Σε σκάνδαλο… μεγατόνων εξελίσσεται η απάτη που έστησε ο τέως αντιπρόεδρος της Jumbo με τα POS στην Κίνα, καθώς σε αυτό εμπλέκονται –ακούσια ή εκούσια- τρεις από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες.

Το ερώτημα είναι που ξεκινά και πού σταματά η ευθύνη των τριών τραπεζών και κατά πόσο τα κενά που υπάρχουν στη νομοθεσία επέτρεψαν το «colpo grosso» που απέφερε κέρδη εκατομμυρίων ευρώ στον Ευάγγελο Παπαευαγγέλο και τους συνεργάτες του κάτω από τη… μύτη των ρυθμιστικών αρχών. Η υπόθεση βρίσκεται πλέον στο στόχαστρο των εποπτών του τραπεζικού κλάδου, Τράπεζα της Ελλάδος και SSM, αλλά και της Οικονομικής Εισαγγελίας που διέταξε έρευνα το βράδυ της Τετάρτης.

Το «κουβάρι» της εμπλοκής των τραπεζών

Συναλλαγές με τον Παπαευαγγέλο είχαν, σύμφωνα με πληροφορίες, η Eurobank, η Τράπεζα Πειραιώς και η Εθνική Τράπεζα. Οι δύο πρώτες φρόντισαν να διακόψουν εγκαίρως τη σχέση τους με την εταιρεία ακινήτων Destiny και να αποσύρουν τα τερματικά POS που του είχαν χορηγήσει για πωλήσεις ακινήτων σε Κινέζους.

Η Εθνική Τράπεζα, αντιθέτως, συνέχιζε να αποδέχεται τις συναλλαγές μέσω POS από την Κίνα μέχρι πριν λίγες ημέρες που ξέσπασε το πρωτοφανές σκάνδαλο στο οποίο εμπλέκονται ηχηρά ονόματα της τράπεζας, όπως η Νέλλη Τζάκου, γενική διευθύντρια Λιανικής Τραπεζικής και ο Γιώργος Χαντζανδρέου, διευθυντής της Διεύθυνσης Καρτών της ΕΤΕ, που φημολογείται ότι θα παυτούν άμεσα από τα καθήκοντά τους.

Ασφαλείς πηγές του insider.gr αναφέρουν ότι την περασμένη άνοιξη, η Eurobank αντιλήφθηκε ασυνήθιστες συναλλαγές στον λογαριασμό της Destiny, οι οποίες διαφοροποιούνταν αισθητά από την μέχρι τότε συναλλακτική κίνηση. Σημειώνεται ότι η Eurobank είχε χορηγήσει POS στην εταιρεία στα τέλη του 2017. Τα πολύ μεγάλα ποσά που άρχισαν να πιστώνονται, όμως, στην εταιρεία ακινήτων -που άγγιζαν ακόμη και εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ- «χτύπησαν» το καμπανάκι των ελεγκτικών μηχανισμών. 

Την ίδια περίοδο ανέφεραν τις ύποπτες συναλλαγές και στη διοίκηση και τα αρμόδια τμήματα της Τράπεζας Πειραιώς, αν και πληροφορίες αναφέρουν ότι μέσω της εν λόγω τράπεζας δεν εκκαθαρίστηκαν συναλλαγές με εταιρείες του κ. Παπαευαγγέλου ή της οικογένειάς του. Και οι δύο αυτές τράπεζες επικοινώνησαν με την UPI, τον πάροχο των καρτών στην Κίνα (αντίστοιχος της Mastercard και Visa) και διατύπωσαν τις ανησυχίες τους. Ταυτόχρονα, απευθύνθηκαν στις κινεζικές αρχές προκειμένου να διαπιστώσει εάν αυτού του ύψους οι συναλλαγές εμπίπτουν ή παραβιάζουν τα capital controls που βρίσκονταν σε ισχύ από τον Αύγουστο του 2017.

Η απάντηση από την Κίνα ήρθε σε μορφή επιστολής, η οποία εστάλη σε όλες τις εμπλεκόμενες τράπεζες. Η επιστολή ενημέρωνε τα ιδρύματα για τα ακριβή capital controls που ισχύουν για τους Κινέζους πολίτες και εφιστούσαν την προσοχή στα ελληνικά ιδρύματα προκειμένου να παρακολουθούν στενά τις συναλλαγές των πελατών τους με την Κίνα.

Μετά την επιστολή αυτή, η Eurobank διέκοψε άμεσα τη σχέση της με την εταιρεία του Παπαευαγγέλου. Δεν συνέβη όμως το ίδιο και με την Εθνική Τράπεζα που συνέχισε τις συναλλαγές αποκομίζοντας, σύμφωνα με πληροφορίες, προμήθειες έως και 5%. Τα κέρδη για την τράπεζα γιγαντώθηκαν ακόμη περισσότερο, όταν απέσυρε τα POS και η Τράπεζα Πειραιώς, καθώς πλέον η ΕΤΕ αποτελούσε την αποκλειστική τράπεζα της Destiny, με την οποία διενέργησε συναλλαγές ύψους 40 εκατ. ευρώ.

Πού αρχίζει και πού εξαντλείται η ευθύνη των τραπεζών

Στελέχη του κλάδου κάνουν λόγο για «χαλαρό» εσωτερικό έλεγχο στην Εθνική Τράπεζα και εξηγούν ότι το Τμήμα Εσωτερικού Ελέγχου είναι αυτό που εντοπίζει τις παρατυπίες εκ μέρους του προσωπικού της τράπεζας. Ταυτόχρονα, φαίνεται ότι ούτε η Διεύθυνση Πιστωτικού Ελέγχου έκανε τη δουλειά της, καθώς είναι αυτή που γνωρίζει καλύτερα από κάθε άλλον τη σχέση με τον κάθε πελάτη και πώς αυτή εξελίσσεται στον χρόνο.

Πηγές με γνώση των εποπτικών λειτουργιών εξηγούν στο insider.gr, ότι η παράβαση αφορά στο κομμάτι της συναλλαγής από τη χρέωση στα POS στην Κίνα έως την πίστωση των ποσών στο λογαριασμό της ελληνικής τράπεζας. Αυτό ισχύει, αφενός, γιατί δεν επιτρέπεται η αγορά ακίνητων με χρήση χρεωστικής κάρτας και, αφετέρου, γιατί οι συγκεκριμένες συναλλαγές συνιστούν παράνομη εξαγωγή συναλλάγματος από την Κίνα, ενάντια στους κεφαλαιακούς περιορισμούς. Υπόνοιες περί υπερτιμολόγησης των ακινήτων αφήνουν, επίσης, ανοιχτή την πιθανότητα ξεπλύματος μαύρου χρήματος.

«Από τη στιγμή που τα χρήματα βρίσκονται σε ελληνικό λογαριασμό και μεταφέρθηκαν σε αυτόν μέσω άλλης (κινεζικής) τράπεζας, η συναλλαγή είναι νομότυπη. Αυτός είναι και ο λόγος που το Υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής χορηγούσε Χρυσή Βίζα στους Κινέζους πολίτες», αναφέρει η ίδια πηγή. Σημειώνεται, βέβαια, ότι παρότι ο νόμος ξεκαθαρίζει ότι η αγορά του ακινήτου πρέπει να πραγματοποιείται με δίγραμμη (τραπεζική) επιταγή, δεν υπάρχει κανείς για να ελέγξει πώς πραγματικά έχουν κατατεθεί τα χρήματα στην τράπεζα του κατόχου του ακινήτου, εκτός από την τράπεζα.

Η τράπεζα, από την πλευρά της, δεν θα δεχόταν κατάθεση του ποσού με μετρητά σε... βαλίτσα από τον Κινέζο αγοραστή, δεν έχει πρόβλημα όμως με την πληρωμή με κάρτα απευθείας από την Κίνα, όπως αποδείχθηκε. Το δε υπουργείο περιορίζεται στον έλεγχο των συμβολαίων και στοιχείων που αφορούν προσωπικά το αιτούντα Χρυσή Βίζα.

Επιπλέον, η χρήση ελληνικών POS στο εξωτερικό και, μάλιστα, σε χώρα όπου υφίστανται capital controls είναι παράνομη, συνεπώς το επιχειρηματικό σχέδιο ήταν εξ αρχής παράνομο. Το ερώτημα είναι κατά πόσο οι τράπεζες γνώριζαν ότι τα POS θα χρησιμοποιούνταν στο εξωτερικό, κάτι όμως που φαίνεται από τη διεύθυνση IP της σύνδεσης των τερματικών.

Δεν «άκουσαν» το καμπανάκι

Το ερώτημα είναι γιατί οι τράπεζες δεν διερεύνησαν νωρίτερα το ενδεχόμενο παραβίασης των κινεζικών capital controls και περίμεναν να φτάσει ο…. κόμπος στο χτένι. Οι εν λόγω συναλλαγές «χτυπούσαν» τριπλό καμπανάκι: ποσά εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ, από χώρα εκτός της ΕΕ και μέσω του συστήματος καρτών. «Ο συνδυασμός αυτός θα έπρεπε εξ αρχής να αποτελεί κόκκινη σημαία για τις τράπεζες που συνεργάζονταν με τον επιχειρηματία», εξηγεί το στέλεχος με γνώση των διαδικασιών εποπτείας.

Σε τοποθέτησή της στο Συνέδριο Κανονιστικής Συμμόρφωσης που διοργάνωσε πρόσφατα ο ΣΕΚΑΣΕ, η πρόεδρος της Διεθνούς Διαφάνειας Άννα Δαμάσκου είχε επισημαίνει τους ελλιπείς ελέγχους που διενεργούν οι αρμόδιες αρχές στα κράτη που χορηγούν τη Χρυσή Βίζα, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα. 

Το νέο δεδομένο που προκύπτει από την υπόθεση Παπαευαγγέλου, αναφέρουν πηγές του κλάδου, είναι ότι ενώ στη διαδικασία χορήγησης της Χρυσής Βίζας οι κρατικές υπηρεσίες θεωρούνταν ο «αδύναμος κρίκος», πλέον τίθενται σε έντονη αμφισβήτηση και οι τράπεζες που θεωρούνταν πυλώνας αξιοπιστίας και «εγγυητής» της διαδικασίας ενάντια στο ξέπλυμα μαύρου χρήματος και άλλες παράνομες δραστηριότητες από τους αιτούντες τη βίζα.