Οι κεντρικοί τραπεζίτες βρίσκονται μπροστά σε ένα εξαιρετικά δύσκολο έργο αυτή την εβδομάδα. Την Τετάρτη συνεδριάζει για τα επιτόκια η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, ενώ την Πέμπτη ακολουθούν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η Τράπεζα της Αγγλίας, και καλούνται να λάβουν αποφάσεις χωρίς κανείς να γνωρίζει προς τα που πάει η κρίση στη Μέση Ανατολή. Προς το παρόν, τα οικονομικά στοιχεία δεν παρέχουν σαφείς απαντήσεις για το πώς πρέπει να κινηθούν. Ενώ τον Μάρτιο οι κεντρικοί τραπεζίτες είχαν αφήσει να εννοηθεί ότι μέχρι τον Απρίλιο θα υπάρχει καλύτερη εικόνα, στην πραγματικότητα συμβαίνει το αντίθετο.
Για παράδειγμα, ο πληθωρισμός ανεβαίνει στην Ευρωζώνη, αλλά κυρίως λόγω των καυσίμων κίνησης. Ξεκάθαρα στοιχεία για τις δευτερογενείς επιδράσεις στον δομικό πληθωρισμό ή στα τρόφιμα δεν υπάρχουν ακόμα και θα χρειαστεί κι άλλος χρόνος για να αποτυπωθούν με σαφήνεια. Ταυτόχρονα, οι προσδοκίες των καταναλωτών για τον πληθωρισμό ενισχύονται, η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχωρεί, και οι επιχειρήσεις βλέπουν υψηλότερα κόστη εισροών.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, οι αγορές δεν αναμένουν αύξηση επιτοκίων ούτε από τη Fed, ούτε από την ΕΚΤ, ούτε από την Τράπεζα της Αγγλίας, αντιθέτως θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι και οι τρεις θα κρατήσουν τα επιτόκια αμετάβλητα. Όμως συνεχίζουν να προεξοφλούν πάνω από δύο αυξήσεις επιτοκίων έως το τέλος του έτους τόσο στην Ευρωζώνη όσο και στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Ιδανικά, οι κεντρικές τράπεζες δεν θα ήθελαν να αυξήσουν καθόλου τα επιτόκια. Το πρόβλημα όμως είναι ότι, όσο περνά ο καιρός χωρίς κάποια κίνηση εκ μέρους τους, οι επενδυτές μπορεί να θεωρήσουν ότι οι κεντρικές τράπεζες δεν είναι αρκετά αποφασισμένες να συγκρατήσουν τον πληθωρισμό. Όπως σχολιάζουν ξένοι αναλυτές, δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις αυτή τη στιγμή, πέρα από το να παραμείνουν όλες οι επιλογές στο τραπέζι. Με άλλα λόγια, να διατηρήσουν την «απειλή» των αυξήσεων χωρίς όμως να αφεθούν οι αγορές να προεξοφλήσουν υπερβολική σύσφιξη.
Η Fed στο επίκεντρο
Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ αναμένεται να αφήσει αμετάβλητη τη νομισματική της πολιτική, με την αμερικανική οικονομία να συνεχίζει να αναπτύσσεται, αλλά με εμπόδια, καθώς το κόστος καυσίμων ωθεί τον πληθωρισμό υψηλότερα. Σε κάθε περίπτωση, το ενδιαφέρον όλων θα στραφεί στη συνέντευξη Τύπου του Πάουελ, η οποία θεωρητικά μπορεί να είναι η τελευταία του ως πρόεδρος, καθώς η θητεία του λήγει στις 15 Μαΐου.
Ξένοι αναλυτές σχολιάζουν ότι βασικός στόχος της Fed είναι να κρατήσει σταθερές τις προσδοκίες πληθωρισμού, ο οποίος αναμένεται σύντομα να ξεπεράσει ακόμα και το 4%.Επισημαίνουν ωστόσο ότι η αύξηση των τιμών των καυσίμων λειτουργεί περιοριστικά για τη ζήτηση, καθώς μειώνει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, κάτι που μπορεί τελικά να πιέσει τον δομικό πληθωρισμό χαμηλότερα.
Από την άλλη, στην αγορά εργασίας καταγράφεται στασιμότητα. Έτσι η Fed καλείται έτσι να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο αντικρουόμενους στόχους, τη συγκράτηση του πληθωρισμού και την τόνωση της απασχόλησης. Προς το παρόν, η αγορά συνεχίζει να αναμένει μειώσεις επιτοκίων αργότερα μέσα στη χρονιά από τη Fed, τον Σεπτέμβριο και τον Δεκέμβριο, ενδεχομένως υπό μια νέα ηγεσία που θα είναι πιο πρόθυμη να κινηθεί στην κατεύθυνση της χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής.