκων από την ελληνική αγορά δημιουργούν ένα σκηνικό αβεβαιότητας στη χώρα μας.
Κύκλοι της φαρμακοβιομηχανίας επισημαίνουν πως σε αυτή τη συγκυρία, με τον πρόεδρο Τραμπ να πιέζει να αυξηθούν οι τιμές των φαρμάκων στην Ευρώπη και την Ελλάδα να έχει τις χαμηλότερες τιμές φαρμάκων στην ΕΕ, ενώ την ίδια ώρα επιβάλλει στις εταιρίες τις υψηλότερες επιστροφές (clawback), η χώρα μας βρίσκεται σε δυσμενή θέση. Ειδικότερα, κινδυνεύει να παρασυρθεί από ένα ντόμινο αποσύρσεων καινοτόμων θεραπειών από την εγχώρια αγορά, ενώ παράλληλα θα δυσχεραίνει ακόμα περισσότερο η έλευση των νέων καινοτόμων φαρμάκων που πρόκειται να εγκριθούν τα προσεχή χρόνια, από τις Ανεξάρτητες Ρυθμιστικές Αρχές.