Τα Στενά του Ορμούζ βρίσκονται στο επίκεντρο της κρίσης στη Μέση Ανατολή, μετά τις ιρανικές επιθέσεις σε πλοία και τους φόβους για ναρκοθέτησή τους. Από αυτό το θαλάσσιο πέρασμα διέρχεται ένα κρίσιμο ποσοστό της παγκόσμιας ημερήσιας προσφοράς πετρελαίου και LNG, γεγονός που σημαίνει ότι κάθε διαταραχή στην περιοχή συνιστά κίνδυνο για την παγκόσμια οικονομία και τιμολογείται αμέσως από τις αγορές, ενώ, όταν παρατείνεται, τροφοδοτεί τον παγκόσμιο πληθωρισμό και αφαιρεί δυναμική από την ανάπτυξη.
Η Υπηρεσία Ενεργειακής Πληροφόρησης των ΗΠΑ (EIA) εκτιμά ότι το Brent θα παραμείνει πάνω από τα 95 δολάρια το βαρέλι για το επόμενο δίμηνο, πριν υποχωρήσει αργότερα μέσα στο έτος. Ακόμη, όμως, και αυτή η πρόβλεψη στηρίζεται στην εύθραυστη υπόθεση της σταδιακής αποκατάστασης των ροών μέσω του Ορμούζ. Με άλλα λόγια, η αποκλιμάκωση δεν θεωρείται δεδομένη. Αντιθέτως, εξαρτάται από την εξέλιξη μιας σύγκρουσης που, προς το παρόν, δεν δείχνει να διαθέτει σχέδιο τερματισμού. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Εκτελεστικός Διευθυντής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας χαρακτήρισε τις τρέχουσες αναταράξεις στην αγορά πετρελαίου πρωτοφανείς ως προς την κλίμακά τους, ενώ τα κράτη-μέλη του Οργανισμού συμφώνησαν στη μεγαλύτερη συντονισμένη αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων στην ιστορία του, με στόχο να αντισταθμιστεί η διαταραχή της προσφοράς, να σταθεροποιηθούν οι αγορές και να αποτραπεί νέα άνοδος των τιμών.
Υπό αυτές τις συνθήκες, οι επιπτώσεις της κρίσης είναι ήδη ευρείες. Πρώτον, στην παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια, καθώς χώρες του Κόλπου έχουν ήδη περιορίσει την παραγωγή τους, επειδή η διαταραχή στη ναυσιπλοΐα δεν τους επιτρέπει να φορτώνουν κανονικά τις εξαγωγές τους, με αποτέλεσμα να γεμίζουν οι αποθηκευτικοί τους χώροι. Δεύτερον, στις ζωτικές αλυσίδες εφοδιασμού και στο διεθνές εμπόριο, αφού η ζημιά δεν περιορίζεται στην τιμή της ενέργειας, αλλά επεκτείνεται στο κόστος των ναύλων και στους χρόνους μεταφοράς και παράδοσης. Τρίτον, στις οδικές μεταφορές, στην αγροτική παραγωγή και, συνολικά, στην αλυσίδα τροφοδοσίας, αφού από τα Στενά διέρχεται το 10% έως 20% της παγκόσμιας προσφοράς diesel, αλλά και περίπου το ένα τρίτο του παγκόσμιου εμπορίου λιπασμάτων.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ευρώπη βρίσκεται ξανά αντιμέτωπη με ένα νέο σοκ, χωρίς να έχει ακόμη ανακτήσει την ανταγωνιστικότητά της από το προηγούμενο. Παραμένει η πιο ευάλωτη μεγάλη οικονομία, καθώς αντικατέστησε την εξάρτηση από το ρωσικό αέριο με μια νέα εξάρτηση από το ακριβό LNG, γεγονός που υπενθυμίζει ότι η πράσινη μετάβαση δεν είναι πολυτέλεια για περιόδους ηρεμίας, αλλά όρος ενεργειακής στρατηγικής αυτονομίας, όπως και η συζήτηση για τους μικρούς πυρηνικούς αντιδραστήρες δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως θεωρητική άσκηση, αλλά ως μέρος της ευρωπαϊκής αναζήτησης για σταθερή, καθαρή και ασφαλή ενέργεια. Όπως επισημαίνει και ο Mario Draghi στη γνωστή έκθεσή του για την ανταγωνιστικότητα, το ενεργειακό κόστος εξακολουθεί να επηρεάζει την επενδυτική διάθεση των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων πολύ περισσότερο απ’ ό,τι σε άλλες μεγάλες οικονομίες, όχι μόνο επειδή οι τιμές ενέργειας παραμένουν πολλαπλάσιες των αμερικανικών, αλλά και επειδή η μεταβλητότητά τους, σε συνδυασμό με βαθύτερες διαρθρωτικές αδυναμίες της ευρωπαϊκής ενεργειακής αγοράς, ενισχύει την αβεβαιότητα και αποθαρρύνει τις επενδύσεις.
Για το λιανικό εμπόριο, και ιδίως για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, η κρίση δεν συνεπάγεται μόνο αύξηση του κόστους, αλλά και διεύρυνση των ανισοτήτων μέσα στην αγορά, αφού η επιβάρυνση της εμπορικής δραστηριότητας δεν κατανέμεται ισόρροπα. Οι μεγάλες επιχειρήσεις, και κυρίως οι πολυεθνικές, διαθέτουν μεγαλύτερα αποθέματα, εναλλακτικά δίκτυα προμηθευτών και ευκολότερη πρόσβαση σε χρηματοδότηση. Ως αποτέλεσμα, η κρίση δεν αυξάνει μόνο το κόστος, αλλά μεταβάλλει και τους όρους του ανταγωνισμού. Αν δεν υπάρξει έγκαιρη αντίδραση, οι πιέσεις αυτές μπορούν να μεταφερθούν άμεσα και στις τιμές. Η πρόσφατη απόφαση της Κυβέρνησης για την επιβολή πλαφόν στα περιθώρια κέρδους σε καύσιμα και βασικά προϊόντα ανταποκρίνεται στην ανάγκη άμεσης παρέμβασης απέναντι σε αυτές τις πιέσεις, καθώς η χώρα παραμένει ευάλωτη όχι μόνο λόγω της συμμετοχής της στην Ευρωζώνη, αλλά και εξαιτίας της στενής διασύνδεσής της με τη ναυτιλία, τον τουρισμό, τις εισαγωγές και την αγροδιατροφική αλυσίδα.