Σε μια απόφαση που αλλάζει πολλά γύρω από τις αγορές κρατικών και εταιρικών ομολόγων για το πρόγραμμα PEPP προχώρησε η ΕΚΤ το βράδυ της 25ης Μαρτίου.

Συγκεκριμένα, πλέον δεν θα υφίσταται το όριο του 33% της αγοράς χρέους μιας χώρας από την ΕΚΤ για το έκτακτο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων ύψους 750 δισ. που ανακοίνωσε η Κριστίν Λαγκάρντ στις 19 Μαρτίου.

Παράλληλα, μέσω του PEPP που θα συνεχιστεί μέχρι το τέλος του 2020, η EKT θα στοχεύει επίσης σε αγορές ομολόγων μικρότερης διάρκειας από ό,τι ίσχυε μέχρι σήμερα, ενώ θα επεκτείνει το φάσμα των αποδεκτών περιουσιακών στοιχείων όπως έπραξε και η Fed και σε εμπορικά χρεόγραφα που έχουν εκδοθεί από μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις. Με την απόφαση αυτή, η ΕΚΤ εξασφαλίζει στον εαυτό της πρωτοφανή ευελιξία στις αγορές τίτλων.

Τι είναι το PEPP

Το πρόγραμμα «μαμούθ» ύψους 750 δισ. ευρώ με την ονομασία Pandemic Emergency Purchase Programme (PEPP) στοχεύει στην πρόσθετη αγορά κρατικών και εταιρικών ομολόγων.

Στο πρόγραμμα που έχει σκοπό να αντιμετωπίσει τις αρνητικές συνέπειες του κορονοϊού, όπως είχε γίνει γνωστό αρχικά συμπεριλαμβάνεται και η Ελλάδα μέσω του waiver, με την ΕΚΤ να αγοράζει μέχρι και 16 δισ. ευρώ ελληνικό χρέος το 2020 (με βάση το 33% του χρέους μιας χώρας). Ωστόσο με την ιστορική απόφαση της ΕΚΤ να άρει το όριο του 33% το ποσό αυτό θα μπορούσε να αυξηθεί δυνητικά.

Οι αγορές θα πραγματοποιηθούν μέχρι το τέλος του 2020 και θα περιλαμβάνουν όλες τις κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων που είναι επιλέξιμες στο πλαίσιο του υφιστάμενου προγράμματος αγοράς περιουσιακών στοιχείων (APP). Για τις αγορές κρατικών ομολόγων, θα εξακολουθήσει να ισχύει το capital key των εθνικών κεντρικών τραπεζών.

Συνολικά οι αγορές assets (περιουσιακών στοιχείων) από την ΕΚΤ, δηλαδή των 20 δισ. ευρώ μηνιαίως (ανακοίνωση Δεκέμβριος) του APP των 120 δισ. ευρώ και του PEPP των 750 δισ. ευρώ, θα ανέλθει στα 1,1 τρισ. ευρώ.