Σε δυσχερή θέση βρίσκονται οι ελληνικές τράπεζες εν όψει της ειδικής δοκιμασίας ακραίων καταστάσεων ρευστότητας που θα τρέξει ο εποπτικός βραχίονας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας τους επόμενους μήνες.

Στο επίκεντρο του SSM θα βρεθεί ο Δείκτης Κάλυψης Ρευστότητας (Liquidity Coverage Ratio - LCR) των ελληνικών τραπεζών και ο Δείκτης Καθαρής Σταθερής Χρηματοδότησης (Net Stable Funding Ratio - NSFR).

Για όσους δεν το γνωρίζουν ο Δείκτης Κάλυψης Ρευστότητας προτάθηκε το 2011 ως μέτρο ενίσχυσης των τραπεζών σε περιόδους κρίσης και μπήκε σε σταδιακή εφαρμογή το 2016 και σε πλήρη εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου του 2018.

Ο Δείκτης Κάλυψης Ρευστότητας εξετάζει την επάρκεια των αποθεμάτων υψηλής ποιότητας ρευστοποιήσιμων στοιχείων ενεργητικού για την κάλυψη των βραχυπρόθεσμων αναγκών ρευστότητας κάτω από ένα συγκεκριμένο σενάριο δύσκολων συνθηκών (stress) σε περίοδο 30 ημερών.

Η λογική του μέτρου είναι πως το απόθεμα των διαθέσιμων περιουσιακών στοιχείων πρέπει να επιτρέπει στην τράπεζα να επιβιώσει μέχρι την 30η ημέρα του προτεινόμενου σεναρίου stress, ημερομηνία κατά την οποία γίνεται η παραδοχή ότι τα κατάλληλα μέτρα μπορούν να ληφθούν από τη διοίκηση ή και τις εποπτικές αρχές.

Το πρότυπο προϋποθέτει ότι η τιμή του δείκτη δε μπορεί να είναι μικρότερη από 100%, δηλαδή το απόθεμα των διαθέσιμων περιουσιακών στοιχείων πρέπει να είναι τουλάχιστον ίσο με το εκτιμώμενο ποσό των καθαρών ταμειακών εκροών υπολογισμένες για 30 ημερολογιακές ημέρες μελλοντικά.

Οι τράπεζες οφείλουν να τηρούν την παραπάνω υποχρέωση ως άμυνα έναντι του ενδεχόμενου εμφάνισης σοβαρών κρίσεων ρευστότητας (όπως αναλήψεις του 5% των σταθερών καταθέσεων λιανικής, του 10% των λοιπών καταθέσεων και του 75% των επιχειρηματικών προθεσμιακών 30 ημερών).

Επίσης οι τράπεζες και οι εποπτικές αρχές οφείλουν να έχουν πλήρη επίγνωση για τυχόν αναντιστοιχίες που μπορεί να προκληθούν εντός της προθεσμίας των 30 ημερών και να διασφαλίσουν ότι υπάρχουν διαθέσιμα επαρκή ρευστοποιήσιμα στοιχεία ενεργητικού για την κάλυψη ενδεχόμενων κενών στις ταμειακές ροές καθ’ όλη τη διάρκεια του μήνα.

Αυτό σημαίνει ότι εάν μια τράπεζα υποφέρει από ξαφνική έλλειψη κεφαλαίων, μπορεί να χρησιμοποιήσει τα ταμειακά της αποθέματα ή να πουλήσει εξαιρετικά ρευστά περιουσιακά στοιχεία για να καλύψει τις οικονομικές της υποχρεώσεις για τουλάχιστον 30 ημέρες. Αυτή η υποχρεωτική χρηματοοικονομική επένδυση εξασφαλίζει ότι οι τράπεζες έχουν αρκετό χρόνο για να επιλύσουν οποιεσδήποτε κρίσεις ή να βρουν εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης προτού καταφύγουν σε εκκαθάριση άλλων περιουσιακών στοιχείων.

Από την άλλη πλευρά ο Δείκτης Καθαρής Σταθερής Χρηματοδότησης (Net Stable Funding Ratio - NSFR) έχει δημιουργηθεί ως ένα διαρθρωτικό μέτρο, με απώτερο σκοπό τη διασφάλιση επαρκούς και σταθερής χρηματοδότησης στο τραπεζικό σύστημα, ούτως ώστε να υφίσταται η δυνατότητα κάλυψης των μεσοπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων δανείων που θα παραχωρούνται από την εκάστοτε τράπεζα. Ενδεικτικά η «σταθερή χρηματοδότηση» πρέπει να αποτελείται από μακροπρόθεσμα χρεόγραφα, όπως επίσης και καταθέσεις λιανικής τραπεζικής με ημερομηνία λήξης πέραν του ενός χρόνου.

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Αρχής (ΕΒΑ) τα ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα δεν διαθέτουν τα απαραίτητα ρευστά διαθέσιμα για την αντιμετώπιση μιας οξείας κρίσης ρευστότητας 30 ημερών.

Τα τελευταία στοιχεία για το Δείκτη Κάλυψης Ρευστότητας των ελληνικών τραπεζών που εμπεριέχονται σε ειδική έκθεση της ΕΒΑ δείχνουν πως οι τέσσερις σύστημικές ελληνικές τράπεζες είχαν στα τέλη Σεπτεμβρίου 2018 μέσο συντελεστή LCR στο 33,1%, ήτοι αισθητά κάτω από 100% που είναι το εποπτικό όριο της Βασιλείας ΙΙΙ, όταν ο μέσος όρος του LCR των συστημικών τραπεζών της ευρωζώνης ήταν στο 148,5%!

Το ότι οι ελληνικές τράπεζες δεν διαθέτουν τα απαραίτητα ρευστά διαθέσιμα για την αντιμετώπιση μιας οξείας κρίσης ρευστότητας 30 ημερών δείχνει πως θα τα βρουν «σκούρα» στην επικείμενη δοκιμασία ακραίων καταστάσεων ρευστότητας του SSM.