Οικονομία | Ελλάδα
23-12-2021 | 17:49

Η πανδημία μείωσε τη χρήση των μετρητών – Πώς επηρέασε αγοραστικές συνήθειες και πληρωμές

Νένα Μαλλιάρα
Μοιράσου το
Η πανδημία μείωσε τη χρήση των μετρητών – Πώς επηρέασε αγοραστικές συνήθειες και πληρωμές
live updates: Ανανεώθηκε πριν

Μείωση της κυκλοφορίας μετρητών και αυξημένη διακράτηση χρήματος σε φυσική μορφή, έφερε η πανδημία, θυμίζοντας (ευτυχώς ηπιότερα) εποχές της βαθιάς κρίσης και αβεβαιότητας από το 2008 μέχρι τα μέσα του 2015. Στη διάρκεια της πανδημικής κρίσης το 2020, οι καταναλωτές στην Ελλάδα έκαναν αναλήψεις 38,8 δισ. ευρώ μέσω ΑΤΜ, από 41,5 δισ. ευρώ το 2019. Εντούτοις η μέση αξία ανάληψης παρουσίασε σημαντική αύξηση μετά από πολλά χρόνια (αυξήθηκε κατά περίπου 15% έναντι του 2019, σε 210 ευρώ), γεγονός που μάλλον συνδέεται με τους περιορισμούς στην κινητικότητα και υποδηλώνει ενίσχυση της ζήτησης ρευστότητας για λόγους πρόνοιας.

Το «πανόραμα» των αλλαγών που έφερε η πανδημία στο χρήμα σε κυκλοφορία και στον τρόπο πληρωμών, καταγράφει η Τράπεζα της Ελλάδος στην Ενδιάμεση Έκθεση για τη Νομισματική Πολιτική 2021 που υπέβαλε χθες ο Διοικητής της ΤτΕ, Γιάννης Στουρνάρας, στον Πρόεδρο της Βουλής και στο Υπουργικό Συμβούλιο.

Η μείωση της χρήσης μετρητών, όπως διαπιστώνει η ΤτΕ, συνδυάστηκε με ακόμη μεγαλύτερη χρήσης καρτών. Ο λόγος μετρητών προς κάρτες υποχώρησε με εντονότερο ακόμη ρυθμό (στο 52% το 2020 από 63% το 2019 και 85% το 2015), ενώ για πρώτη φορά από το 2015 αυξήθηκε η μέση αξία ανά συναλλαγή με χρεωστική κάρτα. Όσο για τις ηλεκτρονικές αγορές από χρήστες του διαδικτύου, παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη αύξηση από το 2002, ενώ στις επιχειρήσεις, η συμμετοχή του κύκλου εργασιών από το ηλεκτρονικό εμπόριο στο σύνολο του κύκλου των εργασιών τους, υπερδιπλασιάστηκε εν μέσω της πανδημίας.

Η νομισματική κυκλοφορία

Όπως αναφέρει η ΤτΕ, η πιθανότητα μετάδοσης του ιού μέσω της χρήσης των μετρητών και η προσωρινή διακοπή λειτουργίας πολλών φυσικών καταστημάτων στο πλαίσιο των μέτρων κοινωνικής αποστασιοποίησης περιόρισαν κατά περιόδους τις δυνατότητες και τη συχνότητα χρήσης των μετρητών από τους καταναλωτές για την πραγματοποίηση αγορών. Εκτός από τους περιορισμούς στην κινητικότητα, η αβεβαιότητα που συνόδευσε την πανδημία συνετέλεσε, από την άλλη πλευρά, σε αυξημένη διακράτηση χρήματος σε φυσική μορφή. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται συχνά σε περιόδους έντονης αβεβαιότητας, οπότε καταγράφεται εκτεταμένη προσφυγή στα μετρητά για λόγους πρόνοιας ή λόγους αποθησαυρισμού.

Από το 2008 μέχρι τα μέσα του 2015, οπότε άρχισε να αποκλιμακώνεται, το φαινόμενο της αύξησης των μετρητών στο σεντούκι είχε ανοδική τάση. Με την έναρξη της υγειονομικής κρίσης στις αρχές του 2020, ο δείκτης της νομισματικής κυκλοφορίας κατέγραψε εκ νέου άνοδο, αν και σαφώς περιορισμένη σε σχέση με τις περιόδους Οκτωβρίου 2009-Ιουλίου 2012 και Δεκεμβρίου 2014-Ιουνίου 2015. Ειδικότερα, όπως αναφέρει η ΤτΕ, μεταξύ Φεβρουαρίου 2020 και Μαΐου 2021 η εκτιμώμενη νομισματική κυκλοφορία σημείωσε σωρευτικά τη μέγιστη αύξηση κατά 2,5 δισ. ευρώ (ή 13%), η οποία περιορίστηκε σε 0,7 δισ. ευρώ (ή 4%) έως τον Οκτώβριο του 2021.

Σε αντίθεση με τις προηγούμενες περιόδους κρίσεων, η καταγραφείσα κατά την πανδημία αύξηση της εγχώριας νομισματικής κυκλοφορίας αντανακλά αναλογικά περισσότερο την υστέρηση του όγκου των τραπεζογραμματίων που επέστρεφαν στο τραπεζικό σύστημα το διάστημα αυτό εξαιτίας του περιορισμού των συναλλαγών στην πραγματική οικονομία και, σε μικρότερο βαθμό, την αύξηση της (ακαθάριστης) ζήτησης τραπεζογραμματίων στην οικονομία. Ειδικότερα, την περίοδο Μαρτίου 2020-Μαΐου 2021, στη διάρκεια της οποίας ίσχυσαν κατά διαστήματα τα πιο αυστηρά μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης, η αξία των επιστρεφόμενων τραπεζογραμματίων υποχώρησε κατά 30% περίπου σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο των προηγούμενων δύο ετών, ενώ η αξία των τραπεζογραμματίων που τέθηκαν στην κυκλοφορία παρουσίασε αντιστοίχως μόνο μια ελαφρά υποχώρηση, με ορισμένες τοπικές ανοδικές εξάρσεις, κυρίως κατά τους μήνες που είτε επιδεινώνονταν οι προοπτικές της πανδημίας στη χώρα είτε αντιθέτως επανεκκινούσε η οικονομική δραστηριότητα.

Όπως εξηγεί η ΤτΕ, η υποχώρηση των επιστρεφόμενων τραπεζογραμματίων συνέβη γιατί στη διάρκεια της πανδημίας διακόπηκε ο κύκλος που ακολουθούν τα μετρητά στην οικονομία (cash cycle). Οι επιχειρήσεις λιανικού εμπορίου ή άλλοι πάροχοι υπηρεσιών δεν συγκέντρωναν πλεονάζοντα μετρητά ώστε να επιστραφούν μέσω των εμπορικών τραπεζών στην κεντρική τράπεζα. Πολλά φυσικά καταστήματα μη βασικών αγαθών και υπηρεσιών στα οποία καταγράφεται υψηλή χρήση μετρητών, όπως επιχειρήσεις υπηρεσιών παροχής καταλύματος και εστίασης, ψυχαγωγίας κ.ά., υπολειτουργούσαν στη διάρκεια της πανδημίας, ενώ η κατάθεση χρημάτων στα καταστήματα των τραπεζών παρουσίαζε επίσης δυσχέρειες λόγω της περιορισμένης κινητικότητας. Κατά συνέπεια τα μετρητά πιθανώς κυκλοφορούσαν λιγότερο ενεργά σε σύγκριση με τα προηγούμενα έτη, παραμένοντας περισσότερο στα επιμέρους τμήματα-συμμετέχοντες του κύκλου, χωρίς να ολοκληρώνεται ο κύκλος των μετρητών.

Επιπρόσθετα όμως, καθώς η εγχώρια νομισματική κυκλοφορία στην Ελλάδα είναι πιθανόν να επηρεάζεται και από την εισροή χρήματος από το εξωτερικό, η σημαντική συρρίκνωση στις ροές των τουριστών και στις ταξιδιωτικές εισπράξεις κατά 80% περίπου το 2020 εκτιμάται ότι επηρέασε επίσης πτωτικά τον όγκο των τραπεζογραμματίων που επέστρεφαν στο πιστωτικό σύστημα.

Οι ηλεκτρονικές αγορές

H ΤτΕ επισημαίνει ότι η πανδημία και τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης έφεραν ξανά στο προσκήνιο τις ηλεκτρονικές αγορές και τις ηλεκτρονικές συναλλαγές, επιτρέποντας ως ένα βαθμό τη συνέχιση των καθημερινών αγορών και περιορίζοντας εν μέρει την υποχώρηση της ιδιωτικής κατανάλωσης.

Η στροφή σημαντικού μέρους των καταναλωτών προς τις ηλεκτρονικές αγορές επιβεβαιώνεται με βάση τα αποτελέσματα σχετικής έρευνας που διεξάγει η ΕΛΣΤΑΤ, σύμφωνα με τα οποία το ποσοστό των χρηστών του διαδικτύου που πραγματοποίησαν ηλεκτρονικές αγορές κατά το α΄ τρίμηνο του 2021 διαμορφώθηκε σε 58% (48% το α΄ τρίμηνο 2020), παρουσιάζοντας αύξηση κατά περίπου 11 ποσοστιαίες μονάδες έναντι του προηγούμενου έτους – τη μεγαλύτερη αύξηση από την έναρξη διεξαγωγής της έρευνας το 2002.

Στο ίδιο συμπέρασμα κατατείνει και η έρευνα του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Λιανικής Πωλήσεως Ελλάδος και του εργαστηρίου ELTRUN του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, που αναφέρει ότι τον Ιούνιο του 2021 το 50% των χρηστών του διαδικτύου είχε πραγματοποιήσει πρόσφατα κάποια αγορά μέσω διαδικτύου, έναντι 61% το Δεκέμβριο του 2020 (περίοδος lockdown) και 26% το Δεκέμβριο του 2019 (πριν την πανδημία).

Επιπλέον, σύμφωνα με την έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ, οι εν λόγω αγορές κατευθύνθηκαν κυρίως προς εγχώρια καταστήματα και αφορούσαν κατά κύριο λόγο είδη ένδυσης/υπόδησης, διανομή φαγητού και προϊόντα σχετιζόμενα με ηλεκτρονικούς υπολογιστές και κινητά τηλέφωνα.

Η συμμετοχή του κύκλου εργασιών από το ηλεκτρονικό εμπόριο στο σύνολο του κύκλου εργασιών δείγματος επιχειρήσεων που συμμετέχουν σε άλλη σχετική έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ υπερδιπλασιάστηκε το 2021 και ανήλθε σε 9,8% έναντι 4,3% το 2020, 3,8% το 2018-2019, 3,6% το 2017 και 5,5% το 2016.

Η στροφή σημαντικού μέρους των καταναλωτών προς τις ηλεκτρονικές αγορές επίσης πιθανόν συνέβαλε στην προαναφερθείσα μείωση της ζήτησης μετρητών από τους καταναλωτές μέσω ΑΤΜ. Σημειώνεται ότι για τον περιορισμό της φυσικής επαφής των καταναλωτών με το πληκτρολόγιο των τερματικών στα σημεία πώλησης, το όριο του ποσού των ανέπαφων πληρωμών με κάρτα αυξήθηκε στα 50 ευρώ από τα τέλη Μαρτίου 2020, μέτρο που εκτιμάται ότι συνέβαλε σε επιτάχυνση της χρήσης των πληρωμών με κάρτα στην Ελλάδα.

Τα στατιστικά στοιχεία των πληρωμών δείχνουν ότι η αξία των εγχώριων πληρωμών με κάρτα διαμορφώθηκε το 2020 σε 35 δισ. ευρώ, έναντι 24 δισ. ευρώ το 2019, παρουσιάζοντας σε ετήσια βάση αύξηση κατά 44% (ή 39% με βάση τον αριθμό των πληρωμών αυτών). Σημειώνεται ότι για πρώτη φορά από το 2015 αυξήθηκε η μέση αξία ανά συναλλαγή με χρεωστικές κάρτες.

Το 2016 η αξία των εγχώριων πληρωμών με κάρτα είχε σημειώσει ρυθμό αύξησης 82% (ή 128% με βάση τον αριθμό πληρωμών), αλλά στη συνέχεια μέχρι το 2018 και το 2019 ο ρυθμός αυτός είχε σταθεροποιηθεί σε χαμηλότερα επίπεδα (της τάξεως του 10% σε όρους αξίας και 25% σε αριθμό). Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι οι πληρωμές με κάρτα που πραγματοποιήθηκαν με φυσική παρουσία σε φυσικό τερματικό EFTPOS ανήλθαν το 2020 σε 28,7 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 29% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, ενώ η αντίστοιχη αξία εκείνων που πραγματοποιήθηκαν εξ αποστάσεως ανήλθε σε 6,8 δισ. ευρώ το 2020, αυξημένη κατά 71% έναντι του προηγούμενου έτους.

Κατά συνέπεια, ο λόγος μετρητών-καρτών (cash-card ratio) που θεωρείται στη βιβλιογραφία ενδεικτικός της προτίμησης των καταναλωτών για συναλλαγές με μετρητά σε σχέση με τις πληρωμές με κάρτα και ο οποίος καταγράφει πτωτική τάση εδώ και αρκετά έτη, συνέχισε να υποχωρεί με εντονότερο ρυθμό το 2020, υποδηλώνοντας συνολικά ενίσχυση της προτίμησης για πληρωμές με κάρτα έναντι των μετρητών κατά την πανδημία. Eιδικότερα, ο λόγος μετρητών-καρτών, αφού υποχώρησε από 85% το 2015 σε 63% το 2019, μειώθηκε περαιτέρω σε 52% το 2020. Επιπρόσθετα, η μέση αξία ανά συναλλαγή με χρεωστική κάρτα, η οποία ακολουθούσε πτωτική πορεία, αυξήθηκε, για πρώτη φορά μετά το 2015, σε 33 ευρώ περίπου (από 30 ευρώ το 2019), καθώς, λόγω των περιορισμών στην κινητικότητα, οι καταναλωτές πραγματοποίησαν στα σημεία πώλησης αγορές με μικρότερη συχνότητα, αλλά μεγαλύτερης αξίας.

Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.