Ολοκληρώθηκε στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής, η επεξεργασία - σε α' και β' ανάγνωση - του νομοσχεδίου του υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, που εναρμονίζει την ελληνική νομοθεσία με τον ευρωπαϊκό κανονισμό, σχετικά με «τον καθορισμό τεχνικών και λειτουργικών προδιαγραφών τεχνικού συστήματος διασυνοριακής αυτοματοποιημένης ανταλλαγής δικαιολογητικών και εφαρμογή της αρχής 'μόνο άπαξ'».
Το νομοσχέδιο έγινε δεκτό κατά πλειοψηφία, ενώ υπέρ της αρχής του τάχθηκε μόνον η ΝΔ
Από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, ΕΛ.ΛΥ, ΝΙΚΗ επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν κατά την συζήτηση και ψήφισή του από την ολομέλεια μεθαύριο, ενώ ΚΚΕ, Νέα Αριστερά και Πλεύση Ελευθερίας δήλωσαν ότι το καταψηφίζουν.
Ο υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Δημήτρης Παπαστεργίου, χαρακτήρισε το νομοσχέδιο, ως ένα ακόμα ουσιαστικό μεταρρυθμιστικό ψηφιακό εργαλείο, με το οποίο δημιουργείται ευρωπαϊκά ένα κοινό σημείο ανταλλαγής πιστοποιητικών και δικαιολογητικών, όπως πτυχία, συνταξιοδοτικά δικαιολογητικά, μια εθνική βάση, έτσι ώστε να γίνεται άμεση και γρήγορη αυτή η ανταλλαγή των δεδομένων».
Όπως διευκρίνισε ο κ. Παπαστεργίου, «αρμόδιοι, εξουσιοδοτημένοι δημόσιοι λειτουργοί είναι αυτοί που θα λειτουργούν και θα έχουν την ευθύνη της βάσης δεδομένων για τη διασυνοριακή ανταλλαγή δεδομένων».
«Προφανώς και δεχτήκαμε να συμμετέχει η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, με την οποία έχουμε πάρα πολύ καλή συνεργασία. Έκανε τις παρατηρήσεις της, τις ενσωματώναμε στα νομοσχέδια μας», διαβεβαίωσε.
Παράλληλα, προανήγγειλε ότι θα κατατεθεί στο νομοσχέδιο τροπολογία που θα προβλέπει περαιτέρω προστασία και ενημέρωση των πολιτών, απέναντι σε ηλεκτρονικές απάτες που γίνονται μέσω sms.
Ακόμα, ο κ. Παπαστεργίου απέρριψε τις ενστάσεις που εκφράστηκαν για την διάταξη εκ μέρους της αντιπολίτευσης, που κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι «προσπαθεί να στήσει το δικό της κράτος» στην ΕΥΠ. «Προφανώς και δεν να πας να δημιουργήσεις κανένα δικό σου κράτος, γιατί αν κάποιος δημόσιος υπάλληλος δεν επαρκεί για τη θέση, μπορεί και υπάρχουν νόμιμες διαδικασίες να μην υπηρετήσει εκεί» σημείωσε. «Η ΕΥΠ δεν είχε τη δυνατότητα να πάρει εξειδικευμένο προσωπικό μέσω της κινητικότητας από τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, οπότε αυτή ήταν μια ανορθογραφία που έπρεπε με κάποιο τρόπο να διορθωθεί», ανέφερε.
Έμφαση έδωσε και στη λειτουργία των ΚΕΠ, επισημαίνοντας ότι «όχι απλά παραμένουν, αλλά και εξοπλίζονται με το GOV CRM Ενιαίας Ψηφιακής Υποδομής».
«Είναι ένα πρόγραμμα, το οποίο αλλάζει την εικόνα της σχέσης του πολίτη με το κράτος ψηφιακά, αλλά αλλάζει και εκσυγχρονίζει τις εφαρμογές που οι υπάλληλοι του ΚΕΠ χρησιμοποιούν, προκειμένου να εξυπηρετήσουνε καλύτερα τους πολίτες», είπε.
Τέλος, αναφέρθηκε στην περιφερειακή ανάπτυξη σημειώνοντας, ότι «η επιτομή της είναι η τεχνολογία, γιατί το κλικ είναι το ίδιο αποτελεσματικό, είτε στον Έβρο, είτε στην Θεσσαλία, είτε στην Αθήνα, είτε στην Κρήτη».
Τι προβλέπει το νομοσχέδιο
Το νομοσχέδιο προβλέπει μεταξύ άλλων ότι:
- Δημιουργείται ευρωπαϊκά ένα κοινό σημείο ανταλλαγής πιστοποιητικών και δικαιολογητικών, όπως πτυχία, συνταξιοδοτικά δικαιολογητικά,
- Δημιουργείται μια εθνική βάση αντιστοίχισης, έτσι ώστε να γίνεται άμεση και γρήγορη η ανταλλαγή των δεδομένων.
- Η Γενική Γραμματεία Πληροφορικών Συστημάτων, η οποία και σήμερα είναι υπεύθυνη για τη διαχείριση όλων των εθνικών βάσεων δεδομένων, θα υποστηρίζει τεχνικά τη βάση δεδομένων.
- Αρμόδιοι, εξουσιοδοτημένοι δημόσιοι λειτουργοί, θα λειτουργούν και θα έχουν την ευθύνη της βάσης δεδομένων για τη διασυνοριακή ανταλλαγή δεδομένων.
- Εκσυγχρονίζονται οι τεχνολογικές εφαρμογές στα ΚΕΠ και στις Περιφέρειες της χώρας
Ο εισηγητής της ΝΔ, Περικλής Μαντάς χαρακτήρισε το νομοσχέδιο «ένα ακόμη ουσιαστικό βήμα προς ένα κράτος πιο λειτουργικό, πιο αποτελεσματικό, πιο διαφανές και πιο σύγχρονο».
«Η διαλειτουργικότητα των συστημάτων, η εφαρμογή της Αρχής 'μόνον άπαξ' η αξιοποίηση των ψηφιακών εργαλείων και οι παρεμβάσεις που περιλαμβάνονται, μεταφράζονται σε λιγότερη γραφειοκρατία, λιγότερη ταλαιπωρία, μεγαλύτερη ασφάλεια, ταχύτερη εξυπηρέτηση και καλύτερη καθημερινότητα για όλους τους πολίτες», είπε και συμπλήρωσε:
«Ενισχύεται η εμπιστοσύνη στις δημόσιες υπηρεσίες, μειώνεται το διοικητικό κόστος, διευκολύνεται η οικονομική δραστηριότητα και ενδυναμώνεται η θέση της χώρας μας στον ευρωπαϊκό ψηφιακό χάρτη».
Από την πλευρά του, ο εισηγητής του ΠΑΣΟΚ, Απόστολος Πάνας, έκανε λόγο για «ένα πολύ σημαντικό νομοσχέδιο», τονίζοντας ωστόσο «την ανάγκη αυστηρών μηχανισμών ελέγχου και διαφάνειας» καθώς όπως είπε, «η συγκέντρωση και ανταλλαγή μεγάλου όγκου προσωπικών δεδομένων, αυξάνει τον κίνδυνο παραβίασης της ιδιωτικότητας και κυβερνοεπιθέσεων και παράλληλα δημιουργείται ένα μοντέλο υπερ-συγκεντρωτικής διαχείρισης πληροφοριών».
Ο κ. Πάνας εξέφρασε έντονους και σοβαρούς προβληματισμούς για την διάταξη που αφορά την ΕΥΠ, τόσο για την χρονική συγκυρία όπου κατατίθεται όσο και για την σκοπιμότητά της. «Χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, στην κρυπτογράφηση και ασφάλειας συστημάτων, στην καταγραφή κάθε πρόσβασης σε δεδομένα και στην ύπαρξη ανεξάρτητης εποπτείας», ανέφερε ο κ. Πάνας και κατέληξε:
«Το ΠΑΣΟΚ πιστεύει σε ένα ψηφιακό κράτος, ανθρωποκεντρικό, προσβάσιμο και θεσμικά θωρακισμένο και ένα κράτος που θα λειτουργεί με αποτελεσματικότητα, αλλά και με σεβασμό στις ελευθερίες, τα δικαιώματα και την εμπιστοσύνη του πολίτη».
Η γενική εισηγήτρια του ΣΥΡΙΖΑ, Πόπη Τσαπανίδου, εστίασε την έντονη κριτική της στην διάταξη για την ΕΥΠ, υποστηρίζοντας ότι «σε συνδυασμό με το περιεχόμενό της για την ελαχιστοποίηση των δεδομένων και την απαγόρευση της δευτερογενούς χρήσης της πληροφορίας, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τις πραγματικές επιδιώξεις της κυβέρνησης και για το ποιους τελικά επιδιώκει να προστατεύσει, εντός και εκτός ΕΥΠ».
«Η κυβέρνηση, αντί να ενισχύσει τη λογοδοσία και τη θεσμική διαφάνεια σε μια κρίσιμη στιγμή για το κράτος δικαίου, επιλέγει να 'σφραγίσει τους αρμούς της εξουσίας' για παν ενδεχόμενο», είπε, προσθέτοντας ότι «απουσιάζουν οι δεσμευτικοί κανόνες για το ποιος αποκτά πρόσβαση, για ποιο σκοπό και για πόσο χρόνο θα έχει πρόσβαση στα συγκεκριμένα δεδομένα».
«Αντί δηλαδή, η κυβέρνησή σας, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, να φέρει διαφάνεια στην ΕΥΠ, φέρνει μονιμότητα, γιατί νομιμοποιεί χωρίς κριτήρια, χωρίς κανέναν έλεγχο, χωρίς τη Βουλή», σημείωσε.
Κατά του νομοσχεδίου τάχθηκε η ειδική αγορήτρια του ΚΚΕ, Αφροδίτη Κτενά, τονίζοντας ότι «ο τίτλος του θα μπορούσε να είναι 'ο δρόμος για την κόλαση είναι στρωμένος', όχι με καλές προθέσεις, αλλά 'με ευφημισμούς'».
«Ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των επιχειρηματικών ομίλων για μείωση της διοικητικής γραφειοκρατίας, ώστε να εξοικονομούν χρόνο και χρήμα και να παρακάμπτουν ακόμα και στοιχειώδεις υποχρεώσεις και ελέγχους, ώστε να επεκτείνεται η επιχειρηματική δραστηριότητα διασυνοριακά. Μιλάμε για την ψηφιακή διασύνδεση των κρατικών υπηρεσιών, δηλαδή το ενιαίο φακέλωμα του συνόλου των δεδομένων, όλων μας, από το ιατρικό ιστορικό μας μέχρι την οικονομική κατάσταση, τα χρέη, το ποινικό μητρώο, όλα αυτά και τώρα και διασυνοριακά», υποστήριξε η ειδική αγορήτρια του ΚΚΕ.
«Σοβαρές επιφυλάξεις και αντιρρήσεις στο σχέδιο νόμου», εξέφρασε ο ειδικός αγορητής της ΕΛ.ΛΥ, Βασίλης Γραμμένος, τονίζοντας ότι «η κυβέρνηση πρέπει να αντιληφθεί ότι ο ψηφιακός μετασχηματισμός χωρίς θεσμικά αντίβαρα και χωρίς ουσιαστική δημοκρατική λογοδοσία, δεν συνιστά πρόοδο, αλλά έναν επικίνδυνο δρόμο συγκεντρωτισμού και ελέγχου».
«Πίσω από τους τεχνικούς όρους, τις Ευρωπαϊκές Οδηγίες και τις διακηρύξεις περί εκσυγχρονισμού, κρύβονται βαθιά πολιτικές επιλογές που επηρεάζουν άμεσα τις σχέσεις του πολίτη με το κράτος, τα όρια της ιδιωτικότητάς μας, και την ίδια τη λειτουργία της Δημοκρατίας. Το νομοσχέδιο αυτό αποτυπώνει πλήρως στη λογική του Επιτελικού Κράτους, που οικοδόμησε και στηρίζει η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Ενός κράτους υπερσυγκεντρωτικού, όπου όλο και περισσότερες λειτουργίες μεταφέρονται στο στενό πυρήνα της εξουσίας», είπε.
«Το διεφθαρμένο επιτελικό κράτος ενισχύεται με ρυθμίσεις για ΕΥΠ και Προεδρία της Κυβέρνησης», υποστήριξε μεταξύ άλλων, η ειδική αγορήτρια της Νέας Αριστεράς, Θεανώ Φωτίου και έκανε λόγο για «κατ' επίφαση ενσωμάτωση κοινοτικής οδηγίας», και «μέγα σκάνδαλο διασπάθισης εθνικών και κοινοτικών πόρων, που θα φέρει πάλι την ευρωπαϊκή εισαγγελία στη χώρα μας».
Κατά του νομοσχεδίου τάχθηκε η ειδική αγορήτρια της Πλεύσης Ελευθερίας, Έλλη Ρούσσου, η οποία συντάχθηκε με την πρόεδρο του κόμματος Ζωή Κωνσταντοπούλου, που κατήγγειλε «αντικοινοβουλευτικές και αντιθεσμικές διαδικασίες συζήτησής του».
Οι τοποθετήσεις των αρμοδίων φορέων
Ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Δημοσθένης Αναγνωστόπουλος, έκανε λόγο για «ουσιαστικό μεταρρυθμιστικό βήμα στον ψηφιακό μετασχηματισμό της χώρας, η οποία εναρμονίζεται με τον ευρωπαϊκό κανονισμό για τον καθορισμό των τεχνικών και λειτουργικών προδιαγραφών του τεχνικού συστήματος διασυνοριακής, αυτοματοποιημένης ανταλλαγής δικαιολογητικών».
«Είναι κάτι το οποίο γίνεται με θετικό τρόπο και με προσεκτική μελέτη για ζητήματα που αφορούν σε επιμέρους κατηγορίες, αλλά και σε θέματα ζητημάτων της τεχνητής νοημοσύνης στο ψηφιακό βοηθό, στο Wallet και σε λοιπές εφαρμογές», σημείωσε.
Όπως είπε, «οι διατάξεις, έχουν να κάνουν με την περαιτέρω προώθηση και ενίσχυση του ψηφιακού μετασχηματισμού, της ενσωμάτωσης διαλειτουργικών προτύπων και κανονισμών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, σε θέματα, τόσο εφαρμογών, όσο βεβαίως και υποδομών».
Απαντώντας σε ερωτήσεις βουλευτών σχετικά με την κυβερνοασφάλεια, ο κ. Αναγνωστόπουλος σημείωσε ότι «όντως είναι ένα ζήτημα πάρα πολύ σημαντικό και κανείς δεν είναι ποτέ απόλυτα ασφαλής, αλλά είναι κάτι το οποίο προσπαθούμε και κάνουμε, όσο μπορούμε περισσότερο, και πιο ασφαλές».
«Έχει στηθεί πολύ προσεκτικά ένα οικοδόμημα, ένας μηχανισμός, όπου γίνεται η επικοινωνία των δεδομένων, η διαλειτουργικότητα, με απόλυτη συμφωνία και έγκριση της ίδιας της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, που πραγματικά έχει δώσει τόσα χρόνια ένα πολύ στέρεο αποτέλεσμα. Ειδικά στον τομέα της διαλειτουργικότητας, νομίζω ότι έχουμε πάει καλά από θεσμικής και τεχνικής πλευράς, σε ό,τι αφορά την υλοποίηση. Νομίζω ότι είμαστε καλά. Δεν υπάρχει τέτοιου είδους ανησυχία για το αν κάτι γίνεται με το σωστό τρόπο. Έχουμε πρόσθετους παράγοντες ασφάλειας για τους δημόσιους υπαλλήλους, για όλες τις υπηρεσίες που βγάζουμε, αλλά πράγματι είναι κάτι το οποίο σωστά μας ανησυχεί και μεριμνούμε για το σκοπό αυτό. Σε ό,τι αφορά τα προσωπικά δεδομένα όμως, δεν έχουμε ιδιαίτερη ανησυχία. Στο θέμα που έχει να κάνει με τους ιδιώτες που μετέχουν στην ανάπτυξη των πληροφοριακών συστημάτων ευρύτερα, όχι μόνο τεχνητής νοημοσύνης, δεν έχουν πρόσβαση στα δεδομένα όταν φτιάχνουν κάποιες εφαρμογές», επεσήμανε ο γενικός γραμματέας Πληροφοριακών Συστημάτων και Ψηφιακής Διακυβέρνησης.
Ο πρόεδρος του Συνδέσμου Εμπόρων Εισαγωγέων Αυτοκινήτων Ελλάδος, Κωνσταντίνος Σμπαρούνης, έκανε λόγο για «ένα πάρα πολύ καλό μέτρο σχετικά με τη διασύνδεση», τονίζοντας παράλληλα την ανάγκη «να υπάρχει και η σύνδεση μεταξύ της Περιφέρειας και του υπουργείου Μεταφορών, ώστε αυτά τα στοιχεία να αντλούνται αυτόματα και να μην καλούμαστε εμείς χειροκίνητα κάθε φορά, με την καταχώρηση ενός οχήματος, να τα καταχωρούμε». Πρόσθεσε ακόμα, ότι «θα πρέπει ο επαγγελματίας να έχει πρόσβαση σε αυτά τα στοιχεία και να μην τα λαμβάνει μετά από αίτηση και κόστος από τον εκάστοτε εκπρόσωπο, και η πλατφόρμα να επεκταθεί και βάσει του VIN του αυτοκινήτου, να βλέπουμε κι άλλα στοιχεία στο μέλλον, που έχουν να κάνουν με ατύχημα, ασφάλιση, τεχνικό έλεγχο».
«Επιτέλους, μπαίνει μια καθοριστική γραμμή σε σχέση με την ασφάλεια των αναβατών, μέσω των ανακλήσεων για πιθανά ατυχήματα που είχαν προκληθεί κατά το παρελθόν», ανέφερε ο γενικός διευθυντής του Συνδέσμου Εισαγωγέων Μοτοσικλετών Ελλάδος, Ευάγγελος Σπανός.
Η πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Πληροφορικής και Επικοινωνιών Ελλάδας, Παναγιώτα Παπαρίδου, χαρακτήρισε «ιδιαίτερα σημαντικό το άρθρο 9, το οποίο απαιτεί από τους δημόσιους φορείς να διενεργούν αξιολόγηση διαλειτουργικότητας πριν λάβουν απόφαση σχετικά με τον σχεδιασμό νέων εφαρμογών και υπηρεσιών».
Παράλληλα, τόνισε ότι «πρέπει ο φορέας να έχει εξασφαλίσει και να αποδεικνύει ότι είναι σε συντήρηση όλη η υφιστάμενη υποδομή του και οι εφαρμογές του και να έχει εξασφαλιστεί και η λειτουργία τους».
Ο πρόεδρος του Δ.Σ. του Οργανισμού Ανοιχτών Τεχνολογιών, Ιωάννης Σταματέλος, εστίασε «στην πρόταση του οργανισμού για την ίδρυση μονάδας ανοικτών τεχνολογιών, γραφείο προγράμματος ανοιχτού κώδικα».
«Αυτό που προτείνουμε είναι μία εξειδικευμένη μονάδα εντός της γενικής γραμματείας, που να εκπληρώνει ρητά τις υποχρεώσεις του άρθρου 6 του Κανονισμού Διαλειτουργικής Ευρώπης, το οποίο προβλέπει προτεραιότητα στο ανοιχτό λογισμικό, τήρηση εθνικού αποθετηρίου δημοσίου κώδικα και εκπροσώπηση της χώρας στον ευρωπαϊκό χώρο στον τομέα αυτό», τόνισε.
Την ικανοποίησή του εξέφρασε ο πρόεδρος του Δ.Σ. του Ν.Π.Δ.Δ. «Ελληνικό Κτηματολόγιο» Αθανάσιος Λίπας, «για την ψηφιακή ρύθμιση στο άρθρο 31 που προβλέπει την άμεση και αποτελεσματική κάλυψη εξειδικευμένων τεχνικών αναγκών του Ελληνικού Κτηματολογίου μέσω θεσμικής συνεργασίας με το Τεχνικό Επιμελητήριο».
Όπως υποστήριξε, «με την νέα ρύθμιση, διασφαλίζεται η ποιότητα των κρίσιμων γεωχωρικών δεδομένων και η απρόσκοπτη λειτουργία των κτηματολογικών γραφείων, ενώ παράλληλα δίνεται η δυνατότητα να μπορούν να ανατεθούν έλεγχοι ποιότητας των συμβάσεων μελετών για τη δημιουργία ψηφιακών υψομετρικών υποβάθρων υψηλής ανάλυσης».
Η προϊσταμένη του τμήματος Γνωμοδοτικού Συμβουλευτικού Έργου και Μέσων Συμμόρφωσης της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, Ευφροσύνη Σιουγλέ, υπογράμμισε ότι «o σχεδιασμός του συστήματος είναι να διαβιβάζονται δεδομένα κατόπιν αιτήματος και όχι να δημιουργείται μία υπερσυγκέντρωση δεδομένων, μια νέα βάση δεδομένων».
«Η δυνατότητα επαναταυτοποίησης του πολίτη, πρέπει να διασφαλίζεται με τα κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα», ανέφερε. Τα στοιχεία δεν διατηρούνται, αλλά διαβιβάζονται στον αρμόδιο φορέα. Είναι εγγενώς από το σχεδιασμό του συστήματος ότι δεν πρέπει να υπάρχει τέτοια δυνατότητα, ότι πρέπει να εφαρμοστούν τα κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα που να αποτρέπουν κάτι τέτοιο βάσει του άρθρου 32 του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων», ανέφερε.
Έμφαση έδωσε «στο να διατηρεί ο πολίτης τον έλεγχο της ψηφιακής διαδρομής», τονίζοντας ότι «πολύ βασικά ά ζητήματα προβλέπονται στον Εφαρμοστικό και Εκτελεστικό Κανονισμό».
Την πλήρη ικανοποίησή της δήλωσε η πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Αιμοδοσίας, Έλενα Τσαγκάρη, για το άρθρο 36 του νομοσχεδίου που προβλέπει τη «σύσταση και λειτουργία πληροφοριακού συστήματος αιμοδοσίας, επισημαίνοντας ότι «εμείς θα είμαστε οι κεντρικοί διαχειριστές του».
«Εμένα με ενδιαφέρει η συνέχιση της συγκεντροποίησης και να μην υπάρχει ούτε μία μέρα κενό στο ΕΚΕΑ, όταν παίρνει το αίμα και όταν το διώχνει πίσω, ειδικά για την Αττική που έχει γίνει συγκεντροποίηση, αλλά και για την υπόλοιπη Ελλάδα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
«Είναι απολύτως απαραίτητη η δημιουργία του Ενιαίου Πληροφοριακού Συστήματος. Τα τελευταία δύο χρόνια, με την πολιτική ηγεσία του υπουργείου, καταφέραμε να κάνουμε στην Ελλάδα μια μικρή επανάσταση. Έτσι, πέρα από τους ελέγχους που κάνουμε χρόνια, μοριακούς, ουρολογικούς, ώστε να υπάρχει ασφάλεια του προς μετάγγιση αίματος και των παραγώγων, έχουμε κάνει και την πολιτική της συγκεντροποίησης», σημείωσε.
Γεωργιάδης: Το ΕΚΕΑ θα έχει την κεντρική διαχείριση των στοιχείων του πληροφοριακού συστήματος αιμοδοσίας
Σε παρέμβασή του για το άρθρο 36, που προβλέπει τη σύσταση και λειτουργία πληροφοριακού συστήματος αιμοδοσίας, ο υπουργός Υγείας, Άδωνις Γεωργιάδης, υπογράμμισε ότι «είναι ένα έργο ύψους 2,5 εκ ευρώ που ξεκίνησε μεν αλλά δεν είχε ολοκληρωθεί και αφορά την ηλεκτρονική του αίματος και την συγκεντροποίηση σε νοσοκομεία της Αττικής».
Όπως είπε «το ΕΚΕΑ θα έχει την κεντρική επιστασία του έργου, θα είναι το local point που θα έχει την κεντρική ανταπόκριση όλου του έργου, δηλαδή θα βλέπει τα πάντα, θα λαμβάνει τα στοιχεία, και το επόμενο δίμηνο θα έχει την κεντρική διαχείριση, για να μην έχουμε καμία ανησυχία».
Πηγή: ΑΠΕ - ΜΠΕ