Η ενεργειακή αναβάθμιση των κατοικιών παραμένει για τους περισσότερους Έλληνες μια ανάγκη που δεν γίνεται πράξη. Παρά τις συνεχείς εξαγγελίες και τα προγράμματα τύπου «Εξοικονομώ», η πραγματικότητα που καταγράφουν τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής δείχνει ότι για την μεγάλη πλειονότητα των νοικοκυριών το βασικό εμπόδιο δεν είναι η ενημέρωση ή η διάθεση, αλλά το ίδιο το κόστος.
Η εικόνα που προκύπτει για το 2025 είναι ενδεικτική: η ενεργειακή μετάβαση «σκοντάφτει» στο διαθέσιμο εισόδημα, αφήνοντας μεγάλα τμήματα του πληθυσμού εκτός ουσιαστικών παρεμβάσεων.
Ελάχιστες παρεμβάσεις στα σπίτια, παρά τις ανάγκες
Η διείσδυση των ενεργειακών ανακαινίσεων παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη. Μόλις το 0,9% του πληθυσμού ζει σε κατοικίες όπου υλοποιήθηκαν τρία ή περισσότερα μέτρα ενεργειακής αναβάθμισης την τελευταία πενταετία, ενώ το 1,4% προχώρησε σε δύο παρεμβάσεις και το 7,2% σε μία μόνο.
Αυτό σημαίνει ότι λιγότερο από 1 στους 10 έχει προχωρήσει έστω και σε βασικές εργασίες εξοικονόμησης ενέργειας, όπως θερμομόνωση, αντικατάσταση κουφωμάτων ή αναβάθμιση συστημάτων θέρμανσης.
Αντίθετα, το 36,9% του πληθυσμού ζει σε κατοικίες όπου δεν έγινε καμία παρέμβαση, παρότι υπάρχει τέτοια ανάγκη, ενώ το 47,8% δεν προχώρησε σε αλλαγές επειδή δεν το θεώρησε απαραίτητο. Ένα επιπλέον 5,7% δηλώνει ότι δεν γνωρίζει αν έχουν γίνει παρεμβάσεις.
Η εικόνα αυτή συνδέεται και με το «γερασμένο» κτιριακό απόθεμα: το 68,4% των κατοικιών έχει κατασκευαστεί ή ανακαινιστεί μεταξύ 1961 και 2000, δηλαδή πριν από την εφαρμογή σύγχρονων ενεργειακών προτύπων, γεγονός που αυξάνει τόσο την ανάγκη όσο και το κόστος παρεμβάσεων
Το κόστος ως βασικός «κόφτης» – Περιορισμένη η εμβέλεια των προγραμμάτων ενεργειακής αναβάθμισης
Το πιο αποκαλυπτικό εύρημα αφορά τους λόγους για τους οποίους δεν πραγματοποιούνται οι απαραίτητες παρεμβάσεις. Μεταξύ όσων δηλώνουν ότι η κατοικία τους χρειαζόταν ενεργειακή αναβάθμιση αλλά δεν προχώρησαν, το 82,9% αναφέρει ως κύριο εμπόδιο το υψηλό κόστος.
Τα υπόλοιπα εμπόδια δείχνουν σχεδόν αμελητέα: μόλις το 0,7% επικαλείται δυσκολία εύρεσης επαγγελματιών, το 0,5% διοικητικά εμπόδια και το 0,4% άλλους λόγους, ενώ ένα 15,5% δηλώνει ότι δεν υπήρξε ενδιαφέρον.
Το στοιχείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν συνδυαστεί με την ύπαρξη προγραμμάτων επιδότησης, όπως το «Εξοικονομώ». Παρά τη συμβολή τους, τα δεδομένα δείχνουν ότι δεν επαρκούν για να καλύψουν το σύνολο των αναγκών, είτε λόγω περιορισμένης εμβέλειας, είτε λόγω ίδιων κεφαλαίων που απαιτούνται από τα νοικοκυριά. Στην πράξη, η ενεργειακή αναβάθμιση παραμένει για πολλούς μια επένδυση που δεν μπορούν να χρηματοδοτήσουν.
Μετακινήσεις: Εξάρτηση από το αυτοκίνητο και χαμηλή διείσδυση «καθαρών» οχημάτων
Η ίδια εικόνα περιορισμένης προσαρμογής καταγράφεται και στις μετακινήσεις. Το 58,5% του πληθυσμού χρησιμοποιεί ως κύριο μέσο το αυτοκίνητο, έναντι 20,7% που χρησιμοποιεί δημόσιες συγκοινωνίες και 15,6% που μετακινείται με τα πόδια.
Παράλληλα, το 45,5% των νοικοκυριών διαθέτει ένα αυτοκίνητο και το 34,4% δύο, ενώ μόνο το 14,9% δεν διαθέτει κανένα όχημα, στοιχείο που επιβεβαιώνει τη βαθιά εξάρτηση από την ιδιωτική μετακίνηση.
Ο στόλος παραμένει κατά βάση συμβατικός: το 83,6% των οχημάτων είναι βενζινοκίνητα, το 11,6% πετρελαιοκίνητα, ενώ τα υβριδικά περιορίζονται στο 3,3% και τα ηλεκτρικά μόλις στο 1,2%.
Ταυτόχρονα, το 53% των αυτοκινήτων έχει ταξινομηθεί πριν το 2010, γεγονός που εντείνει το ενεργειακό και περιβαλλοντικό αποτύπωμα.
Πρόσβαση και καθημερινότητα: Αντιφατική εικόνα
Σε επίπεδο ποιότητας ζωής και υποδομών, τα δεδομένα δείχνουν μια πιο ισορροπημένη εικόνα. Το 35,3% του πληθυσμού έχει πρόσβαση σε δημόσιο χώρο πρασίνου σε απόσταση μικρότερη των 400 μέτρων, ενώ το 44,8% σε απόσταση έως 1 χιλιόμετρο. Ωστόσο, ένα 14,3% χρειάζεται έως 2 χιλιόμετρα και το 5,6% πάνω από 2 χιλιόμετρα για να φτάσει σε χώρο πρασίνου.
Παράλληλα, το 79,8% των εργαζομένων και σπουδαστών δηλώνει ότι μπορεί να φτάσει στον προορισμό του μέσα σε μία ώρα με μέσα μεταφοράς, ποδήλατο ή περπάτημα, στοιχείο που υποδηλώνει σχετικά καλή λειτουργικότητα του συστήματος μετακινήσεων.
Περιβαλλοντικές συνήθειες: Πρόοδος αλλά όχι γενικευμένη
Σε επίπεδο καθημερινών πρακτικών, καταγράφεται μερική μόνο προσαρμογή. Το 38,9% των νοικοκυριών διαχωρίζει συστηματικά τα πλαστικά απορρίμματα και το 38,6% το κάνει περιστασιακά, ενώ το 22,4% δεν εφαρμόζει τέτοιες πρακτικές.
Αντίστοιχα, στο ζήτημα των ηλεκτρονικών συσκευών, το 24,4% δηλώνει ότι ανακύκλωσε παλιό κινητό τηλέφωνο, ενώ το 37,8% το διατηρεί στο σπίτι χωρίς χρήση, ένδειξη χαμηλής αξιοποίησης κυκλικών πρακτικών.
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ αποτυπώνουν μια ενεργειακή μετάβαση δύο ταχυτήτων. Οι μικρές αλλαγές στην καθημερινότητα προχωρούν σταδιακά, αλλά οι μεγάλες επενδύσεις – όπως οι ενεργειακές ανακαινίσεις και η στροφή σε καθαρότερα οχήματα – παραμένουν περιορισμένες.
Ο κοινός παρονομαστής είναι ξεκάθαρος: το κόστος. Σε ένα περιβάλλον αυξημένων πιέσεων στο διαθέσιμο εισόδημα, η εξοικονόμηση ενέργειας μετατρέπεται από εργαλείο μείωσης δαπανών σε επένδυση που δεν είναι προσιτή για όλους, κρατώντας μεγάλο μέρος των ελληνικών νοικοκυριών μακριά από την ενεργειακή αναβάθμιση.