Κεφάλαια ύψους 74 δισ. ευρώ «απέρριψαν» τα κράτη-μέλη της ΕΕ σε δάνεια από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, εξαιτίας της δυσκολίας στην απορρόφηση των κονδυλίων και των χαμηλότερων επιτοκίων.
Σύμφωνα με τους FT που επικαλούνται στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, έχει εκταμιευθεί μόλις το ήμισυ των δανείων, ενώ απομένουν λιγότεροι από επτά μήνες έως τη λήξη της προθεσμίας για τη χρήση των πόρων. Παράλληλα, οκτώ χώρες έχουν μειώσει σημαντικά τα ποσά που σκόπευαν να δανειστούν.
Η Ισπανία, ο δεύτερος μεγαλύτερος δικαιούχος του ευρωπαϊκού ταμείου ανάκαμψης μετά την Ιταλία, παραιτήθηκε από 60,5 δισ. ευρώ από τα συνολικά 83 δισ. ευρώ δανείων που της είχαν διατεθεί. Η Ρουμανία, η Πολωνία, η Τσεχία, η Πορτογαλία, η Κύπρος, η Σλοβενία και το Βέλγιο αποφάσισαν επίσης να μην αξιοποιήσουν συνολικά 13 δισ. ευρώ από τις δικές τους δανειακές κατανομές.
Έτσι, το συνολικό ύψος του δανεισμού των χωρών μέσω του μηχανισμού μειώνεται στα 217 δισ. ευρώ, περίπου στο 65% των 385 δισ. ευρώ που είχαν αρχικά προβλεφθεί. Οι υπουργοί Οικονομικών της ΕΕ, που συνεδριάζουν σήμερα αναμένεται να εγκρίνουν επισήμως τις αλλαγές αυτές, σημειώνουν οι FT.
Τα κράτη-μέλη έδειξαν μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τα 359 δισ. ευρώ επιδοτήσεων του Ταμείου Ανάκαμψης, καθώς τα ποσά αυτά δεν χρειάζεται να επιστραφούν.
Η περιορισμένη ζήτηση για τα δάνεια οφείλεται εν μέρει στη δυσκολία ορισμένων χωρών να εντοπίσουν έργα του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα που να πληρούν τα κριτήρια χρηματοδότησης.
Αν και οι εκταμιεύσεις ξεκίνησαν το 2021, τα κράτη-μέλη πρέπει να έχουν δαπανήσει τα χρήματα έως το τέλος Αυγούστου, διαφορετικά τα χάνουν.
Παράλληλα, η άνοδος των επιτοκίων και η σύγκλιση του κόστους δανεισμού μεταξύ των κρατών-μελών και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής έχουν μειώσει την ελκυστικότητα των δανείων. Το χρέος σε επίπεδο ΕΕ καθίσταται έτσι λιγότερο συμφέρον σε σύγκριση με τον εθνικό δανεισμό.
Συμφέρει;
Το κόστος δανεισμού για την Ισπανία και την Ιταλία -δύο από τις χώρες της ευρωζώνης με το υψηλότερο χρέος- υποχώρησε πρόσφατα στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 16 ετών σε σχέση με το γερμανικό γεγονός που αποδίδεται στη μεγαλύτερη δημοσιονομική πειθαρχία στη Μαδρίτη και τη Ρώμη.
Χώρες που εξακολουθούν να δανείζονται ακριβότερα από ό,τι η Επιτροπή, όπως η Ισπανία, θεωρούν ότι το οριακό όφελος από την πιστοληπτική αξιολόγηση ΑΑΑ της ΕΕ δεν αρκεί για να αντισταθμίσει τους αυστηρούς όρους που συνοδεύουν τα δάνεια.
«Δεν υπάρχει οικονομικό πλεονέκτημα στο να ζητηθεί το πλήρες πακέτο δανείων, αφού η Ισπανία μπορεί να εκδώσει το δικό της χρέος με παρόμοιο κόστος, χωρίς την προθεσμία του Αυγούστου 2026 ή τις πρόσθετες διοικητικές απαιτήσεις που συνδέονται με τη χρηματοδότηση της ΕΕ», ανέφερε το ισπανικό υπουργείο Οικονομικών. Επιχειρηματικοί φορείς και οικονομολόγοι έχουν επικρίνει την ισπανική κυβέρνηση για βραδύτητα και έλλειψη ευελιξίας στην κατανομή των πόρων, αποδίδοντάς της χαμένες ευκαιρίες λόγω μη αξιοποίησης προτάσεων του ιδιωτικού τομέα.
Αντ’ αυτού, η Ισπανία επέλεξε να χρησιμοποιήσει 10,5 δισ. ευρώ από το εναπομείναν δανειακό της πακέτο για τη δημιουργία ενός κρατικού επενδυτικού ταμείου, το οποίο επιδιώκει να αντλήσει 120 δισ. ευρώ ιδιωτικού χρέους για επενδύσεις σε στέγαση, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ψηφιοποίηση, τεχνητή νοημοσύνη, επαναβιομηχάνιση, υποδομές, ύδατα, υγεία, κυκλική οικονομία και ασφάλεια, όπως ανακοίνωσε η κυβέρνηση την περασμένη εβδομάδα.
Τα κράτη-μέλη εξακολουθούν επίσης να προσπαθούν να απορροφήσουν μεγάλο όγκο επιχορηγήσεων -τόσο από τα κονδύλια ανάκαμψης της ίδιας περιόδου όσο και από τα τακτικά προγράμματα του προϋπολογισμού της ΕΕ- οι οποίες, σε αντίθεση με τα δάνεια, δεν αυξάνουν το δημόσιο χρέος.
Για να μη χαθούν οι επιχορηγήσεις έως την προθεσμία του Αυγούστου, οι πρωτεύουσες έδωσαν προτεραιότητα σε έργα που χρηματοδοτούνται με επιχορηγήσεις, προκαλώντας καθυστερήσεις στην υλοποίηση έργων που βασίζονται σε δανειακούς πόρους.