Με τις τιμές πολλών παλιών διαμερισμάτων να έχουν ανέβει συχνά πολύ κοντά σε αυτές των νεόδμητων, τίθεται πλέον (και) το ερώτημα της ελκυστικότητας, όπως αυτό μπήκε και παρουσιάστηκε στο 5ο «Βαρόμετρο της Αγοράς Ακινήτων», που παρουσιάστηκε το Σάββατο 17 Ιανουαρίου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στο πλαίσιο της εκδήλωσης «Ελλάδα 2026. Επιχειρείν, Ακίνητα, Επενδύσεις», του επενδυτή και αναλυτή Ηλία Παπαγεωργιάδη (το δείγμα της ήταν 1.500 άτομα με τηλεφωνικές συνεντεύξεις στους νομούς Αττικής και Θεσσαλονίκης.
Όπως προκύπτει, οι υποψήφιοι αγοραστές διαφοροποιούν τη στάση τους βάσει της διαφοράς ανάμεσα στις τιμές νέου και παλιού ακινήτου, με το όριο της απόστασης να μπαίνει στο 25% με 30%. Βάσει της ίδιας έρευνας προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι οι πωλητές είναι πλέον σχεδόν διπλάσιοι από τους πραγματικούς αγοραστές. Επιπρόσθετα, το 89% των πολιτών θεωρεί το Στεγαστικό πρόβλημα ως «αρκετά μεγάλο / πολύ μεγάλο πρόβλημα».
Το όριο 25% με 30%
Έτσι στο ερώτημα «Αν στην περιοχή που ζείτε, ένα νεόδμητο και ένα παλαιότερης κατασκευής έχουν τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά εκτός από την ημερομηνία κατασκευής, ποιο θα επιλέγατε», προκύπτουν οι εξής απαντήσεις – επιλογές: όταν το παλιό ακίνητο έχει τιμή 20% μικρότερη από το νεόδμητο, το 67% όσων δηλώνουν αγοραστές επιλέγουν το νεόδμητο και 31% το παλιό, όταν, όμως, το παλιό ακίνητο έχει τιμή 30% μικρότερη από το νεόδμητο, τότε το 56% όσων δηλώνουν αγοραστές επιλέγουν το παλιό ακίνητο και 38% το νεόδμητο.

«Είναι ξεκάθαρο ότι απέναντι στις υπερβολές που παρατηρούμε σήμερα στην αγορά, όσοι ακόμη δηλώνουν αγοραστές στην πλειοψηφία τους θέλουν μία χαμηλότερη τιμολόγηση για να επιλέξουν το παλιό διαμέρισμα έναντι ενός νεόδμητου, όταν τα χαρακτηριστικά τους είναι ίδια», σχολίασε ο Ηλίας Παπαγεωργιάδης. «Το όριο του 25 – 30% φαίνεται να είναι αυτό που κάνει τους αγοραστές να αλλάζουν γνώμη και προτείνω αυτό να το λάβουν σοβαρά υπόψη τους οι πωλητές, αν θέλουν φυσικά πραγματικά να πουλήσουν το ακίνητό τους».
Οι πωλητές είναι πλέον σχεδόν διπλάσιοι από τους πραγματικούς αγοραστές
Ένα άλλο, πολύ ενδιαφέρον στοιχείο της έρευνας ήταν η ακόμη μεγαλύτερη μείωση του αριθμού όσων δηλώνουν αγοραστές σε σχέση με προηγούμενες έρευνες, αλλά και όσων πραγματικά θέλουν να αγοράσουν κάτι φέτος.

Το ποσοστό αυτών που δηλώνουν αγοραστές έπεσε από το 23% στο 19% και την ίδια ώρα όσοι θέλουν να αγοράσουν σπίτι «άμεσα, εντός εξαμήνου ή εντός του χρόνου» υποχώρησε από το 34% (Νοέμβριος 2024) στο 23% σήμερα. Στην πράξη λοιπόν μόλις το... 4,37% των ερωτώμενων δηλώνουν αγοραστές που θέλουν να αγοράσουν ακίνητο εντός 12μήνου. Με τους πωλητές να παραμένουν σταθερά στο 8%, βλέπουμε ότι ουσιαστικά οι πωλητές έχουν φτάσει να είναι σχεδόν διπλάσιοι από τους αγοραστές.
Το Στεγαστικό πρόβλημα παραμένει πολύ μεγάλο
Επιπρόσθετα, το 89% των πολιτών θεωρεί το Στεγαστικό πρόβλημα ως «αρκετά μεγάλο / πολύ μεγάλο πρόβλημα», ενώ ένα ακόμη 10% το θεωρεί «μικρό πρόβλημα». Αυτά τα αποτελέσματα παραμένουν σταθερά σε όλα τα «Βαρόμετρα» και καταδεικνύουν την ένταση του προβλήματος.

Σε άλλη ερώτηση, το 17% των ερωτηθέντων δήλωσε πως διαθέτει σπίτι που κρατά κλειστό. Όσοι δήλωσαν πως έχουν τέτοιο ακίνητο, ρωτήθηκαν για το ποια θα ήταν τα κατάλληλα κίνητρα για να αποφασίσουν να ανοίξουν το σπίτι αυτό. Το 65% διάλεξε τη μείωση φορολογίας, το 64% τη γενναία επιδότηση για ενεργειακή αναβάθμιση, το 62% επέλεξε τα μέτρα προστασίας των ιδιοκτητών. Επίσης, το 35% περιμένει περαιτέρω αύξηση των τιμών, ενώ το 18% απάντησε πως για κανέναν λόγο δεν θα ανοίξει το κλειστό του ακίνητο.

«Με δεδομένο ότι σοβαρή μείωση της φορολογίας δεν περιμένουμε στο άμεσο μέλλον, ενώ στα προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης θα πρέπει να δούμε πρώτα τους όρους τους, ο πιο άμεσος και «ανώδυνος» οικονομικά τρόπος για να ανοίξουν τα κλειστά σπίτια είναι να προστατευθούν, επιτέλους, οι ιδιοκτήτες», εξήγησε ο Ηλίας Παπαγεωργιάδης.
«Το πιστοποιητικό φερεγγυότητας και όλα τα μέτρα που έχουν προταθεί προς αυτή την κατεύθυνση θα δώσουν τη σιγουριά στους ιδιοκτήτες να βάλουν τα σπίτια τους στην αγορά. Εννοείται πως θα βοηθήσει σημαντικά και η τριετής φοροαπαλλαγή για τα ακίνητα που είναι τώρα κλειστά, ελπίζουμε αυτό το μέτρο να μονιμοποιηθεί, για να γίνει συνείδηση στον κόσμο».
Το πρόγραμμα «Το Σπίτι μου, 2» ανέβασε τις τιμές πώλησης / ενοικίασης
Σύμφωνα, επίσης, με την έρευνα, στην ερώτηση για τα αποτελέσματα που είχε το πρόγραμμα «Σπίτι μου 2» στις τιμές πώλησης των κατοικιών, το 39% απάντησε «αύξηση πάνω από 10%», το 38% «αύξηση ως 10%», σταθερές είδε τις τιμές το 13% και το 2% θεωρεί ότι αυτές μειώθηκαν λόγω του προγράμματος. Έτσι περίπου το 77% των πολιτών θεωρεί πως το πρόγραμμα είχε ως αποτέλεσμα την άνοδο των τιμών (με αυτή τη γνώμη συμφωνεί το 87% των επαγγελματιών της αγοράς).
Στην ερώτηση για τις επιπτώσεις του προγράμματος αυτού στα ενοίκια των κατοικιών, το 82% εκτίμησε ότι οδήγησαν σε άνοδο ως 10% ή πάνω από 10%, με το 13% να δηλώνει πως οι τιμές έμειναν σταθερές και το 1% να λέει πως αυτές μειώθηκαν. (Στην ομάδα αυτών που δηλώνουν αγοραστές και αναζητούν κατοικία το ποσοστό αυτό φτάνει το 87%).
