Η σύγκρουση του Ντόναλντ Τραμπ με τη Fed κάθε άλλο παρά έληξε. Αν και το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ μπλόκαρε προσωρινά την αποπομπή του μέλους του ΔΣ, Λίζα Κουκ, η απόφασή του άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο νέας δικαστικής και πολιτικής αναμέτρησης γύρω από την ανεξαρτησία της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας.
Ο Αμερικανός πρόεδρος δηλώνει αποφασισμένος να συνεχίσει τη μάχη, ενώ αναλυτές προειδοποιούν ότι η υπόθεση μπορεί να εξελιχθεί στη μεγαλύτερη δοκιμασία για το θεσμικό καθεστώς της Fed εδώ και δεκαετίες.
Ο Τραμπ δεν εγκαταλείπει τη μάχη
Λίγο αφότου το Ανώτατο Δικαστήριο εμπόδισε τον Τραμπ να απομακρύνει άμεσα εν ενεργεία μέλος του ΔΣ της Fed, ο πρόεδρος υιοθέτησε προκλητικό τόνο, διαμηνύοντας ότι δεν προτίθεται να εγκαταλείψει τη μακρόχρονη προσπάθειά του να αποκτήσει μεγαλύτερη επιρροή σε έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς διαχείρισης της αμερικανικής οικονομίας.
Στα μάτια του Τραμπ, η απόφαση 5-4 που εξέδωσαν οι δικαστές τη Δευτέρα συνιστά απλώς μια νομική αναποδιά και όχι μια ανυπέρβλητη ήττα. Παρότι το Δικαστήριο αναγνώρισε την 90ετή παράδοση πολιτικής ανεξαρτησίας της κεντρικής τράπεζας, δεν απέκλεισε πλήρως το ενδεχόμενο ο πρόεδρος να επιχειρήσει στο μέλλον την απομάκρυνση στελεχών της.
Αφενός, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο Τραμπ ενήργησε εσφαλμένα όταν επιχείρησε για πρώτη φορά, πέρυσι, να αποπέμψει την Λίζα Κουκ, επικαλούμενος μη τεκμηριωμένες κατηγορίες περί απάτης σε στεγαστικά δάνεια. Συντασσόμενη με κατώτερο δικαστήριο, το οποίο είχε επιτρέψει στην Κουκ να παραμείνει στη θέση της μέχρι την ολοκλήρωση της δικαστικής διαδικασίας, η πλειοψηφία των δικαστών έκρινε ότι η κυβέρνηση Τραμπ όφειλε να της είχε παράσχει επίσημη δυνατότητα να αντικρούσει τις κατηγορίες που διατυπώθηκαν εις βάρος της.
Τα ανοικτά ζητήματα
Ωστόσο, το Ανώτατο Δικαστήριο άφησε πολλά ζητήματα ανοικτά. Οι δικαστές δεν προσδιόρισαν με σαφήνεια ποια ακριβώς νομικά κριτήρια θα επέτρεπαν στον Τραμπ να απομακρύνει την Κουκ, η οποία αρνείται κάθε παράνομη πράξη και δεν έχει ποτέ κατηγορηθεί ποινικά.
Επίσης, δεν εξέφρασαν άποψη επί της ουσίας των συγκεκριμένων κατηγοριών που διατυπώθηκαν εναντίον της. Ούτε καν διευκρίνισαν ενώπιον ποιου ακριβώς οργάνου ή διαδικασίας θα πρέπει να της δοθεί η δυνατότητα να απαντήσει στις κατηγορίες. Και ο Αμερικανός πρόεδρος δεν έχασε χρόνο να αξιοποιήσει αυτή τη νομική ασάφεια.
Η έκβαση της υπόθεσης προκάλεσε ανησυχία σε πολλούς νομικούς επιστήμονες, ιδίως λόγω της τεκμηριωμένης επιδίωξης του Τραμπ να τοποθετήσει περισσότερους υποστηρικτές του στις κορυφαίες θέσεις της κεντρικής τράπεζας, στο πλαίσιο της προσπάθειάς του να επιτύχει χαμηλότερο κόστος δανεισμού.
«Μπορεί εκ πρώτης όψεως να φαίνεται ότι η απόφαση αποσκοπεί στο να αποθαρρύνει τους προέδρους από το να παρεμβαίνουν στη Fed. Εγώ όμως τη διαβάζω ακριβώς αντίθετα», δήλωσε στους NYT ο Πίτερ Κόντι-Μπράουν, ειδικός στη διακυβέρνηση της Fed στο Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια. «Είναι ουσιαστικά μια πρόσκληση για περισσότερες παρεμβάσεις. Η ιστορία αυτή δεν έχει τελειώσει» συμπλήρωσε.
Η Fed προστατεύεται αλλά όχι απόλυτα
Τόσο οι συντηρητικοί όσο και οι φιλελεύθεροι δικαστές αναφέρθηκαν στους «καταστροφικούς χρηματοπιστωτικούς κινδύνους» που σημάδεψαν την αμερικανική ιστορία, αναγνωρίζοντας τη σημασία μιας κεντρικής τράπεζας που λειτουργεί ανεπηρέαστη από πολιτικές πιέσεις.
Παράλληλα επικαλέστηκαν τους ιδρυτές των ΗΠΑ, μιλώντας για «τις συμφορές που θα μπορούσαν να προκύψουν ακόμη και από την απλή υποψία πολιτικής χειραγώγησης της νομισματικής πολιτικής».
Για τον Σκοτ Άλβαρεζ, πρώην γενικό νομικό σύμβουλο της Fed, η απόφαση της Δευτέρας «ενίσχυσε τον ρόλο του Ανώτατου Δικαστηρίου ως θεσμικού αναχώματος υπέρ της ανεξαρτησίας της FOMC». Δεν κατέστησε όμως την κεντρική τράπεζα απρόσβλητη από μελλοντικές πολιτικές παρεμβάσεις.
Πρώτον, η απόφαση υπέρ της Κουκ συνοδεύτηκε από δεύτερη απόφαση που διεύρυνε σημαντικά τις εξουσίες της εκτελεστικής εξουσίας, αναγνωρίζοντας στον Τραμπ τη δυνατότητα να απομακρύνει τους επικεφαλής όλων των άλλων ανεξάρτητων ρυθμιστικών αρχών.
Στη μειοψηφούσα γνώμη της στην υπόθεση Κουκ, η δικαστής Έιμι Κόνι Μπάρετ επισήμανε ότι η απόφαση προστασίας της ανεξαρτησίας της Fed βρίσκεται «σε σοβαρή ένταση» με την απόφαση που αφορά τις υπόλοιπες ανεξάρτητες αρχές.
Κατά την Κάθριν Τζατζ, καθηγήτρια της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Columbia και πρώην συνεργάτιδα του δικαστή Στίβεν Μπράιερ στο Ανώτατο Δικαστήριο, η κατάργηση της ανεξαρτησίας των άλλων αρχών καθιστά πλέον την αυτονομία της Fed περισσότερο «εύθραυστη», καθώς επί 90 χρόνια «η ανεξαρτησία της Fed εξελίχθηκε παράλληλα με την ανεξαρτησία των υπόλοιπων ανεξάρτητων αρχών».
«Υπάρχει τρόπος ώστε η Fed να διατηρήσει ουσιαστική ανεξαρτησία, αλλά θα απαιτηθεί μεγαλύτερη προσπάθεια για να δικαιολογηθεί αυτή η ανεξαρτησία με τρόπο που να την διαφοροποιεί πραγματικά από τους υπόλοιπους θεσμούς», πρόσθεσε.

Νομική νίκη με εκκρεμότητες
Η υπόθεση της Κουκ ξεκίνησε πέρυσι, όταν ο τότε επικεφαλής της ομοσπονδιακής υπηρεσίας στέγασης, Μπιλ Πούλτε, την κατηγόρησε ότι παρουσίασε ανακριβή οικονομικά στοιχεία προκειμένου να εξασφαλίσει ευνοϊκότερους όρους στεγαστικού δανείου. Οι καταγγελίες αυτές οδήγησαν σύντομα τον Τραμπ να ζητήσει την παραίτησή της και στη συνέχεια να επιχειρήσει την αποπομπή της.
Ο Πούλτε, τον οποίο ο Τραμπ όρισε αργότερα επικεφαλής της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, είχε δηλώσει ότι παρέπεμψε την υπόθεση στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Λίγο μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, υποστήριξε μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ότι θεωρεί πως η Κουκ «θα παραπεμφθεί σε δίκη για απάτη σχετική με στεγαστικό δάνειο». Η απόφαση του Δικαστηρίου ήταν περιορισμένη και από άλλες απόψεις.
Το Ανώτατο Δικαστήριο δεν διευκρίνισε υπό ποιες προϋποθέσεις ο Τραμπ θα μπορούσε να απομακρύνει αξιωματούχο της Fed «για βάσιμη αιτία», όρο που περιλαμβάνεται στον ιδρυτικό νόμο της κεντρικής τράπεζας χωρίς να ορίζεται. Απέρριψε τη θέση του Τραμπ ότι ο πρόεδρος αποφασίζει αποκλειστικά τι συνιστά «σπουδαίο λόγο», χωρίς όμως να υιοθετήσει και την άποψη της Κουκ ότι απαιτείται ιδιαίτερα αυστηρά αποδεικτικά στοιχεία.
Οι δικαστές απέφυγαν επίσης να τοποθετηθούν επί των ίδιων των κατηγοριών εις βάρος της, επισημαίνοντας ότι δεν της είχε δοθεί η ευκαιρία να τις αντικρούσει, όπως απαιτεί ο νόμος. Ακριβώς αυτή η παράλειψη - η μη παροχή δυνατότητας υπεράσπισης - αποτέλεσε βασικό λόγο για τον οποίο της επετράπη να παραμείνει προσωρινά στη Fed.
Αφήνοντας τόσα πολλά ζητήματα αναπάντητα, το Ανώτατο Δικαστήριο έδωσε στον Τραμπ τη δυνατότητα να συνεχίσει τη δικαστική διαμάχη, παρότι είναι σαφές ότι η πλειοψηφία των δικαστών δεν επιθυμεί να συνεχίσει να παρεμβαίνει στη λειτουργία της Federal Reserve. «Η αναβολή αυτής της σύγκρουσης για το μέλλον αποτελεί ουσιαστικά μια ελπίδα ότι η κυβέρνηση Τραμπ και οι επόμενες κυβερνήσεις θα εγκαταλείψουν τελικά την προσπάθεια παρέμβασης στη Fed», σχολίασε ο Πίτερ Κόντι-Μπράουν.
«Επιθετική» φωνή κατά του πληθωρισμού
Πάντως, η νομική διαμάχη της Κουκ αποκτά ακόμη μεγαλύτερη οικονομική και πολιτική σημασία, καθώς τους τελευταίους μήνες έχει εξελιχθεί σε μία από τις πιο αυστηρές φωνές στο εσωτερικό της Fed όσον αφορά την αντιμετώπιση του πληθωρισμού.
Ο νέος πρόεδρος της Fed, Κέβιν Γουόρς, διορίστηκε από τον Τραμπ με τη σαφή προσδοκία ότι θα προχωρούσε σε μειώσεις επιτοκίων. Ωστόσο, κατά την πρώτη συνεδρίαση νομισματικής πολιτικής υπό την προεδρία του, στις 17 Ιουνίου, η Fed αποφάσισε να διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια, ενώ ο Γουόρς τόνισε επανειλημμένα την ανάγκη περαιτέρω αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού.
Τον Μάιο, η Κουκ δήλωσε σε εκδήλωση στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ της Καλιφόρνιας ότι ανησυχεί πως η τεχνητή νοημοσύνη δημιουργεί ένα νέο πληθωριστικό σοκ και ανέφερε ότι θα υποστήριζε ακόμη και αύξηση των επιτοκίων, εάν οι πληθωριστικές πιέσεις δεν υποχωρήσουν σύντομα.
Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε σε μικρή απόσταση από το συντηρητικό Hoover Institution, όπου η Κουκ είχε διατελέσει ερευνήτρια. Εκεί εργαζόταν επίσης ο Κέβιν Γουόρς, μέχρι να αναλάβει την προεδρία της Fed, και είχε πρόσφατα υποστηρίξει ότι η τεχνητή νοημοσύνη λειτουργεί ως αποπληθωριστική δύναμη.
Λίγες ημέρες αργότερα, η Κουκ παρευρέθηκε στη Βοστώνη στην τελετή απονομής του βραβείου Profile in Courage της Βιβλιοθήκης Τζον Φ. Κένεντι στον πρώην πρόεδρο της Fed, Τζερόμ Πάουελ, για τη στάση του απέναντι στις πιέσεις της κυβέρνησης Τραμπ.
Ο Πάουελ συνόδευσε επίσης την Κουκ κατά τη συζήτηση της υπόθεσής της ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου στις 22 Ιανουαρίου και χαρακτήρισε τη συγκεκριμένη υπόθεση ως τη σημαντικότερη νομική διαμάχη που έχει αντιμετωπίσει η Fed από την ίδρυσή της το 1913.
Αντίθετα, ο Κέβιν Γουόρς, κατά την ακρόαση επικύρωσης του διορισμού του στη Γερουσία, αρνήθηκε να την υπερασπιστεί, δηλώνοντας ότι θα ήταν ανάρμοστο να τοποθετηθεί δημόσια, καθώς ενδέχεται να εμπλακεί ο ίδιος στη σχετική υπόθεση.



