Στο σημαντικό προβάδισμα της Eurobank στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα αναφέρθηκε ο Διευθύνων Σύμβουλος της τράπεζας, Φωκίων Καραβίας, στην εισήγησή του στην τακτική Γενική Συνέλευση της Eurobank.

Όπως τόνισε, μεταξύ άλλων, «με δείκτη ΝΡΕ 15,6% είμαστε η τράπεζα της οποίας τα θεμελιώδη μεγέθη προσεγγίζουν εκείνα των αντίστοιχων ευρωπαϊκών και βρισκόμαστε έτσι σε καλύτερη θέση για να αντιμετωπίσουμε τις πρόσθετες προκλήσεις που δημιουργεί η πανδημία. Το σχέδιό μας περιελάμβανε διαδοχικά βήματα που έγιναν τον τελευταίο χρόνο.  Ξεκινήσαμε με τη συγχώνευση με τη Grivalia και συνεχίσαμε με τις τιτλοποιήσεις Pillar και Cairo, 2 και 7,5 δισ. ευρώ, αντίστοιχα. Είμαστε η πρώτη Τράπεζα που έκανε τιτλοποιήσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων, αλλά και χρήση του σχεδίου ΗΡΑΚΛΗΣ, ενώ στο σκέλος του εταιρικού μετασχηματισμού, δημιουργήθηκαν δύο νέες εταιρικές οντότητες, αφενός η Eurobank Holdings AE και αφετέρου η Τράπεζα Eurobank AE. Τον Ιούνιο, ολοκληρώσαμε τη συμφωνία με τη doValue για το Cairo και την απόκτηση 80% της θυγατρικής μας FPS, που ήδη μετονομάστηκε σε doValue Greece, με την Τράπεζα να διατηρεί το υπόλοιπο 20%». 

Τις επόμενες μέρες, συνέχισε ο κ. Καραβίας, «κάνουμε και το τελευταίο βήμα του σχεδιασμού, που αφορά άμεσα εσάς, τους μετόχους μας και το οποίο εγκρίνεται από τη σημερινή ΓΣ.  Όπως ακριβώς είχαμε ανακοινώσει, θα διανείμουμε μέρος των ομολογιών μέσης και κατώτερης διαβάθμισης της τιτλοποίησης Cairo. Τα αντίστοιχα μερίδια έχουν εισφερθεί σε εταιρεία με αυτό τον αποκλειστικό σκοπό, οι μετοχές της οποίας θα εισαχθούν προς διαπραγμάτευση στην Εναλλακτική Αγορά του Χρηματιστηρίου Αθηνών, το τρίτο τρίμηνο του έτους.  Θα λάβετε μία μετοχή της εταιρείας αυτής για κάθε 12 μετοχές Eurobank Holdings που κατέχετε. Κάνουμε έτσι πράξη ένα καινοτόμο στοιχείο του σχεδίου μας, δηλαδή τη δυνατότητα που εξασφαλίζουμε στους μετόχους μας να διατηρήσουν σημαντικό μέρος από τα δυνητικά οφέλη της διαχείρισης του τιτλοποιημένου χαρτοφυλακίου. Το Σχέδιο Επιτάχυνσης αναγνωρίστηκε ως πρωτοποριακό και υιοθετήθηκε από σχεδόν το σύνολο του ανταγωνισμού».   

«Γιατί όμως η ολοκλήρωση του παραπάνω πλάνου ήταν τόσο σημαντική;», διερωτήθηκε ο κ. Καραβίας και έσπευσε να εξηγήσει:  «Πρώτον, είναι σημαντική για τους μετόχους, γιατί ανοίγει το δρόμο για ουσιαστική αύξηση της κερδοφορίας μας. Όπως είχαμε ανακοινώσει το Φεβρουάριο, πριν ακόμη διαφανούν οι σοβαρές επιπτώσεις της πανδημίας, η Τράπεζα στόχευε σε κερδοφορία 12 λεπτών του ευρώ ανά μετοχή ή απόδοση επί της καθαρής θέσης περίπου 9%, κυρίως λόγω της σημαντικής υποχώρησης των προβλέψεων στις 90 μονάδες βάσης. Θέταμε την ανάπτυξη των εργασιών και την κερδοφορία ξανά στο επίκεντρο, ύστερα από μια 10ετία πολλαπλών προκλήσεων. Ο μεσοπρόθεσμος στόχος μας παραμένει απόδοση κοντά στο 10% επί των ιδίων κεφαλαίων, αλλά οι νέες συνθήκες ανέτρεψαν το σχεδιασμό για το 2020 και αναμένεται να επηρεάσουν το χρονοδιάγραμμα για την επίτευξή του.  Ήδη αναθεωρήσαμε την εκτίμησή μας για προβλέψεις από 90 μ.β. σε περίπου 150 μ.β. Γενικότερα, ακριβείς προβλέψεις για την τελική επίπτωση της υγειονομικής κρίσης δεν μπορούν ακόμη να διατυπωθούν.

Δεύτερον, η ολοκλήρωση του πλάνου είναι σημαντική για το τραπεζικό σύστημα συνολικά. Δείξαμε ότι μια ελληνική τράπεζα μπορεί να μειώσει δραστικά το απόθεμα των NPEs. Και ήδη το μοντέλο Eurobank ακολουθείται και από άλλες τράπεζες.  Θέλω να τους ευχηθώ ειλικρινά η προσπάθειά τους να επιτύχει, γιατί αντανακλά θετικά σε όλους.

Τρίτον, η πιστοληπτική αναβάθμιση της χώρας σε investment grade είναι ένας από τους βασικούς καταλύτες για να προσελκύσουμε ξένες επενδύσεις. Πρόσφατα μιλώντας με στέλεχος μεγάλης πολυεθνικής, μου εξηγούσε τη δυσκολία που είχε να πείσει τον Group CFO να κάνει μια μεγάλη επένδυση στην Ελλάδα, καθώς ο τελευταίος εξετάζοντας τις αναφορές των οίκων αξιολόγησης θεωρούσε τη χώρα μας ως μη επενδύσιμη.  Αλλά διαβάθμιση investment grade για τη χώρα δεν είναι δυνατή χωρίς δραστική μείωση των NPEs. Και η Eurobank απέδειξε ότι αυτό είναι εφικτό».

Η ολοκλήρωση του σχεδίου μας ήταν το επιστέγασμα της προσπάθειας της Τράπεζας να διαχειριστεί όλες τις προκλήσεις του παρελθόντος, τόνισε στη συνέχεια ο κ. Καραβίας για να εξηγήσει πως «από το 2016, ο συνολικός δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας ενισχύθηκε κατά 390 μονάδες βάσης φτάνοντας το 19,2% στο τέλος του 2019 – ο υψηλότερος στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα – και επέτρεψε στην Τράπεζα να χρηματοδοτήσει την εξυγίανση του ισολογισμού της. Την ίδια 4ετή περίοδο, ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων μειώθηκε κατά 30 ποσοστιαίες μονάδες, από το 46% σε επίπεδα κάτω από το 16%, ενώ ο δείκτης κάλυψης επισφαλειών αυξήθηκε από το 50,6% στο 60% σήμερα.  Παράλληλα, στο ίδιο διάστημα, συνεχίσαμε τις δράσεις άντλησης και διαχείρισης ρευστότητας.  Οι καταθέσεις του Ομίλου αυξήθηκαν κατά 13 δισεκατομμύρια, από τα οποία €9 δισεκατομμύρια αφορούν την ελληνική αγορά.  Μεταξύ των άλλων, κατά το α΄ τρίμηνο του 2019 πετύχαμε την πλήρη απεξάρτηση της Τράπεζας από τον έκτακτο μηχανισμό παροχής ρευστότητας (ELΑ)».

Σύμφωνα με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της Eurobank, τα καθαρά κέρδη το 2019 ανήλθαν σε ετήσια βάση σε 257εκ., κυρίως χάρη στη μείωση των προβλέψεων. Ιδιαίτερα σημαντική ήταν για μία ακόμη χρονιά η συμβολή των διεθνών δραστηριοτήτων στις οποίες τα καθαρά κέρδη αυξήθηκαν κατά 16,0%, σε 168εκ.

Όλα τα παραπάνω είναι αποτέλεσμα της συλλογικής προσπάθειας της διοικητικής ομάδας της Τράπεζας και όλων των εργαζομένων. Όμως, ειδική αναφορά οφείλω να κάνω στο πρώην Αναπληρωτή ΔΣ και μέλος του ΔΣ κ. Θόδωρο Καλαντώνη για την εξαιρετική συμβολή στην επιτυχία μας. Του εύχομαι κάθε επιτυχία στα νέα του καθήκοντα ως Προέδρου της doValue Greece, με την οποία έχουμε συνάψει στρατηγική συμφωνία συνεργασίας για τη διαχείριση όλων των μη εξυπηρετούμενων δανείων μας σε βάθος 14 ετών.

Οι νέες προτεραιότητες της Eurobank

«Όπως ήδη ανέφερα, οι εξελίξεις ανέτρεψαν τις προσδοκίες μας για τη φετινή χρονιά. Το ξέσπασμα της πανδημίας μας επιβάλλει νέες προτεραιότητες:

Πρώτον, την άμεση δανειοδότηση και υποστήριξη των πελατών μας με παροχή ρευστότητας στην οικονομία.  Δεύτερον, τη σωστή διαχείριση ώστε να μη δημιουργηθεί μια νέα γενιά μη εξυπηρετούμενων δανείων. Και τρίτον, την εστίαση στην προώθηση και χρηματοδότηση των στρατηγικών επενδύσεων και των έργων πνοής που χρειάζεται η ελληνική οικονομία για να πετύχει ισχυρή ανάπτυξη.

Για να στηρίξουμε όσους έχουν πληγεί από τα μέτρα περιστολής του ιού προχωρήσαμε, μαζί με όλες τις συστημικές τράπεζες, στην αναστολή αποπληρωμής δανείων έως τις 31 Δεκεμβρίου 2020 για επιχειρήσεις και νοικοκυριά.

Χορηγούμε ρευστότητα σε επιχειρήσεις που την έχουν άμεση ανάγκη.  Με βάση τα στοιχεία του α’ εξαμήνου 2020, η Τράπεζα αύξησε τα δανειακά της υπόλοιπα προς τις ενήμερες επιχειρήσεις κατά 1 δις, από ίδιους πόρους.  Επιπρόσθετα, αμέσως μόλις ενεργοποιήθηκαν, συμμετείχαμε ενεργά στα προγράμματα του Δημοσίου και έχουμε εγκρίνει σχεδόν το σύνολο των κονδυλίων, ύψους 1,1 δις, που μας αντιστοιχούσαν από το ΤΕΠΙΧ ΙΙ και το Πρόγραμμα Εγγυοδοσίας.  Η εκταμίευση αυτών των ποσών έχει ήδη ξεκινήσει και κατά το μεγαλύτερο μέρος θα ολοκληρωθεί τις αμέσως επόμενες ημέρες.  Είμαστε έτοιμοι να κάνουμε χρήση και της β’ φάσης του Προγράμματος Εγγυοδοσίας και εκτιμούμε ότι για το σύνολο του έτους τα δανειακά μας υπόλοιπα προς τις ενήμερες  επιχειρήσεις θα αυξηθούν κατά 2,5-3,0 δισ», πρόσθεσε ο κ. Καραβίας για να συμπληρώσει πως: «Ως στρατηγικοί εταίροι του ελληνικού τουρισμού, που κατεξοχήν πλήττει ο αντίκτυπος του κορονοϊού, ήμασταν η πρώτη και η μόνη τράπεζα που παρουσίασε ένα μεγάλης κλίμακας, εξειδικευμένο πακέτο στήριξης των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων – πελατών μας, ύψους 750 εκατομμυρίων ευρώ.  Η κίνηση αυτή έτυχε εξαιρετικά θετικής υποδοχής από τους πελάτες μας, τον κλάδο και την αγορά στο σύνολό της.

Η φετινή χρονιά θα είναι δύσκολη οικονομικά και δημοσιονομικά για τη χώρα, με ιδιαίτερες προκλήσεις για το τραπεζικό σύστημα.  Όμως, ο μεσοπρόθεσμος σχεδιασμός μας δεν αλλάζει, με βασικό άξονα την επέκταση των εργασιών, εντός και εκτός Ελλάδος, και ταυτόχρονη έμφαση στον ψηφιακό μετασχηματισμό, στον οποίο θα κάνω ιδιαίτερη αναφορά.  Κινούμαστε ενεργά για την ανάπτυξη των εργασιών μας, με στοχευμένες πρωτοβουλίες (2019):

Στο σκέλος της τραπεζικής ιδιωτών, το περασμένο φθινόπωρο αναλάβαμε μια ξεχωριστή πρωτοβουλία.  Ήμασταν εκείνοι που ξαναφέραμε στο επίκεντρο τη στεγαστική πίστη, προτείνοντας για πρώτη φορά την επιλογή για σταθερό επιτόκιο σε όλη τη διάρκεια του δανείου.  Η πρωτοβουλία μας δικαιώθηκε από την αγορά.  Το μερίδιό μας στα στεγαστικά δάνεια αυξήθηκε και οι περισσότεροι νέοι πελάτες προτίμησαν την επιλογή που προανέφερα.  Η εκδήλωση της πανδημίας ανέκοψε προσωρινά την ανάκαμψη, ήδη όμως οι εκταμιεύσεις στεγαστικών δανείων έχουν επανέλθει στα επίπεδα πριν το lockdown.

Συνολικά, στη λιανική τραπεζική το 2019 υπήρξε ένα έτος απόλυτης επιτυχίας των στόχων που είχαμε θέσει, όχι μόνο στα δάνεια, αλλά επίσης στις καταθέσεις, τραπεζοασφάλειες και διαχείριση περιουσίας. Είναι σημαντικό ότι όλες αυτές οι δραστηριότητες επανέρχονται στα προ του κορονοϊού επίπεδα.

Στον τομέα των επιχειρήσεων, η θέση της Eurobank ως Τράπεζας της Ανάπτυξης ενισχύθηκε.  Έχουμε πρωταγωνιστικό ρόλο σε όλα τα μεγάλα έργα που εξελίσσονται στη χώρα.  Δεσμεύοντας κεφάλαια 800 εκ. ευρώ, είμαστε η βασική τράπεζα για το συντονισμό και την άντληση κεφαλαίων για το μεγαλύτερο των μεγάλων έργων, το Ελληνικό.  Πρόσφατα υπογράψαμε την αποκλειστική χρηματοδότηση της ηλεκτρικής διασύνδεσης της Κρήτης με την Αττική.  Συνεργαζόμαστε με το ΤΑΙΠΕΔ για την αξιοποίηση του ποσοστού που έχει στο Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών, συμβουλεύουμε τη ΔΕΗ για το μετασχηματισμό της και ο κατάλογος είναι κάθε άλλο παρά εξαντλητικός.  Θα είμαστε παρόντες και πρωταγωνιστές σε κάθε μεγάλο έργο πνοής για τη χώρα. Η πιστωτική επέκταση του υγιούς χαρτοφυλακίου για το 2019 ξεπέρασε το 10% σε τομείς όπως η Ναυτιλία, η Βιομηχανία και το Εμπόριο.  Ήδη αναφέρθηκα στην προοπτική για περαιτέρω αύξηση του δανειακού μας χαρτοφυλακίου κατά το 2020. 

Παράλληλα με την επέκταση των εργασιών, η απλοποίηση του λειτουργικού μας μοντέλου και ο ψηφιακός μετασχηματισμός είναι ο επόμενος κεντρικός πυλώνας της στρατηγικής μας.  Οι υπηρεσίες που παρέχουμε μέσω ηλεκτρονικών δικτύων συνεχώς εμπλουτίζονται και βελτιώνονται.  Αυτό αφορά τόσο το e-banking και το m-banking για ιδιώτες και επιχειρήσεις, όσο και την καινοτόμο υπηρεσία v-banking που αξιοποιούν ήδη 8.000 μικρομεσαίες κυρίως επιχειρήσεις για να διεκπεραιώνουν όλες σχεδόν τις τραπεζικές εργασίες από το χώρο της δουλειάς τους.

Οι χρήστες του Mobile App ξεπέρασαν το μισό εκατομμύριο.  Οι ψηφιακές συναλλαγές άγγιξαν το 42% του συνόλου και το 80% των πληρωμών και χρηματικών μεταφορών.  Η ψηφιοποίηση διευκολύνει την επίτευξη μίας ακόμη προτεραιότητας που έχουμε θέσει, την συμμόρφωση με όλους τους κανονιστικούς κανόνες σε απόλυτο βαθμό.  Η νέα πλατφόρμα που ενεργοποιήσαμε για τη διαχείριση των πληροφοριών Anti-money laundering (AML Management) αποτελεί ισχυρό όπλο στην καταπολέμηση της απάτης και του ξεπλύματος χρήματος.  Τέλος, ξεκινήσαμε από τις θυγατρικές στην Κύπρο και το Λουξεμβούργο τον εκσυγχρονισμό της βασικής τραπεζικής πλατφόρμας που χρησιμοποιεί η τράπεζα, με τις κορυφαίες διαθέσιμες επιλογές εξοπλισμού και προγραμμάτων υποστήριξης.

Παρά τη σημαντική πρόοδο που ήδη έχει επιτευχθεί, η απλοποίηση του λειτουργικού μας μοντέλου και η ψηφιοποίηση πρέπει να συνεχιστούν με επιταχυνόμενους ρυθμούς.  Στο πλαίσιο αυτό, θα αυξήσουμε τις επενδύσεις σε ψηφιακές υποδομές και σε ανθρώπινο δυναμικό για τα πληροφορικά μας δίκτυα.

Κάθε νέα εξέλιξη θεμελιώνει πιο βαθιά την πεποίθησή μας ότι η Eurobank είναι οι άνθρωποί της.  Παρά τις πολλαπλές προκλήσεις, ο Όμιλος διατήρησε τα προηγούμενα χρόνια προγράμματα μεταβλητών αποδοχών ανταμείβοντας συγκεκριμένες μεγάλες ομάδες προσωπικού με βάση τις ατομικές ή συλλογικές τους επιδόσεις καθώς επίσης και συγκεκριμένα σημαντικά έργα του Ομίλου.  Για παράδειγμα, ο Όμιλος κατά το 2019 κατέβαλε το ποσό των 15 εκατομμυρίων ευρώ για μεταβλητές αποδοχές.

Αποτελεί για εμένα ξεχωριστή ικανοποίηση ότι μπορούμε σήμερα να προτείνουμε, για πρώτη φορά ύστερα από δέκα και πλέον χρόνια κρίσης, στη Γενική Συνέλευση των μετόχων τη διάθεση stock options ως ανταμοιβή των εργαζομένων με βάση τις επιδόσεις τους.  Δεν υπάρχει σαφέστερη ένδειξη για την επιστροφή της Τράπεζάς μας σε συνθήκες κανονικότητας.

Θα ήταν βέβαια παράδοξο μέσα στο περιβάλλον που διαμόρφωσε η αναπάντεχη πανδημία να προχωρήσουμε σε διανομή πρόσθετων αμοιβών. Και γι’ αυτό το σχέδιο δεν θα έχει εφαρμογή τη φετινή χρονιά. Σας ζητούμε όμως να το εγκρίνετε ήδη από φέτος για το 2021 για δύο λόγους.  Πρώτον, γιατί θεωρούμε πως οι εργαζόμενοί μας και οι προσπάθειές τους αξίζουν αυτή την ανταμοιβή, και είναι σκόπιμο να γνωρίζουν ότι είναι ειλημμένη απόφαση προς άμεση εφαρμογή, μόλις οι συνθήκες το επιτρέψουν.  Άλλωστε, τα stock options θα δοθούν επιλεκτικά, με βάση την απόδοση, επομένως μπορούν να λειτουργήσουν αμέσως ως ένα επιπλέον κίνητρο.  Και, δεύτερον, επειδή είμαστε πεπεισμένοι ότι η ανάκαμψη είναι δυνατή τον επόμενο χρόνο και η έγκριση του προγράμματος επισφραγίζει τη βεβαιότητα ότι η Τράπεζα θα έχει ισχυρές επιδόσεις μόλις το περιβάλλον βελτιωθεί. Προσβλέπω, λοιπόν, στη θετική ψήφο σας και για αυτό το θέμα της ημερήσιας διάταξης.

Σημειώνω ότι, δυστυχώς, από τις πρόνοιες αυτές εξαιρούνται δια νόμου τα υψηλόβαθμα στελέχη της Τράπεζας.  Θεωρούμε ότι πρόκειται για ένα κατάλοιπο της κρίσης, που δεν έχει λογική βάση και λειτουργεί αντιπαραγωγικά, και ότι η ανακολουθία θα πρέπει να αποκατασταθεί, ώστε το πρόγραμμα να έχει καθολική ισχύ, με μόνο κριτήριο το αξιοκρατικό».

«Ο στόχος μας είναι φιλόδοξος αλλά ξεκάθαρος. Να εξασφαλίσουμε για τη Eurobank της επόμενης μέρας θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη αντίστοιχα των ευρωπαϊκών τραπεζών. Η Eurobank να είναι σε ορατό χρονικό ορίζοντα η πιο σύγχρονη, καινοτόμος και αποτελεσματική τράπεζα στην Ελλάδα, η πρότυπη ψηφιακή τράπεζα στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Να προσφέρουμε κορυφαία εξυπηρέτηση στους πελάτες μας, στηρίζοντας νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Να στηρίξουμε την ανάπτυξη και να αξιοποιήσουμε τις ευκαιρίες της. Να συνεισφέρουμε στην ευημερία των χωρών και των κοινωνιών που υπηρετούμε. Να δημιουργούμε, με σταθερή κερδοφορία, αξία για εσάς, τους μετόχους μας, ανταποδίδοντας την εμπιστοσύνη σας. Ευχαριστώντας για την υποστήριξη σας, δεσμεύομαι προσωπικά, δεσμεύεται το σύνολο των στελεχών και του προσωπικού της Τράπεζας, για την υλοποίηση όλων των παραπάνω στόχων», κατέληξε ο κ. Καραβίας.

Ζανιάς: Η Eurobank αναδεικνύεται ως η τράπεζα με τα περισσότερα ποιοτικά χαρακτηριστικά

Λαμβάνοντας τον λόγο ο πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, Γιώργος Ζανιάς, ανέφερε, μεταξύ άλλων, πως «Μέχρι της αρχές της τρέχουσας χρονιάς ήμασταν αισιόδοξοι. Μετά από μια μακροχρόνια κρίση, η οποία συνοδεύτηκε από βαθιά ύφεση, η οικονομία μας το 2019 σημείωσε θετικό ρυθμό ανάπτυξης για τρίτη συνεχή χρονιά. Μάλιστα, τα έτη 2018 και 2019 οι ρυθμοί ανάπτυξης πλησίασαν το 2% ενώ για το 2020 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προέβλεπε μια επιτάχυνση στο 2,4%. Η ελληνική οικονομία προσέβλεπε σε ένα πολύ καλό μεσοπρόθεσμο μέλλον διαθέτοντας πολιτική σταθερότητα και ένα ικανοποιητικό αναπτυξιακό απόθεμα. Αυτή η προοπτική αντικατοπτριζόταν ιδιαίτερα στο δείκτη προσδοκιών οικονομικού κλίματος που είχε ξεπεράσει τα προ κρίσης επίπεδα.

Δυστυχώς όμως, μετά από μια διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση και μια κρίση χρέους στην Ευρωζώνη, και ιδιαίτερα στην Ελλάδα που οδήγησε σε απώλεια περισσότερου από το ένα-τέταρτο του ΑΕΠ, ζούμε σήμερα κάτι εντελώς διαφορετικό το οποίο δεν οφείλεται σε οικονομικές ανισορροπίες ή εξάρσεις του οικονομικού κύκλου. Σήμερα ζούμε μια βαθιά ύφεση που ουσιαστικά αποτελεί προϋπόθεση για τη θεραπεία της υγειονομικής κρίσης την οποία βιώνουμε.

Η κοινωνική αποστασιοποίηση που επιβάλλει η αντιμετώπιση του υγειονομικού προβλήματος οδηγεί σε μείωση της παραγωγής, των εισοδημάτων αλλά και της ζήτησης. Μεγαλύτερος δε εχθρός αυτή τη στιγμή είναι η αβεβαιότητα για τη διάρκεια και την ένταση του υγειονομικού προβλήματος ενώ πλήρης επιστροφή στην κανονικότητα μπορεί να υπάρξει μόνον όταν δοθεί αποτελεσματική ιατρική λύση ή επιτευχθεί κάποια ανοσία. Μέχρι τότε, οι οικονομικές συνέπειες της κρίσης θα συμβαδίζουν με την ικανότητα προσαρμογής των προσωπικών και κοινωνικών συμπεριφορών στα νέα δεδομένα.

Σε αντίθεση με προηγούμενες κρίσεις, οι παραδοσιακές συνταγές δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής δεν χρειάζονται αυτή τη φορά τόσο για την ενεργοποίηση της ζήτησης αλλά για τη δημιουργία μιας γέφυρας χρηματοδότησης που θα παρέχει ρευστότητα προς τις επιχειρήσεις και αποζημιώσεις σε εργαζόμενους για απώλειες εισοδήματος, ώστε να αντιμετωπισθούν τα κοινωνικά προβλήματα που προκύπτουν, να κρατηθεί η οικονομία σε ετοιμότητα, να ελαχιστοποιηθούν οι μακροχρόνιες συνέπειες της κρίσης μέσω αποφυγής κλεισίματος επιχειρήσεων και αύξησης της ανεργίας.

Είναι ευτύχημα πως απέναντι σε αυτή την κρίση η αντίδραση της ελληνικής κυβέρνησης, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και των ελληνικών τραπεζών υπήρξε άμεση και αποτελεσματική ώστε να δημιουργηθεί η γέφυρα χρηματοδότησης και να περιοριστούν τα υφεσιακά αποτελέσματα. Ειδικότερα δε στην αντιμετώπιση του καθαρά υγειονομικού ζητήματος, η χώρα μας έγινε αποδέκτης ιδιαίτερα θετικών σχολίων από το εξωτερικό το οποίο μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση της σχετικά αρνητικής αντίληψης που υπάρχει για τη χώρα μας διεθνώς μετά την κρίση χρέους και να μειωθεί ο κίνδυνος χώρας - το λεγόμενο country risk.

Ιδιαίτερα άμεση και αποτελεσματική έχει υπάρξει η αντίδραση της ΕΚΤ τόσο στην άσκηση νομισματικής πολιτικής όσο και ως εποπτεύουσα αρχή των ευρωπαϊκών και κατά συνέπεια των ελληνικών τραπεζών. Η ΕΚΤ τους τελευταίους μήνες διευκόλυνε πολύ την άντληση ρευστότητας από κυβερνήσεις, επέτρεψε την χρησιμοποίηση των κεφαλαιακών αποθεμάτων από τις τράπεζες, ενώ τις τροφοδοτεί και με πολύ φτηνή ρευστότητα.

Η υγειονομική κρίση βρήκε τον τραπεζικό τομέα σε Ελλάδα και Ευρώπη σε καλύτερη κατάσταση σε σχέση με αυτή που ήταν όταν προέκυψε η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση, ιδιαίτερα σε όρους κεφαλαιακής επάρκειας. Όσο δε αφορά το 2019, αυτό άφησε το ελληνικό τραπεζικό σύστημα με βελτιωμένη τη λειτουργική του κερδοφορία, πιο ικανοποιητική την κεφαλαιακή επάρκεια, ενισχυμένη τη ρευστότητα και μειωμένα τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια.

Οι καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα στις τράπεζες το 2019 σημείωσαν αύξηση κατά 6,6% ενώ μηδενίστηκε η χρηματοδότηση από τον ELA το Μάρτιο του 2020. Μετά την πλήρη άρση το Σεπτέμβριο του 2019 και των τελευταίων περιορισμών στις διεθνείς πληρωμές και στη μεταφορά κεφαλαίων στο εξωτερικό δεν υπήρχε εκροή καταθέσεων, ενδεικτικό της βελτίωσης της εμπιστοσύνης των καταθετών στο τραπεζικό σύστημα. Η αύξηση των καταθέσεων συνεχίστηκε και μετά την έξαρση του COVID λόγω αποχής από την κατανάλωση, ενώ ενισχύθηκε και η ροπή για προληπτική αποταμίευση λόγω της αυξημένης αβεβαιότητας.

Προσπάθειες βελτίωσης από τις ελληνικές τράπεζες έγιναν και στον τομέα μείωσης του λειτουργικού κόστους με αποτέλεσμα ο λόγος εξόδων προς έσοδα να διαμορφώνεται στο 50,9%, επίπεδο σημαντικά καλύτερο του ευρωπαϊκού μέσου όρου (63%).

Η μείωση στα μη εξυπηρετούμενα δάνεια συνεχίστηκε και το Μάρτιο του 2020 έφτασαν στο 39,6% του συνόλου των δανείων, υψηλό βέβαια ακόμη συγκρινόμενο με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο που βρίσκεται κοντά στο 3%. Στο πλαίσιο αυτό όμως, η Eurobank αναδεικνύεται πρωταθλήτρια στη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων έχοντας μειώσει τον δείκτη των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων από 37% στο τέλος του 2018 σε 15% περίπου σήμερα, ενώ είναι η 1η τράπεζα που προχώρησε σε τιτλοποιήσεις Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων και η 1η που έκανε χρήση των εγγυήσεων του προγράμματος «Ηρακλής» για ομόλογα υψηλής διαβάθμισης. Όλα αυτά μάλιστα ολοκληρώθηκαν κάτω από τις αντίξοες συνθήκες που δημιούργησε η υγειονομική κρίση.

Με αυτή την κατάσταση διαμορφωμένη στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, οι ελληνικές τράπεζες προχώρησαν ήδη μέσα στην τρέχουσα κρίση σε παροχή διευκολύνσεων σε κλάδους που θίγονται από την κρίση του κορονοϊού, με περίπου 20 δισ. ευρώ δανείων να επωφελούνται των ελαφρύνσεων μέχρι τώρα.

Η συνδυασμένη παροχή επιδοτήσεων, διευκολύνσεων και ρευστότητας από την ελληνική κυβέρνηση, την ΕΕ, την ΕΚΤ και το ελληνικό τραπεζικό σύστημα αντισταθμίζει σε σημαντικό βαθμό τη μείωση του ελληνικού ΑΕΠ την οποία φέρνει η τρέχουσα κρίση και η οποία σίγουρα θα έφτανε σε διψήφιο ποσοστό με παράλληλη έκρηξη της ανεργίας. Η αβεβαιότητα πρόβλεψης της ύφεσης είναι ακόμη υψηλή αλλά όλες οι ενδείξεις αυτή τη χρονική στιγμή συγκλίνουν σε ένα μονοψήφιο ποσοστό. Πιο ακριβείς προβλέψεις μπορούν να υπάρξουν για φέτος όταν ξεκαθαρίσει καλύτερα η επίπτωση στο τουριστικό προϊόν ενώ πλήρης επάνοδος στο επίπεδο του ΑΕΠ του 2019 δεν αναμένεται πριν το 2022.

Η σημερινή κρίση δημιουργεί μια σειρά από προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπιστούν αλλά και κάποιες ευκαιρίες. Ένα πρόβλημα το οποίο θα κληθούμε να αντιμετωπίσουμε είναι ο υπερδανεισμός του κράτους αλλά και των επιχειρήσεων. Η γέφυρα ρευστότητας η οποία λειτουργεί κάποτε πρέπει ν αποπληρωθεί. Ξεκινώντας από τις επιχειρήσεις, στην Ευρώπη, και σε αντίθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, η χρηματοδότηση των επενδυτικών σχεδίων των επιχειρήσεων γίνεται κυρίως με τραπεζικό δανεισμό και λιγότερο με άντληση κεφαλαίων από την κεφαλαιαγορά. Σήμερα όμως και μετά από πολλαπλές κρίσεις, αυτός ο δανεισμός έχει καταστεί υπέρμετρος και θα πρέπει ν’ αντιμετωπιστεί με την επιστροφή στην κανονικότητα.

Όλοι γνωρίζουμε πως ο δανεισμός του κράτους είναι πολύ μεγάλος ενώ με την τελευταία κρίση αναμένεται να φτάσει, ως ποσοστό του ΑΕΠ, σε επίπεδα που δεν έχουμε ξαναδεί όχι μόνο λόγω αύξησης του δανεισμού αλλά κυρίως λόγω μείωσης του ΑΕΠ, δηλαδή του παρονομαστή στο γνωστό λόγο δημόσιο χρέος/ΑΕΠ. Θέλω όμως να πω όμως πως η διαχείριση του δημόσιου χρέους σήμερα είναι πολύ πιο εύκολη σε σχέση με την περίοδο που ξεκίνησε η κρίση χρέους στην Ελλάδα διότι: πρώτον, με το τέλος της σημερινής κρίσης θα επιστρέψουμε σχεδόν αυτόματα μάλλον σε πρωτογενή πλεονάσματα ενώ τότε υπήρχαν τεράστια ελλείμματα που τροφοδοτούσαν το χρέος, δεύτερον, δεν χρειάζεται η λήψη υφεσιακών μέτρων σε μόνιμη βάση, και τρίτον το κόστος εξυπηρέτησης του τεράστιου αυτού χρέους βρίσκεται σήμερα στο μισό περίπου αυτού που υπήρχε το 2009-2010, λόγω των πολύ καλών ποιοτικών χαρακτηριστικών που έχει. Μάλιστα, τα σημερινά χαμηλά επιτόκια αναμένεται να παραμείνουν για κάποιο διάστημα ακόμη ενώ το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού δημόσιου χρέους βρίσκεται στο τραπέζι του Eurogroup και έχει ήδη αναληφθεί υποχρέωση, αν χρειαστεί, να υπάρξουν περαιτέρω ρυθμίσεις το 2032 βελτιώνοντας ακόμη περισσότερο τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του και τη βιωσιμότητά του.

Ο πιο σημαντικός λόγος όμως για γρήγορη μείωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ βρίσκεται στην προοπτική μιας γρήγορης ανάπτυξης αμέσως μετά το τέλος της τρέχουσας υγειονομικής κρίσης. Μάλιστα, αν τα τελευταία ενθαρρυντικά μηνύματα για την επίλυση του ιατρικού προβλήματος και την επίτευξη ανοσίας στον κορονοϊό βγουν αληθινά, μπορούμε να ελπίζουμε σε μια γρήγορη επάνοδο στην ανάπτυξη, ένα rebound σχήματος ανάμεσα στα λατινικά U και V, οδηγώντας σε γρήγορη εξάλειψη των συνεπειών της πανδημίας στο ΑΕΠ. Σε διαφορετική περίπτωση όμως, η οικονομία θα παραμείνει σε «χαμηλή πτήση» για κάποιο διάστημα ακόμη.

Όπως ήδη αναφέρθηκε, πολύ θετική ήταν η ανταπόκριση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην αντιμετώπιση αυτής της κρίσης. Σε αντίθεση με την προηγούμενη κρίση που η ΕΕ συνήθως αντιδρούσε «πολύ λίγο, πολύ αργά» αυτή τη φορά αποφάσισε  να σπάσει κάποια ταμπού εκδίδοντας κοινό χρέος και δημιουργώντας  μια νέα δημοσιονομική διευκόλυνση η οποία αυξάνει σημαντικά τον κοινοτικό προϋπολογισμό. Αν αυτά τα δύο χαρακτηριστικά μονιμοποιηθούν και επεκταθούν θα μπορούμε να μιλάμε για μια νέα φάση στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Στο πλαίσιο αυτό δημιουργήθηκε το λεγόμενο Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανασυγκρότησης το οποίο σχεδόν διπλασιάζει τα κονδύλια του επόμενου δημοσιονομικού πλαισίου μέσα από έναν συνδυασμό επιδοτήσεων και χαμηλότοκων δανείων, κυρίως για τη γρήγορη ανασυγκρότηση της οικονομίας μετά την πανδημία. Από όλους αυτούς τους ευρωπαϊκούς πόρους θα δοθούν στη χώρα μας τα επόμενα 6-7 χρόνια κονδύλια που αντιστοιχούν σε περισσότερο του ενός-τρίτου του ελληνικού ΑΕΠ. Η εξέλιξη αυτή αποτελεί μεγάλο ευτύχημα για τη χώρα μας αλλά τώρα ξεκινάει, και αυτό είναι πολύ σημαντικό, το μεγάλο στοίχημα της παραγωγικής απορρόφησής τους. Οι προοπτικές λοιπόν για γρήγορη «ανάρρωση» της οικονομίας μετά την πανδημία είναι πολύ καλές και βέβαια μπορούν να ενισχυθούν ακόμη περισσότερο με τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων που χρειάζεται η χώρα και την πλήρη αποκατάσταση της διεθνούς αξιοπιστίας της.

Οι προκλήσεις όμως είναι πολύ μεγάλες και για τις τράπεζες με σημαντικότερη αυτή της αντιμετώπισης των νέων Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων τα οποία θα δημιουργηθούν. Μια εξέλιξη η οποία αναμένεται να εκδηλωθεί από τον επόμενο χρόνο καθόσον τώρα λειτουργούν οι διευκολύνσεις για αναστολές πληρωμών που έχουν δοθεί. Το μέγεθος του προβλήματος θα εξαρτηθεί από το τελικό βάθος της ύφεσης, το ύψος της ανεργίας και την ταχύτητα επανόδου σε μια τροχιά γρήγορης ανάπτυξης. Κάποιο ρόλο επίσης θα παίξει και η τυχόν χειροτέρευση της κουλτούρας πληρωμών/συναλλακτικών ηθών (payment culture) μετά από τόσες αναστολές πληρωμών που δίνονται τόσο από τις τράπεζες αλλά και από το κράτος και η δημιουργία μιας νέας γενιάς στρατηγικών κακοπληρωτών. Οι προοπτικές όμως για μια γρήγορη ανάπτυξη μετά την κρίση είναι θετικές ενώ οι ελληνικές τράπεζες έχουν αποκτήσει σημαντική τεχνογνωσία για την αντιμετώπιση των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων και το θεσμικό πλαίσιο αντιμετώπισής τους, καθώς και των στρατηγικών κακοπληρωτών, βελτιώνεται. Οι προοπτικές βελτιώνονται ακόμη περισσότερο και λόγω της σταδιακότητας με την οποία πιστεύω πως θα αντιμετωπιστεί από την Εποπτεύουσα Αρχή η αναπλήρωση των αποθεμάτων σε κεφάλαια και ρευστότητα μετά το τέλος της κρίσης.

Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν και ευκαιρίες τις οποίες ανέδειξε εμφατικά η τρέχουσα κρίση. Οι ευκαιρίες αυτές αφορούν κυρίως τις νέες μορφές εργασίας που δοκιμάστηκαν μέσα στην υγειονομική κρίση και η ανάγκη για γρήγορη ψηφιοποίηση. Είναι πολύ χαρακτηριστικό και ευχάριστο πως μέσα σε λίγες εβδομάδες από το ξέσπασμα της υγειονομικής κρίσης οι τράπεζες κατάφεραν σε μεγάλο βαθμό να λειτουργήσουν ως ψηφιακές τράπεζες. Και οι δύο αυτές ευκαιρίες μπορούν να συμβάλουν σε σημαντική μείωση του κόστους λειτουργίας των τραπεζών.

Μέσα σε αυτό το σχετικά περίπλοκο και αβέβαιο πλαίσιο η Eurobank αναδεικνύεται ως η τράπεζα με τα περισσότερα ποιοτικά χαρακτηριστικά που μπορούν να την βοηθήσουν να ανταπεξέλθει ικανοποιητικά στην πίεση που ασκείται από τη νέα κρίση και να βελτιώσει περισσότερο την σχετική της θέση στο ελληνικό τραπεζικό τοπίο.

Πιο συγκεκριμένα, η Eurobank αυτή τη στιγμή διαθέτει τον πιο υγιή ισολογισμό, έχει σχεδόν τελειώσει με τα προβλήματα που κληροδότησαν οι προηγούμενες κρίσεις και έχει μετατραπεί σχεδόν αποκλειστικά σε αυτό που λέμε μια Good Bank. Επιπλέον η Eurobank διαθέτει τις καλύτερες προοπτικές για αύξηση της οργανικής κερδοφορίας και επειδή είναι η πιο διεθνής ελληνική τράπεζα αυτές οι προοπτικές ενέχουν σχετικά μικρότερο ρίσκο επειδή διαθέτει τις πιο διαφοροποιημένες πηγές εισοδήματος.

Τέλος, ως Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου θέλω να πω πως η Eurobank διαθέτει μια εξαιρετική διοικητική ομάδα στην οποία το Διοικητικό Συμβούλιο έχει πλήρη εμπιστοσύνη και να εκφράσω και ενώπιον των μετόχων μας τα συγχαρητήρια του ΔΣ για την επιτυχή ολοκλήρωση του Σχεδίου Εξυγίανσης, ακόμη και σε συνθήκες πανδημίας, και να σημειώσω τη θετική επίδραση που θα έχει για τους μετόχους αλλά και τη δυνατότητα της τράπεζας ν’ ανταποκριθεί στις νέες προκλήσεις».