Ελλάδα
19-02-2021 | 12:07

Στουρνάρας: Ευχή τα μέτρα να επιτύχουν τη μέγιστη δυνατή ανάσχεση των ΜΕΔ – Η πρόταση της ΤτΕ

Νένα Μαλλιάρα
Μοιράσου το
Στουρνάρας: Ευχή τα μέτρα να επιτύχουν τη μέγιστη δυνατή ανάσχεση των ΜΕΔ – Η πρόταση της ΤτΕ

Τα σημάδια από την κρίση που προκάλεσε η πανδημία δεν είναι ακόμα πλήρως εμφανή στην πραγματική οικονομία τόσο στην Ελλάδα όσο και στην ευρωζώνη, και θα είναι πολύ πιο ορατά μετά την άρση των μέτρων στήριξης. Όσον αφορά το τραπεζικό σύστημα, η επίπτωση αφορά κυρίως σε νέα Μη Εξυπηρετούμενα Δάνεια (ΜΕΔ) καθώς και στην αναμενόμενη επιδείνωση του λόγου των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων (DTC) προς το σύνολο των εποπτικών κεφαλαίων, ανέφερε, μιλώντας στη Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής, ο διοικητής της ΤτΕ, Γιάννης Στουρνάρας

Όπως είπε ο διοικητής της ΤτΕ, σε ένα μήνα περίπου συμπληρώνεται ένα έτος από την έναρξη της πανδημίας ενώ διανύεται ήδη το τρίτο lockdown. Η μείωση του ΑΕΠ εκτιμάται ότι ήταν 10% για το 2020, ενώ φαίνεται προς το παρόν ανάκαμψη μόνο από το δεύτερο τρίμηνο του τρέχοντος έτους. Η επίπτωση στους κλάδους της οικονομικής δραστηριότητας είναι ασύμμετρη, με κάποιους, όπως ο τουρισμός, το εμπόριο, οι μεταφορές, κλπ. να πλήττονται σημαντικά, κάτι το οποίο τεκμαίρεται και από το υψηλό ποσοστό των ενήμερων πιστούχων που βρέθηκαν σε καθεστώς moratorium στους κλάδους αυτούς. 

«Από τους πρώτους μήνες της πανδημίας, η Τράπεζα της Ελλάδος δημοσιοποίησε τις προβλέψεις της για 8-10 δισ. ευρώ νέα ΜΕΔ το 2021. Οι υπολογισμοί αυτοί βασίζονται σε μακροοικονομικά υποδείγματα της ΤτΕ και σχετίζονται με την έως τώρα πορεία των ΜΕΔ σε αντίστοιχες περιπτώσεις απότομης χειροτέρευσης των μακροοικονομικών μεγεθών. Ανάλογο ποσό νέων ΜΕΔ για το 2021 (συγκεκριμένα 8 δισ.) έχουν προβλέψει στα επιχειρησιακά τους πλάνα οι τέσσερις συστημικές τράπεζες, ενώ σε λίγους μήνες αναμένονται και τα αποτελέσματα της άσκησης Stress Test που διενεργεί η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (EBA) και ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός (SSM), στην οποία συμμετέχουν και οι τέσσερις συστημικές ελληνικές τράπεζες.

Φυσικά, κανένα μακροοικονομικό υπόδειγμα πρόβλεψης δεν μπορεί να ενσωματώσει την επίπτωση από παράγοντες όπως τα moratoria, τα ευεργετικά μέτρα στήριξης που έχει πάρει η κυβέρνηση και τα προϊόντα ρύθμισης που παρέχουν οι ίδιες οι τράπεζες. Και προφανώς ευχή είναι τα μέτρα αυτά να επιτύχουν τη μέγιστη δυνατή ανάσχεση των νέων ΜΕΔ», ανέφερε ο κ. Στουρνάρας.

Τα ΜΕΔ ανέρχονται σε περίπου 59 δισ. ευρώ σε ατομική και 63 δισ. σε ενοποιημένη βάση, με τους δείκτες ΜΕΔ ως ποσοστό των συνολικών δανείων να διαμορφώνονται σε 35,8% και 35,3% αντίστοιχα. Ο μέσος όρος για τα πιστωτικά ιδρύματα της ΕΕ για την ίδια περίοδο είναι 2,8%.

Τοποθετούμενος στο πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων, ο διοικητής της ΤτΕ αναφέρθηκε τους λόγους που υπαγορεύουν την υιοθέτηση της πρότασης της ΤτΕ.

Αυτοί, όπως είπε, είναι:

  • Πρώτον, επειδή το πρόβλημα των ΜΕΔ πρέπει να λυθεί αμέσως. 
  • Δεύτερον, επειδή είναι απαραίτητη μια συστημική λύση η οποία θα λειτουργήσει συμπληρωματικά της υφιστάμενης, με δεδομένο ότι μετά την ολοκλήρωση των συναλλαγών που είναι προγραμματισμένες με τον Ηρακλή, το πρώτο ήμισυ του 2021, θα συνεχίσουν να υφίστανται ΜΕΔ ύψους περίπου 40 με 45 δισ. αναλόγως των εκτιμήσεων για τα νέα ΜΕΔ λόγω της πανδημίας.  
  • Τρίτον, στην πρόταση της ΤτΕ, το κόστος εξυγίανσης των ισολογισμών των τραπεζών επωμίζονται σε βάθος χρόνου οι ίδιες οι τράπεζες και όχι ο φορολογούμενος. Οι τράπεζες θα επωμιστούν τελικά το κόστος της εφαρμογής μιας λύσης που βασίζεται στην αγορά. Ωστόσο, 

- οι τράπεζες μπορούν να επωφεληθούν από την εισαγωγή ενός μηχανισμού σταδιακής αναγνώρισης των ζημιών που καθιστά δυνατή την ενίσχυση της κεφαλαιακής τους επάρκειας σε βάθος χρόνου.
- αποφεύγεται η απίσχναση των υφιστάμενων μετόχων λόγω της μετατροπής της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης (DTC) για την απορρόφηση ζημιών.
- ενισχύεται η ρευστότητα και κυρίως η αποδοτικότητα των τραπεζών σε διατηρήσιμη βάση.

  • Τέταρτον και σημαντικότερο, η πρόταση της ΤτΕ επιλύει πέραν των ΜΕΔ και το πρόβλημα του υψηλού ποσοστού της Αναβαλλόμενης Φορολογικής Απαίτησης στα κεφάλαια των πιστωτικών ιδρυμάτων. Αυτό είναι πολύ σημαντικό διότι:

- Η αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση (DTC) αποτελεί βάσει νόμου αμετάκλητη απαίτηση των τραπεζών έναντι του ελληνικού δημοσίου η οποία συμψηφίζεται είτε με κέρδη είτε με ζημίες. Όταν οι τράπεζες εμφανίσουν κέρδη συμψηφίζουν DTC με φορολογία εισοδήματος. Όταν εμφανίζουν ζημίες, συμψηφίζουν DTC με αύξηση μετοχικού κεφαλαίου υπέρ του ελληνικού δημοσίου.
- Τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία δεν αποτελούν ελληνικό νεωτερισμό. Έχουν νομοθετικά διαμορφωθεί στην Ελλάδα και άλλες χώρες της ΕΕ, λόγω των όρων & προϋποθέσεων του ευρωπαϊκού κανονισμού για την κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών (CRR). Η αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση αναγνωρίζεται στα εποπτικά ίδια κεφάλαια των πιστωτικών ιδρυμάτων εφόσον ο συμψηφισμός είναι αυτόματος και υποχρεωτικός βάσει νόμου. Εάν αυτό δεν συμβαίνει τότε τα εν λόγω ποσά πρέπει να αφαιρεθούν από τα εποπτικά κεφάλαια των τραπεζών με ιδιαίτερα αρνητικές και οδυνηρές συνέπειες.
- Η αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση θα καταβληθεί από τον  Έλληνα φορολογούμενο είτε  μέσω της ενεργοποίησης του νόμου και καταβολής μετρητών σε περίπτωση ζημιών είτε μέσω της απώλειας φορολογικών εσόδων  σε βάθος χρόνου.
- Εδώ και έξι χρόνια οι τράπεζες έχουν άνω του 50% των εποπτικών τους κεφαλαίων σε αποθεματικά που δεν έχουν καταβληθεί. Αυτός είναι επί της ουσίας και ο λόγος για τον οποίο η κεφαλαιακή βάση των τραπεζών θεωρείται από τις αγορές κεφαλαίου ως χαμηλότερης ποιότητας σε σχέση με το κανονικό.

Παράλληλα, το ενδεχόμενο συμψηφισμού της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης μέσω ζημιών (δηλαδή αύξησης μετοχικού κεφαλαίου υπέρ του ελληνικού δημοσίου και συνεπακόλουθης δραστικής μείωσης- απίσχνασης- dilution- του ποσοστού υφισταμένων μετόχων) αποτελεί αντικίνητρο για πολλούς επενδυτές προκειμένου να αξιολογήσουν θετικά τη συμμετοχή τους στο μετοχικό κεφάλαιο των ελληνικών τραπεζών. 

Οι προκλήσεις για τις ελληνικές τράπεζες

Ο Διοικητής της ΤτΕ είπε ότι οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν έλλειμμα άνω των 10 δις σε σχέση με τις λεγόμενες Ελάχιστες Απαιτήσεις Ιδίων Κεφαλαίων και Επιλέξιμων Υποχρεώσεων (MREL), το  οποίο υποχρεούνται να καλύψουν εντός των επόμενων 4-5 ετών. 

Ταυτόχρονα, οι ελληνικές τράπεζες αντιμετωπίζουν σειρά από προκλήσεις οι οποίες  είναι κοινές και για τις περισσότερες τράπεζες της ευρωζώνης.

Ενδεικτικά:

  • Το περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων, που σε συνδυασμό με τη χαμηλή αποδοτικότητα των κεφαλαίων, επηρεάζει την κερδοφορία και τη δυνατότητα εσωτερικής δημιουργίας κεφαλαίων. Για τις ελληνικές τράπεζες, αρνητικά επιδρά επιπρόσθετα και το υψηλό κόστος πιστωτικού κινδύνου, δηλαδή οι αναγκαίες δαπάνες για το σχηματισμό προβλέψεων. 
  • Τον ολοένα αυξανόμενο ανταγωνισμό από μη-τράπεζες και από τα λεγόμενα BigTechs, καθώς και τις επιπτώσεις στη λειτουργία και το επιχειρηματικό πρότυπο των τραπεζών από την ψηφιακή καινοτομία (digital innovation).
  • Προκλήσεις που πηγάζουν από την ατελή τραπεζική ένωση (Banking Union) στην ευρωζώνη, σημαντικά συστατικά στοιχεία της οποίας -όπως το Ενιαίο Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων- απουσιάζουν.  
  • Λοιπές προκλήσεις, όπως η επίπτωση από την κλιματική αλλαγή, από γεω-πολιτικές εξελίξεις και από αυξανόμενο αριθμό κυβερνοεπιθέσεων (cyber-attacks).

Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.