Σοβαρές αμφιβολίες για την ικανότητα του Προσωρινού Ταμείου Απανθρακοποίησης να λειτουργήσει ως ουσιαστικό εργαλείο κινητοποίησης επενδύσεων διατυπώνει στην έκθεσή του το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο (ΕΕΣ), επισημαίνοντας ότι ο σχεδιασμός του στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε υφιστάμενα εργαλεία, όπως το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών της ΕΕ (ETS), χωρίς να εισάγει ουσιαστικά νέα κίνητρα.
Σύμφωνα με την ανάλυση, το Ταμείο προβλέπει ότι η στήριξη προς τις επιχειρήσεις θα υπολογίζεται με βάση την ιστορική τους παραγωγή και όχι με γνώμονα νέες επενδύσεις ή συγκεκριμένα projects απανθρακοποίησης, γεγονός που περιορίζει αισθητά το αναπτυξιακό του αποτύπωμα. Την ίδια στιγμή, η έκθεση επισημαίνει ότι δεν υπάρχει καμία ποσοτική εκτίμηση για το ύψος των πρόσθετων επενδύσεων που θα μπορούσε να κινητοποιήσει το συγκεκριμένο εργαλείο, αφήνοντας ανοιχτό το ερώτημα αν τελικά θα συμβάλει ουσιαστικά στη μετάβαση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας σε χαμηλότερες εκπομπές.
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι οι πληρωμές θα γίνουν το 2029, αλλά θα αφορούν παραγωγή των ετών 2026 και 2027, κάτι που σημαίνει ότι το σύνολο της στήριξης θα δοθεί αναδρομικά. Αυτό, σύμφωνα με το Ελεγκτικό Συνέδριο, περιορίζει δραστικά την ικανότητα του εργαλείου να επηρεάσει επενδυτικές αποφάσεις και δημιουργεί κινδύνους για την ορθή δημοσιονομική διαχείριση, καθώς οι ενισχύσεις δεν μπορούν να κατευθύνουν εκ των προτέρων τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων.
Ανακολουθία εσόδων και δαπανών
Ιδιαίτερα αποκαλυπτικά είναι τα ίδια τα οικονομικά δεδομένα του Ταμείου. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι τα συνολικά έσοδα θα ανέλθουν σε 632 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων περίπου 308 εκατ. ευρώ αντιστοιχούν στο 2026 και 324 εκατ. ευρώ στο 2027, ενώ οι συνολικές δαπάνες υπολογίζονται σε μόλις 265 εκατ. ευρώ. Η σημαντική αυτή απόκλιση οδηγεί το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο να θέτει ζήτημα για το κατά πόσο είναι αναλογικό το ποσοστό 25% των εσόδων από τον Μηχανισμός Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα που καλούνται να μεταφέρουν τα κράτη μέλη στο Ταμείο.
Τα 265 εκατ. ευρώ δεν αφορούν μεταβιβάσεις προς τα κράτη μέλη, αλλά τη συνολική στήριξη που προβλέπεται να καταβληθεί σε επιχειρήσεις, η οποία υπολογίζεται με βάση την παραγωγή των ετών 2026–2027 και συγκεκριμένους κανόνες του συστήματος ETS. Αυτό σημαίνει ότι το ύψος των ενισχύσεων δεν καθορίζεται από τα διαθέσιμα έσοδα, αλλά από έναν προκαθορισμένο μηχανισμό, περιορίζοντας έτσι τη δυνατότητα πλήρους αξιοποίησης των πόρων ακόμη και αν τα έσοδα του Ταμείου είναι υψηλότερα.
Την ίδια στιγμή, τόσο τα έσοδα όσο και οι δαπάνες παραμένουν ιδιαίτερα αβέβαια, καθώς εξαρτώνται από παράγοντες που δεν μπορούν ακόμη να προβλεφθούν με ακρίβεια, όπως οι μελλοντικές τιμές των δικαιωμάτων εκπομπών και ο όγκος των εισαγωγών προϊόντων υψηλής έντασης άνθρακα. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και για τα λεγόμενα “opt-in” προϊόντα –που ενδέχεται να ενταχθούν εκ των υστέρων στο σύστημα– η εκτιμώμενη δαπάνη των 75 εκατ. ευρώ βασίζεται σε περιορισμένα δεδομένα.
Καθυστερήσεις και «παγωμένα» κεφάλαια
Πέρα από τα μεγέθη, σημαντικά ζητήματα προκύπτουν και στο χρονοδιάγραμμα των χρηματοροών. Τα κράτη μέλη θα μεταφέρουν στο Ταμείο τα έσοδα από τα πιστοποιητικά CBAM σε δύο δόσεις, έως τις 31 Μαρτίου 2028 και 31 Μαρτίου 2029, ωστόσο η καταβολή της στήριξης θα πραγματοποιηθεί σε μία ενιαία πληρωμή το 2029. Αυτό σημαίνει ότι σημαντικό μέρος των πόρων, και συγκεκριμένα ποσά της τάξης των 308 εκατ. ευρώ, θα παραμείνουν ουσιαστικά ανεκμετάλλευτα για χρονικό διάστημα άνω του ενός έτους, χωρίς σαφείς προβλέψεις για τη διαχείρισή τους.
Η χρηματοδότηση του Ταμείου συνδέεται άμεσα με τον CBAM, ο οποίος τέθηκε σε πλήρη εφαρμογή την 1η Ιανουαρίου 2026 και καλύπτει έξι βασικούς ενεργοβόρους τομείς, μεταξύ των οποίων ο σίδηρος, ο χάλυβας, το αλουμίνιο, τα λιπάσματα και η ηλεκτρική ενέργεια. Ωστόσο, πρόκειται για έναν μηχανισμό χωρίς ιστορικά δεδομένα, γεγονός που εντείνει την αβεβαιότητα γύρω από την αξιοπιστία των προβλέψεων για τα έσοδα του Ταμείου.
Στα θετικά της πρότασης, το Ελεγκτικό Συνέδριο επισημαίνει ότι, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για ένα νέο χρηματοδοτικό εργαλείο, το Ταμείο βασίζεται σε ήδη υφιστάμενες διοικητικές δομές και διαδικασίες του Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών της ΕΕ, γεγονός που αναμένεται να περιορίσει τον διοικητικό φόρτο για τις επιχειρήσεις και να συγκρατήσει το κόστος διαχείρισης.
Σε επίπεδο ευρύτερου σχεδιασμού, η πρόταση εντάσσεται στη συζήτηση για τον επόμενο πολυετή προϋπολογισμό της ΕΕ (2028–2034), όπου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει εισηγηθεί το 75% των εσόδων από τα πιστοποιητικά CBAM να αποτελούν ίδιους πόρους της Ένωσης, με το υπόλοιπο 25% να παραμένει στα κράτη μέλη. Ωστόσο, η σχετική απόφαση απαιτεί όχι μόνο την έγκριση του Συμβουλίου αλλά και κύρωση από όλα τα εθνικά κοινοβούλια, γεγονός που προσθέτει έναν ακόμη βαθμό αβεβαιότητας στο συνολικό πλαίσιο χρηματοδότησης.
Προτάσεις και παρεμβάσεις που ζητά το Ελεγκτικό Συνέδριο
Στο πλαίσιο της γνώμης του, το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο δεν περιορίζεται στην καταγραφή αδυναμιών, αλλά προτείνει και συγκεκριμένες διορθωτικές παρεμβάσεις. Μεταξύ αυτών, ζητά να επανεξεταστεί η αναλογία του 25% των εσόδων που κατευθύνονται στο Ταμείο ώστε να ευθυγραμμιστεί καλύτερα με τις πραγματικές δαπάνες, καθώς και να εξεταστεί η δυνατότητα εφάπαξ μεταφοράς των πόρων το 2029, προκειμένου να αποφευχθεί η συσσώρευση αχρησιμοποίητων κεφαλαίων.
Παράλληλα, προτείνεται να αποσαφηνιστεί πλήρως ότι οι ενισχύσεις θα καταβάλλονται αναδρομικά, αλλά και να αναζητηθούν εναλλακτικές λύσεις αντί για ορισμένες παρεκκλίσεις από τον δημοσιονομικό κανονισμό, οι οποίες – όπως επισημαίνεται – αυξάνουν τον κίνδυνο αποδυνάμωσης βασικών δημοσιονομικών αρχών. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ανάγκη καλύτερης διαχείρισης των αδιάθετων πόρων και στην αποφυγή πρακτικών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε κατακερματισμό των κανόνων χρηματοδότησης της ΕΕ.
Η συνολική εικόνα που προκύπτει είναι αυτή ενός μεταβατικού εργαλείου με σημαντικές δομικές αδυναμίες, υψηλή αβεβαιότητα και περιορισμένη ικανότητα να κινητοποιήσει νέες επενδύσεις, σε μια κρίσιμη φάση για την ευρωπαϊκή βιομηχανία, καθώς ξεκινά η σταδιακή κατάργηση των δωρεάν δικαιωμάτων εκπομπών και εντείνεται η πίεση για ταχεία απανθρακοποίηση.