Η ανάφλεξη της γεωστρατηγικής κρίσης στη Μέση Ανατολή δημιουργεί αμφιβολίες για τον βαθμό ετοιμότητας των μεγάλων οικονομικών συστημάτων σχετικά με τους μηχανισμούς απορρόφησης των κραδασμών.
Εστιάζοντας στην Ευρωζώνη, αποδεικνύεται παραδόξως πως ένα πιθανό σοκ στις τιμές πετρελαίου λόγω της έντασης στη Μέση Ανατολή δεν θα πλήξει σημαντικά την ευρωπαϊκή πίστη, ή έστω στην έκταση που πολλοί επενδυτές φοβούνται.
Η δικαιολογητική βάση εδράζεται επί των μεταρρυθμίσεων και θεσμικών μέτρων που έχουν λάβει όλα αυτά τα χρόνια οι πολύπαθες ευρωπαϊκές τράπεζες, ώστε τελικά η πιστοληπτική ποιότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων να μοιάζει θωρακισμένη.
Μάλιστα, παρά το ότι οι επιδράσεις από ένα νέο πληθωριστικό κύμα (και μάλιστα τοποθετούμενο πολύ κοντά χρονικά σε σχέση με το απερχόμενο του 2022) δεν δύναται να αγνοηθούν, οι απευκταίες πιέσεις ίσως συγκεντρώνονται κυρίως σε συγκεκριμένους κλάδους και όχι στο σύνολο της οικονομίας.
Η βασική μετάδοση του κινδύνου είναι προφανής. Οι υψηλότερες τιμές ενέργειας αυξάνουν το κόστος παραγωγής, πιέζουν τα περιθώρια κέρδους και τελικά περιορίζουν τη ζήτηση.
Ωστόσο η ευρωπαϊκή οικονομία δεν βρίσκεται στην ίδια θέση με προηγούμενες ενεργειακές κρίσεις. Μετά το σοκ του 2022, πολλές επιχειρήσεις έχουν ήδη προσαρμοστεί σε ένα περιβάλλον υψηλότερων ενεργειακών τιμών, είτε μέσω αντιστάθμισης κινδύνου είτε μέσω αναδιάρθρωσης των εφοδιαστικών αλυσίδων και της ενεργειακής τους κατανάλωσης. Αυτό σημαίνει ότι ένα νέο σοκ, τουλάχιστον σε ένα μετριοπαθές σενάριο, δύσκολα θα προκαλέσει συστημική κρίση στις εταιρικές αξιολογήσεις.
Εκεί που εμφανίζονται πραγματικές ευαισθησίες είναι σε συγκεκριμένους κλάδους με υψηλή ενεργειακή ένταση. Οι μεταλλουργικές επιχειρήσεις, η χημική βιομηχανία, ο κλάδος ηλεκτρονικών και σε κάποιο βαθμό η αγροδιατροφή φαίνεται να είναι οι πιο εκτεθειμένοι.
Σε αυτούς τους τομείς, η αύξηση του κόστους ενέργειας μπορεί να μεταφραστεί άμεσα σε πιέσεις στα περιθώρια και σε επιδείνωση των δεικτών πιστοληπτικής ικανότητας.
Παράλληλα, υπάρχει και σημαντική γεωγραφική διαφοροποίηση. Οι οικονομίες της βορειοδυτικής Ευρώπης φαίνεται να είναι σχετικά προστατευμένες, κυρίως λόγω πιο διαφοροποιημένων ενεργειακών πηγών και ισχυρότερων εταιρικών ισολογισμών. Αντίθετα, τμήματα της νότιας και ανατολικής Ευρώπης εμφανίζουν μεγαλύτερη ευαισθησία, καθώς οι επιχειρήσεις τους έχουν συχνά μικρότερα περιθώρια απορρόφησης κόστους.
Επομένως, το ζητούμενο δεν είναι τόσο το ίδιο το επίπεδο των τιμών πετρελαίου, όσο η διαφοροποίηση κινδύνου μέσα στην ευρωπαϊκή οικονομία.
Επί παραδείγματι, η αγορά εταιρικών ομολόγων φαίνεται όλο και περισσότερο να λειτουργεί με μια λογική δύο ταχυτήτων. Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι επιχειρήσεις επενδυτικής βαθμίδας, με ισχυρούς ισολογισμούς και σταθερή πρόσβαση σε χρηματοδότηση, και από την άλλη εταιρείες χαμηλότερης πιστοληπτικής ποιότητας που είναι πολύ πιο ευάλωτες σε εξωτερικά σοκ.
Ακόμη και σε ένα σενάριο όπου το πετρέλαιο πλησιάσει τα 130 δολάρια ανά βαρέλι, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα υπάρξει μαζικό κύμα υποβαθμίσεων. Οι οίκοι αξιολόγησης λαμβάνουν υπόψη την ικανότητα των εταιρειών να αντέχουν σε εξωτερικούς κραδασμούς, είτε μέσω ισχυρών ταμειακών ροών είτε μέσω ευέλικτων ισολογισμών. Αυτός είναι και ο λόγος που οι επιπτώσεις πιθανότατα θα είναι σταδιακές και επιλεκτικές.
Με άλλα λόγια, ένα νέο ενεργειακό σοκ δεν φαίνεται ικανό να ανατρέψει συνολικά το ευρωπαϊκό εταιρικό τοπίο. Μπορεί όμως να επιταχύνει τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις πιο ανθεκτικές επιχειρήσεις και σε εκείνες που ήδη αντιμετωπίζουν διαρθρωτικές πιέσεις. Και για τους επενδυτές, αυτή η διαφοροποίηση είναι ίσως το πιο σημαντικό στοιχείο που πρέπει να παρακολουθούν τους επόμενους μήνες.