Στις 20 Μαρτίου 2020, ένα ειδικά ναυλωμένο αεροσκάφος προσγειώθηκε στην αεροπορική βάση Ματσουσίμα, στα βορειοανατολικά της Ιαπωνίας. Μετέφερε από την Αθήνα την Ολυμπιακή Φλόγα, η οποία είχε ανάψει λίγες ημέρες νωρίτερα στην Αρχαία Ολυμπία. Το Τόκιο προετοιμαζόταν να υποδεχθεί τους Αγώνες για δεύτερη φορά στην ιστορία του και η άφιξη της Φλόγας σηματοδοτούσε την έναρξη της αντίστροφης μέτρησης.
Ξαφνικά όλα άλλαξαν. Στις 24 Μαρτίου 2020, η Ιαπωνία και η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή ανακοίνωσαν την αναβολή της διοργάνωσης λόγω της πανδημίας. Στα 124 χρόνια της σύγχρονης ιστορίας τους, οι Ολυμπιακοί Αγώνες είχαν ακυρωθεί στη διάρκεια των δύο Παγκοσμίων Πολέμων, αλλά δεν είχαν αναβληθεί ποτέ. Κανείς δεν μπορούσε τότε να γνωρίζει πότε -ή ακόμη και αν- θα επέστρεφαν.
Εκείνη την ημέρα, όμως, ελήφθη και μία δεύτερη απόφαση, βαθιά συμβολική. Η Ολυμπιακή Φλόγα, που είχε ανάψει στην Αρχαία Ολυμπία στις 12 Μαρτίου, δεν θα έσβηνε. Οι διοργανωτές τη διατήρησαν αναμμένη στην Ιαπωνία μέχρι την επόμενη χρονιά, υπό τη φροντίδα της Οργανωτικής Επιτροπής. Έμεινε αναμμένη όσο χρειαζόταν, κι έτσι το βράδυ της 23ης Ιουλίου 2021 η Ναόμι Οσάκα ανέβηκε τα σκαλοπάτια μπροστά στις άδειες κερκίδες του Ολυμπιακού Σταδίου του Τόκιο και άναψε τον βωμό.


«Η Φλόγα συνέχισε να καίει ήσυχα αλλά δυνατά, ακόμη κι όταν ο κόσμος περνούσε δύσκολες στιγμές», δήλωσε τότε η πρόεδρος της Οργανωτικής Επιτροπής, Σέικο Χασιμότο, συνοψίζοντας την προσπάθεια της Ιαπωνίας να μην αφήσει να σβήσει η διοργάνωση, παρότι τίποτε δεν έμοιαζε πια βέβαιο.
Οι Ολυμπιακοί Αγώνες που κινδύνευσαν να μη γίνουν
Το «Τόκιο 2020» διατήρησε την ονομασία του, αλλά οι Αγώνες πραγματοποιήθηκαν από τις 23 Ιουλίου έως τις 8 Αυγούστου 2021, σε έναν κόσμο εντελώς διαφορετικό από εκείνον στον οποίο είχε σχεδιαστεί.
Αφού πρώτα απαγορεύθηκε η είσοδος ξένων θεατών στην Ιαπωνία, η επιδείνωση της υγειονομικής κατάστασης οδήγησε, λίγες εβδομάδες πριν από την έναρξη, και στον αποκλεισμό του εγχώριου κοινού από τις εγκαταστάσεις του Τόκιο. Οι περισσότεροι αγώνες διεξήχθησαν μπροστά σε άδειες κερκίδες.


Η απόφαση για την υλοποίηση της διοργάνωσης δεν ήταν ούτε αυτονόητη, ούτε ομόφωνα αποδεκτή. Μεγάλο μέρος της ιαπωνικής κοινής γνώμης φοβόταν, και υπήρχαν αιτήματα για νέα αναβολή ή οριστική ακύρωση, ενώ οι διοργανωτές βρέθηκαν αντιμέτωποι με αυξανόμενο κόστος, χαμένα έσοδα από εισιτήρια και μια πρωτοφανή επιχείρηση υγειονομικού ελέγχου.
Τελικά η Ιαπωνία, σε συνεργασία με τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή, αποφάσισε να αναλάβει το πρωτοφανές οργανωτικό ρίσκο και να φέρει εις πέρας τη διοργάνωση. Στο Τόκιο συγκεντρώθηκαν 11.420 αθλητές από 205 εθνικές αποστολές, μαζί με την Ολυμπιακή Ομάδα Προσφύγων. Για 17 ημέρες, ο μεγαλύτερος αθλητικός θεσμός του κόσμου λειτούργησε μέσα σε ένα αυστηρά ελεγχόμενο περιβάλλον, με καθημερινά τεστ, περιορισμούς στις μετακινήσεις και σαφή διαχωρισμό των συμμετεχόντων από τον τοπικό πληθυσμό. Από την 1η Ιουλίου έως τις 7 Αυγούστου πραγματοποιήθηκαν περισσότερα από 651.000 διαγνωστικά τεστ, αριθμός που καταδεικνύει την κλίμακα του οργανωτικού εγχειρήματος που έφερε εις πέρας η Ιαπωνία σε συνθήκες χωρίς ιστορικό προηγούμενο.

Η Ελλάδα στο Τόκιο
Στην τελετή έναρξης του 2021, η ελληνική αποστολή εισήλθε, όπως πάντα, πρώτη στο στάδιο, με σημαιοφόρους την Άννα Κορακάκη και τον Λευτέρη Πετρούνια. Η διοργανώτρια Ιαπωνία παρέλασε τελευταία. Οι σημαίες των δύο χωρών βρέθηκαν έτσι στις δύο άκρες της ίδιας συμβολικής διαδρομής. Η Ελλάδα ως γενέτειρα των Αγώνων και η Ιαπωνία ως η χώρα που τους υποδεχόταν στην πιο δύσκολη στιγμή τους.
Για την Ελλάδα, το Τόκιο αποδείχθηκε αγωνιστικά μία από τις σημαντικότερες διοργανώσεις. Ο Στέφανος Ντούσκος κατέκτησε το πρώτο ελληνικό χρυσό μετάλλιο στην κωπηλασία, σημειώνοντας Ολυμπιακό ρεκόρ στο μονό σκιφ. Ο Μίλτος Τεντόγλου πήρε το χρυσό στο μήκος με το τελευταίο του άλμα, σε έναν από τους δραματικότερους τελικούς των Αγώνων, ενώ ο Λευτέρης Πετρούνιας πρόσθεσε ένα χάλκινο μετάλλιο στους κρίκους.
Η εθνική ομάδα υδατοσφαίρισης ανδρών έγραψε τη δική της ιστορία, φθάνοντας για πρώτη φορά σε Ολυμπιακό τελικό και κατακτώντας το ασημένιο μετάλλιο. Ήταν το πρώτο Ολυμπιακό μετάλλιο της ελληνικής ανδρικής υδατοσφαίρισης, το οποίο ήρθε στη 16η συμμετοχή της εθνικής ομάδας στους Αγώνες.
Οι στιγμές αυτές εκτυλίχθηκαν, βεβαίως, χωρίς το χειροκρότημα που κανονικά θα τις συνόδευε. Στις τηλεοπτικές μεταδόσεις ακούγονταν οι οδηγίες των προπονητών, οι… ανάσες των αθλητών και ο αντίλαλος των εγκαταστάσεων. Τα άδεια καθίσματα έγιναν η χαρακτηριστικότερη εικόνα των Αγώνων.
Πέντε χρόνια μετά
Το «Τόκιο 2020» είχε βαρύ οικονομικό τίμημα. Η επίσημη τελική δαπάνη για τους Ολυμπιακούς και Παραολυμπιακούς Αγώνες ανήλθε σε 1,424 τρισ. γιεν, περίπου 11 δισ. ευρώ με τη μέση ισοτιμία του 2021. Η Ανώτατη Ελεγκτική Αρχή της Ιαπωνίας υπολόγισε αργότερα, χρησιμοποιώντας ευρύτερη περίμετρο δαπανών, το συνολικό κόστος σε περίπου 1,7 τρισ. γιεν ή 13,1 δισ. ευρώ. Η χώρα έχασε επίσης τα έσοδα και την τουριστική προβολή που θα πρόσφεραν εκατομμύρια ξένοι επισκέπτες.
Ωστόσο, πέντε χρόνια αργότερα, οι υποδομές δεν έχουν εγκαταλειφθεί. Και οι 33 μόνιμες εγκαταστάσεις που χρησιμοποιήθηκαν στους Αγώνες παραμένουν σε λειτουργία. Από τις συνολικά 43 αγωνιστικές εγκαταστάσεις, οκτώ είχαν κατασκευαστεί εξαρχής, 25 ήταν προϋπάρχουσες και δέκα προσωρινές. Το πρώην Ολυμπιακό Χωριό έχει μετατραπεί στο Harumi Flag, μια νέα παραθαλάσσια οικιστική περιοχή του Τόκιο.

Η σημαντικότερη κληρονομιά της διοργάνωσης, ωστόσο, είναι ότι απέδειξε πως ένας παγκόσμιος θεσμός, όπως οι Ολυμπιακοί Αγώνες, μπορεί να επιβιώσει ακόμη και σε τέτοιες ακραίες συνθήκες. Το Τόκιο δεν παρέδωσε τους Αγώνες που είχε αρχικά υποσχεθεί. Δεν θα μπορούσε άλλωστε. Παρέδωσε μια σιωπηλή διοργάνωση, η οποία όμως έφερε ξανά τους αθλητές του κόσμου στα στάδια, έπειτα από μήνες απομόνωσης και αβεβαιότητας.



