Διανύουμε το τρίτο δεκαήμερο του Απριλίου 2026 και ο πληθωρισμός των τροφίμων παραμένει ίσως το πιο επίμονο μακροοικονομικό πρόβλημα της χώρας. Κάθε φορά που ο καταναλωτής αντικρίζει τις τιμές των νωπών φρούτων και λαχανικών στο ράφι του σούπερ μάρκετ, αυτός εστιάζει στον πρωτογενή τομέα. Υπάρχει μια εδραιωμένη πεποίθηση ότι η ακρίβεια οφείλεται στον «κερδοσκόπο αγρότη»! Είναι όμως έτσι;
Η οικονομική ανάλυση της εφοδιαστικής αλυσίδας καταρρίπτει αυτόν τον μύθο με ψυχρούς αριθμούς. Για να κατανοήσουμε πού πραγματικά καταλήγουν τα χρήματα του καταναλωτή, πρέπει να αποδομήσουμε την τελική τιμή ενός προϊόντος και να δούμε πώς κατανέμεται η υπεραξία σε κάθε ενδιάμεσο κρίκο, από το χωράφι, μέχρι και αυτό να καταλήξει στο ράφι.
Η πραγματικότητα του χωραφιού απέχει κατά πολύ από την εικόνα του ραφιού… Στα περισσότερα νωπά αγροτικά προϊόντα, ο παραγωγός εισπράττει ιστορικά ένα ποσοστό που κυμαίνεται μεταξύ 20% και 25% της τελικής τιμής λιανικής.
Ας λάβουμε ένα συγκεκριμένο παράδειγμα. Μια ντομάτα που φτάνει στο ράφι του σούπερ μάρκετ στην Αθήνα τιμή 2,20 ευρώ το κιλό, δεν αποδίδει παραπάνω από 0,45–0,50 ευρώ στον παραγωγό. Από αυτό το πενηνταράκι, ο παραγωγός καλείται να αποσβέσει το κόστος των πανάκριβων λιπασμάτων, το ενεργειακό κόστος άρδευσης (που διπλασιάστηκε μετά την κρίση του Περσικού Κόλπου) και τα εργατικά χέρια. Πρακτικά, το καθαρό του κέρδος μετριέται σε ελάχιστα λεπτά του ευρώ ανά κιλό. Το υπόλοιπο 75% έως 80% της αξίας προστίθεται αφού το προϊόν εγκαταλείψει την πύλη του χωραφιού.
Η σύγκριση με το 2024 είναι αποκαλυπτική. Τότε, το κόστος άρδευσης ανά κιλό ντομάτας κυμαινόταν στα 0,08–0,12 ευρώ. Σήμερα, μετά την αύξηση του κόστους ενέργειας επακόλουθη της κρίσης του Ορμούζ (που ανέβασε τις τιμές kWh κατά 35–40%), το ίδιο κόστος έχει ανέλθει σε 0,16–0,20 ευρώ ανά κιλό, μπορεί και περισσότερο. Ο παραγωγός δεν μπορεί να μειώσει τις ποσότητες αν το κάνει, χάνει αγορά. Έτσι, η συμπίεση περιθωρίου γίνεται αναπόφευκτη για τον παραγωγό στο χωράφι.

Μόλις το προϊόν φτάσει στο συσκευαστήριο, ξεκινά ένας νέος κύκλος κοστολόγησης. Εδώ δεν μιλάμε απαραίτητα για αισχροκέρδεια, αλλά για πραγματικά, ανελαστικά βιομηχανικά έξοδα τα οποία έχουν εκτοξευτεί:
Διαλογή και Συσκευασία (15–20% της τελικής τιμής): Τα υλικά συσκευασίας (χαρτοκιβώτια, πλαστικά, παλέτες) και η λειτουργία των σύγχρονων διαλογητηρίων προσθέτουν σημαντικό βάρος. Δεν πρέπει να παραβλέψει κανείς εδώ, ότι και τα υλικά αυτά ανατιμώνται από την κρίση στα στενά.
Ψύξη και Αποθήκευση (10–15%): Τα φρέσκα τρόφιμα είναι προϊόντα άκρως ενεργοβόρα. Τα βιομηχανικά ψυγεία και οι θάλαμοι ελεγχόμενης ατμόσφαιρας καταναλώνουν ρεύμα, το κόστος του οποίου παραμένει υψηλό και όσο διαρκεί η κρίση, τόσο ανεβαίνει και η τιμή του.
Η «αόρατη» ζημιά της Φύρας: Στα νωπά προϊόντα, περίπου ένα 10–15% της αρχικής ποσότητας δεν φτάνει ποτέ στο ταμείο. Καταστρέφεται κατά τη διαλογή, σαπίζει στα φορτηγά ή λήγει στο ράφι. Το κόστος αυτής της απώλειας ενσωματώνεται (προκαταβολικά) στην τιμή των προϊόντων που τελικά πωλούνται. Υπάρχουν περιπτώσεις δε, που η φύρα αυτή μπορεί να αγγίξει ακόμα και το 40% (σε ευπαθή κηπευτικά).
Το επόμενο στάδιο είναι η μεταφορά. Τα μεταφορικά κόστη (καύσιμα, διόδια, συντήρηση στόλου ψυγείων-φορτηγών) απορροφούν ένα επιπλέον 10% έως 15% της αξίας πριν τελικά το προϊόν φτάνει στο λιανεμπόριο. Το σούπερ μάρκετ, για να καλύψει τα δικά του υψηλά λειτουργικά έξοδα (ενοίκια, μισθοδοσία, ρεύμα, marketing) και τον ΦΠΑ, λειτουργεί με ένα μικτό περιθώριο κέρδους που συχνά προσεγγίζει το 30%.
Η λύση δεν βρίσκεται στην εξωτερική κρατική παρέμβαση (θέσπιση τιμών ή κατώτατων ορίων), αλλά στην αναδιάρθρωση της αλυσίδας από τα κάτω προς τα πάνω, μέσω εταιρειών και συνεργατικών σχημάτων που μειώνουν τους ενδιάμεσους. Δυστυχώς στη χώρα μας τα συνεργατικά σχήματα με επιτυχημένη πορεία είναι πολύ λίγα.
Η ακρίβεια στα τρόφιμα το 2026 δεν προκύπτει από την πλεονεξία ή τα υπερκέρδη του πρωτογενούς τομέα όπως κάποιοι πιστεύουν. Προκύπτει από τις δομικές ανεπάρκειες μιας μακράς, ενεργοβόρας εφοδιαστικής αλυσίδας. Κάθε ενδιάμεσος κρίκος προσθέτει το δικό του λειτουργικό ρίσκο, το οποίο εν τέλει το πληρώνει ο καταναλωτής.
Η λύση δεν είναι το «κυνήγι μαγισσών» εναντίον των αγροτών. Η λύση βρίσκεται στην ενίσχυση των «βραχειών αλυσίδων εφοδιασμού», στη δημιουργία ισχυρών συνεταιρισμών που θα καθετοποιήσουν την παραγωγή τους (αναλαμβάνοντας οι ίδιοι την τυποποίηση ή και μεταποίηση αργότερα) και στη χρήση ψηφιακών τεχνολογιών logistics που θα ελαχιστοποιήσουν τη φύρα και τα μεταφορικά κόστη.
Μόνο αν μικρύνουμε την απόσταση από το χωράφι στο ράφι, θα προστατεύσουμε το εισόδημα του παραγωγού και το πορτοφόλι του καταναλωτή.