Περισσότερες από 100 βιομηχανικές μονάδες έχουν ήδη κλείσει στην Ευρώπη τα τελευταία δύο χρόνια, σε μια εξέλιξη που μετατρέπει το ενεργειακό κόστος από μακροοικονομικό πρόβλημα σε άμεσο παραγωγικό σοκ. Σύμφωνα με στοιχεία του κλάδου, 101 εγκαταστάσεις έχουν τεθεί εκτός λειτουργίας από τις αρχές του 2024, με απώλεια περίπου 75.000 θέσεων εργασίας και 25 εκατ. τόνων παραγωγικής ικανότητας κυρίως στον τομέα των χημικών.
- Διαβάστε ακόμα Βιομηχανία: Το ενεργειακό κόστος «κρατά το πάνω χέρι», παρά το πακέτο στήριξης - Τι αλλάζει με τα νέα μέτρα
Η εξέλιξη αυτή δεν αφορά μεμονωμένες περιπτώσεις, αλλά έναν ευρύτερο μετασχηματισμό της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, όπου το ενεργειακό κόστος λειτουργεί πλέον ως καθοριστικός παράγοντας βιωσιμότητας. Το πρόβλημα επανήλθε στο προσκήνιο και σε πολιτικό επίπεδο στα μέσα Απριλίου, όταν ο πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης, προειδοποίησε ότι οι τιμές ενέργειας στην Ευρώπη παραμένουν δύο έως τρεις φορές υψηλότερες από εκείνες στις ΗΠΑ και την Κίνα.
Από το κόστος στο λουκέτο
Η σύνδεση μεταξύ ενεργειακού κόστους και αποβιομηχάνισης γίνεται πλέον όλο και πιο άμεση. Σε κλάδους όπως τα χημικά, ο χάλυβας και το τσιμέντο, όπου η ενέργεια αποτελεί βασικό συντελεστή παραγωγής, η αύξηση των τιμών δεν μπορεί να απορροφηθεί εύκολα ούτε να μετακυλιστεί πλήρως στον τελικό καταναλωτή.
Τα λουκέτα που καταγράφονται δεν είναι προσωρινές διακοπές λειτουργίας, αλλά σε πολλές περιπτώσεις μόνιμες αποσύρσεις παραγωγικής ικανότητας, κάτι που σημαίνει ότι η Ευρώπη χάνει μερίδιο στη διεθνή βιομηχανική παραγωγή. Η απώλεια των 25 εκατ. τόνων παραγωγής στη χημική βιομηχανία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του μεγέθους της πίεσης.
Η εικόνα επιδεινώθηκε περαιτέρω μέσα στην άνοιξη του 2026. Διεθνείς οργανισμοί αναφέρουν ότι η άνοδος των τιμών ενέργειας λόγω γεωπολιτικών εξελίξεων επιβαρύνει ακόμη περισσότερο έναν ήδη ευάλωτο κλάδο, ενώ η BDI προειδοποίησε ότι η γερμανική βιομηχανία κινείται προς στασιμότητα το 2026, με τις τιμές ενέργειας να συγκαταλέγονται στους βασικούς ανασταλτικούς παράγοντες.
Το ενεργειακό χάσμα πίσω από την κρίση
Παρά την αποκλιμάκωση από τα ακραία επίπεδα της ενεργειακής κρίσης του 2022, το διαρθρωτικό πρόβλημα παραμένει. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (ΙΕΑ) στην έκθεση Electricity 2026 καταγράφει ότι οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες στην Ευρωπαϊκή Ένωση παρέμειναν το 2025 πάνω από δύο φορές υψηλότερες από τις αντίστοιχες στις ΗΠΑ και σχεδόν 50% υψηλότερες από την Κίνα.
Σε επίπεδο δεδομένων, η πίεση αυτή αποτυπώνεται ήδη στις τιμές και στη δραστηριότητα της βιομηχανίας. Τον Μάρτιο του 2026, οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας σε βασικές ευρωπαϊκές αγορές εκτινάχθηκαν, φτάνοντας περίπου τα €99/MWh στη Γερμανία και έως €143/MWh στην Ιταλία, ακολουθώντας την άνοδο του φυσικού αερίου. Την ίδια στιγμή, η βιομηχανική παραγωγή στην Ευρωζώνη παραμένει υποτονική, με την παραγωγή να βρίσκεται περίπου 3% χαμηλότερα από τα επίπεδα του 2021, υπό την πίεση – μεταξύ άλλων – του υψηλού ενεργειακού κόστους.
Παράλληλα, τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι, ακόμη και μετά την αποκλιμάκωση των τιμών ενέργειας το 2025, το συνολικό κόστος για τη βιομηχανία παραμένει αυξημένο σε σχέση με τα προ κρίσης επίπεδα, έχοντας καταγράψει άνοδο άνω του 60% την περίοδο 2021–2025. Στο ίδιο πλαίσιο, στο Σχέδιο Δράσης για τον Χάλυβα και τα Μέταλλα (Steel and Metals Action Plan) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η τιμή ηλεκτρικής ενέργειας για τη βιομηχανία στην Ευρώπη εκτιμάται περίπου στα €0,16/kWh, έναντι περίπου €0,07/kWh στις ΗΠΑ. Για μια ενεργοβόρα μονάδα, αυτή η διαφορά μεταφράζεται σε δεκάδες εκατομμύρια ευρώ ετησίως.
Τα στοιχεία της Eurostat επιβεβαιώνουν ότι το πρόβλημα είναι έντονο και εντός της ίδιας της Ευρώπης. Στην έκδοση Energy in Europe 2026, οι τιμές για μη οικιακούς καταναλωτές κυμαίνονται από περίπου €27 ανά 100 kWh στην Ιρλανδία έως περίπου €8 ανά 100 kWh στη Φινλανδία, γεγονός που υποδηλώνει μεγάλες ανισότητες στο ενεργειακό κόστος μεταξύ των κρατών-μελών.
Γιατί οι ΑΠΕ δεν φτάνουν για να ρίξουν τις τιμές
Το παράδοξο είναι ότι η Ευρώπη αυξάνει σταθερά το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, χωρίς αυτό να οδηγεί σε αντίστοιχη μείωση του κόστους για τη βιομηχανία. Ο λόγος είναι δομικός: σε μεγάλο μέρος της αγοράς, η τελική τιμή συνεχίζει να καθορίζεται από το ακριβότερο καύσιμο που απαιτείται για την κάλυψη της ζήτησης, συνήθως το φυσικό αέριο. Η Κομισιόν αναγνωρίζει ότι οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας εξακολουθούν να επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από τις τιμές των ορυκτών καυσίμων, γεγονός που διατηρεί το χάσμα με τις ΗΠΑ ακόμη και σε περιόδους αποκλιμάκωσης.
Από την παραγωγή στις επενδύσεις
Το ενεργειακό κόστος δεν επηρεάζει μόνο τη λειτουργία των υφιστάμενων μονάδων, αλλά και τις μελλοντικές επενδυτικές αποφάσεις. Οι ευρωπαϊκές ενεργειακές εταιρείες σχεδιάζουν επενδύσεις δισεκατομμυρίων στις ΗΠΑ, όπου το ενεργειακό περιβάλλον είναι πιο ανταγωνιστικό και η ζήτηση αυξάνεται, ιδίως λόγω της ανάπτυξης των data centers. Αν η τάση αυτή συνεχιστεί, η Ευρώπη κινδυνεύει να χάσει όχι μόνο παραγωγή, αλλά και νέες επενδύσεις, ενισχύοντας περαιτέρω το φαινόμενο της αποβιομηχάνισης.
Τι σημαίνει αυτό για την Ελλάδα
Για την Ελλάδα, το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η συζήτηση για την ενέργεια εστιάζει κυρίως στις τιμές λιανικής και στους λογαριασμούς των νοικοκυριών. Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα για την οικονομία είναι κατά πόσο μπορεί να εξασφαλιστεί σταθερό και ανταγωνιστικό ενεργειακό κόστος για τη βιομηχανία.
Η πίεση του ενεργειακού κόστους παραμένει εμφανής, ακόμη και σε φάσεις σχετικής αποκλιμάκωσης. Τον Μάρτιο του 2026, η μέση τιμή στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας διαμορφώθηκε κοντά στα €90 – 100/MWh, με έντονες διακυμάνσεις που σε ορισμένες ημέρες ξεπέρασαν τα €120/MWh, ακολουθώντας την άνοδο του φυσικού αερίου.
Παράλληλα, παρά τη σταθεροποίηση σε ορισμένα τιμολόγια, η τελική επιβάρυνση για τις επιχειρήσεις παραμένει αυξημένη, καθώς στο κόστος ενέργειας προστίθενται ρυθμιζόμενες χρεώσεις και λοιπές επιβαρύνσεις. Το αποτέλεσμα είναι ότι η συνολική ενεργειακή δαπάνη για τη βιομηχανία παραμένει σημαντικά υψηλότερη σε σχέση με τα προ κρίσης επίπεδα, περιορίζοντας την ανταγωνιστικότητα.