Όλοι θυμόμαστε την εποχή όπου η τιμή του πετρελαίου είχε ξεπεράσει τα 100 δολάρια το βαρέλι όπως και την εποχή όπου η τιμή κατρακύλησε κάτω από τα 30 δολάρια (στις αρχές του 2016). Τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, ο Οργανισμός Εξαγωγών Πετρελαιοπαραγωγών Χωρών (ΟΠΕΚ) έχει λάβει μέτρα για τη μείωση της παραγωγής πετρελαίου (και των αποθεμάτων) προκειμένου να δοθεί ώθηση στην τιμή. Η συμφωνία μεταξύ των κρατών-μελών του καρτέλ και της Ρωσίας (η οποία δεν συμμετέχει στον ΟΠΕΚ) για μείωση της παραγωγής έχει ήδη αποφέρει καρπούς καθώς η τιμή του πετρελαίου κινείται κοντά στα 70 δολάρια το βαρέλι. Το πιο ακριβό πετρέλαιο έχει συνέπειες για τις χώρες-παραγωγούς αλλά και για εκείνες που καλύπτουν τις ανάγκες τους κυρίως από εισαγωγές όπως είναι η Ελλάδα.

Ο κ. Αλέξανδρος Λαγάκος, Ιδρυτικός Πρόεδρος του Greek Energy Forum και Εμπειρογνώμων του ΟΗΕ για το φυσικό αέριο, μιλώντας στο insider.gr εξηγεί πως επηρεάζει την ελληνική βιομηχανία και τις διμερείς σχέσεις της Ελλάδας η πολιτική του ΟΠΕΚ.

«O ΟΠΕΚ και η Ρωσία ένωσαν δυνάμεις. Έβαλαν στόχο και έχουν υπεραπόδοση του στόχου τους μέχρι στιγμής για τη μείωση κατά 1,8 εκατ. βαρέλια την ημέρα όσον αφορά στην παγκόσμια παραγωγή πετρελαίου. Να πούμε πως ο ΟΠΕΚ και η Ρωσία παράγουν περίπου το 40% της παγκόσμιας ποσότητας πετρελαίου που χρειάζεται ο πλανήτης. Γιατί αποφασίστηκε αυτή η δράση; Για έναν διπλό στόχο: Πρώτον την υποστήριξη της τιμής πετρελαίου, το οποίο και έχει επιτευχθεί ήδη και δεύτερον, τη μείωση των παγκόσμιων αποθεμάτων αργού πετρελαίου του πλανήτη (ένας στόχος ο οποίος βρίσκεται σε εξέλιξη).

Στην Ελλάδα, εκτός από τον Πρίνο όπου δραστηριοποιείται η Energean, δεν παράγεται για την ώρα πετρέλαιο. Ωστόσο, οι αποφάσεις των πετρελαιοπαραγωγών χωρών επηρεάζουν και τη χώρα μας. Όπως αναφέρει ο κ. Λαγάκος, «Υπάρχουν και θετικές και αρνητικές επιπτώσεις για τη χώρα μας. Μπορούμε να απαριθμήσουμε μερικές: Η πρώτη έχει να κάνει με το γεγονός πως οι παραγωγοί του ΟΠΕΚ ναι μεν μείωσαν την παραγωγή τους αλλά θέλησαν να διατηρήσουν τα μερίδια αγοράς τα οποία θεωρούσαν πιο πολύτιμα. Πρόκειται για τα μερίδα στην Κίνα, την Ινδία και τις υπόλοιπες χώρες της ΝΑ Ασίας και της Άπω Ανατολής.

Πώς επηρεάζει αυτό εμάς στη Δύση; Στον Ατλαντικό Ωκεανό; Στην Ευρώπη; Στην Αμερική; Ουσιαστικά, μειώθηκαν τα διαθέσιμα φορτία για τη δυτική αγορά με αποτέλεσμα χώρες οι οποίες ήταν μέχρι πρότινος περιθωριοποιημένες όσον αφορά στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου λόγω των κυρώσεων όπως είναι το Ιράν, να αναζητήσουν με μεγαλύτερη άνεση πελάτες στην Ευρώπη. Η Ελλάδα ήταν η πρώτη (μέσω των ΕΛΠΕ) η οποία σύναψε συμβόλαιο με το Ιράν, το οποίο επέστρεψε στην αγορά μετά την άρση των κυρώσεων και πλέον δεδομένων και των συνθηκών η σχέση μας με το Ιράν έχει ισχυροποιηθεί ακόμη περισσότερο (όσον αφορά στη σχέση προμηθευτή-καταναλωτή).

Η δεύτερη επίπτωση έχει κάνει με κάτι πιο τεχνικό, το οποίο αξίζει να το ξέρουμε. Ως γνωστόν, οι αραβικές χώρες οι οποίες αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του ΟΠΕΚ παράγουν κατά κύριο λόγο πετρέλαιο το οποίο είναι υψηλού ειδικού βάρους και υψηλής περιεκτικότητας σε θείο. Αυτά είναι τα λεγόμενα heavy sour crudes. Από την άλλη, έχουμε την Αμερική η οποία έχει αυξήσει την παραγωγή της, παράγει τα λεγόμενα sweet light crudes δηλαδή πετρέλαιο το οποίο είναι χαμηλό σε περιεκτικότητα θείου και χαμηλού ειδικού βάρους. Συνήθως τα δεύτερα είναι πιο πολύτιμα από τα πρώτα ως προϊόν. Αυτό λοιπόν το οποίο συνέβη με την περικοπή της παραγωγής των χωρών του ΟΠΕΚ είναι ότι η τιμή των heavy sour crudes ανέβηκε ενώ με την αύξηση της παραγωγής πετρελαίου από την Αμερική, η τιμή των sweet light crudes έπεσε. Αποτέλεσμα ήταν η διαφορά τιμής μεταξύ των δύο να μειωθεί, μιλάμε για έναν υποτριπλασιασμό αυτής της διαφοράς. Αυτό είναι σημαντικό γιατί αύξησε σημαντικά τις διαθέσιμες επιλογές για διυλιστήρια στη Μεσόγειο και συγκεκριμένα για τα Ελληνικά διυλιστήρια όσον αφορά στις πηγές πετρελαίου που μπορεί να χρησιμοποιήσουν. Αυτό έχει ιδιαίτερη βαρύτητα γιατί παγκόσμια καταγράφεται μια πολύ σημαντική αύξηση της ζήτησης σε προϊόντα υψηλής διύλισης.

Συγκεκριμένα, αναφέρομαι σε diesel και δευτερευόντως σε βενζίνη. Τα sweet light crudes λοιπόν είναι η πρώτη ύλη που ενδείκνυται για τη μεγιστοποίηση της παραγωγής diesel και βενζίνης. Άρα λοιπόν ήταν μια χρυσή ευκαιρία για τα Ελληνικά Πετρέλαια και τα ελληνικά διυλιστήρια γενικότερα προκειμένου να αυξήσουν την παραγωγή τους σε τέτοια προϊόντα υψηλής διύλισης και να εξάγουν περίπου το 66% της παραγωγής τους στο εξωτερικό. Η τρίτη επίπτωση έχει να κάνει με το άνοιγμα του λεγόμενου «spread», του WTI spread. Δηλαδή, το πετρέλαιο που παράγεται στην Αμερική έγινε πολύ πιο φθηνό σε σχέση με το μπρεντ. Είναι ο βασικός δείκτης πετρελαίου όσον αφορά στην Ευρώπη. Άρα ξαφνικά έγινε πάρα πολύ δελεαστική για εμάς αλλά και για ολόκληρη την Ευρώπη η αγορά των Ηνωμένων Πολιτειών όσον αφορά στις εισαγωγές αργού πετρελαίου. Και ήδη βλέπουμε πως η διοίκηση των ΕΛΠΕ ξεκίνησε επαφές αναγνωριστικές, σε πρώτη φάση, με αμερικανικές εταιρείες προκειμένου να συζητήσουν αυτό το ενδεχόμενο εισαγωγών αμερικανικού αργού πετρελαίου στην Ελλάδα».

Πώς επηρεάζονται οι σχέσεις Ελλάδας και Ρωσίας

Ο κ. Λαγάκος επεσήμανε ότι το νέο ενεργειακό σκηνικό που διαμορφώνεται από την πολιτική ενίσχυσης της τιμής του πετρελαίου επηρεάζει τις σχέσεις Ελλάδας-Ρωσίας. «Ενδεικτικά θα αναφέρω δύο σημαντικές επιπτώσεις. Η πρώτη έχει να κάνει με το πετρέλαιο. Ως γνωστόν, ελληνόκτητα πλοία αναλαμβάνουν ένα ποσοστό παραπάνω από το 50% των εξαγωγών ρωσικού πετρελαίου αυτή τη στιγμή, το οποίο είναι καθοριστικό σε ό,τι αφορά τις εμπορικές σχέσεις Ελλάδας-Ρωσίας. Με τη συμμετοχή της Ρωσίας σε αυτό το σχήμα περιστολής μείωσης της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου μειώθηκαν ως ήταν λογικό και οι εξαγωγές αργού πετρελαίου από τα ρωσικά λιμάνια, ιδιαίτερα από τα λιμάνια της Βαλτικής παρά από τα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας.

Όμως και πάλι, το 2018 από τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι στιγμής καταγράφεται μια μείωση της τάξεως του 13% σε σχέση με πέρυσι το ενώ από τα λιμάνια της Βαλτικής μια μείωση του 25%. Αυτό έχει επηρεάσει την ελληνική ναυτιλία όσον αφορά στη ζήτηση για πλοία καθώς έχουν μειωθεί τα φορτία. Ακόμη, η Ρωσία επενδύει αυτή τη στιγμή σε επίγειους αγωγούς για την απευθείας σύνδεσή της με την Κίνα. Αυτό ολοκληρώθηκε πρόσφατα, τον Ιανουάριο του 2018, μιλάμε για 260.000 βαρέλια την ημέρα χωρητικότητας που προστέθηκε και με το που συνέβη αυτό μειώθηκαν ακόμη περισσότερο οι εξαγωγές πετρελαίου δια της θαλάσσης. Όλοι οι παραγωγοί αυτή τη στιγμή θέλουν να διατηρήσουν ή να αυξήσουν το μερίδιο αγοράς τους στην αγορά της Ασίας.

Η δεύτερη επίπτωση, η οποία είναι επίσης αρνητική για τη χώρα μας, έχει να κάνει με την αύξηση της τιμής πετρελαίου. Σε σχέση με πέρυσι, μιλάμε για μια αύξηση του 16% μέχρι στιγμής και αυτό θα επηρεάσει και τις τιμές φυσικού αερίου που πληρώνουμε στη Ρωσία. Διότι, το συμβόλαιο που είναι το μεγαλύτερο συμβόλαιο της χώρας μας για την εισαγωγή φυσικού αερίου είναι με την Gazprom, η οποία τιμολογεί το αέριο με βάση τις παγκόσμιες τιμές πετρελαίου. Αφού αυτές ανέβηκαν με μια καθυστέρηση λίγων μηνών θα πρέπει να αναμένουμε και μια αύξηση των τιμών του φυσικού αερίου», σημείωσε.