Με την πανδημία να έχει φέρει ένα νέο κύμα ύφεσης,  η επόμενη μέρα για τον ενεργειακό τομέα δείχνει να επηρεάζεται σημαντικά. Κεντρικό ρόλο – όπως είναι αναμενόμενο – παίζει η σχέση προσφοράς-ζήτησης, που καθορίζει ευθέως και την πορεία των τιμών. Στο επίκεντρο βρίσκεται ασφαλώς η ζήτηση που έχει υποχωρήσει σε πρωτοφανή επίπεδα ως αποτέλεσμα των αυστηρών περιοριστικών μέτρων λόγω της  εξάπλωσης της πανδημίας. Την εικόνα για την ελληνική αγορά μελέτησε το Ινστιτούτο Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης (ΙΕΝΕ).

Σύμφωνα με την 50σέλιδη μελέτη του Ινστιτούτου, η οποία δημοσιεύθηκε πρόσφατα, η απότομη και μεγάλη μείωση της ενεργειακής ζήτησης στην Ελλάδα ήταν ιδιαίτερα εμφανής στα υγρά καύσιμα το α’ και β’ τρίμηνο του τρέχοντος έτους. Τον περασμένο Μάρτιο είχαμε πτώση στις πωλήσεις συνολικά κατά 33% και τον Απρίλιο κατά 75%.  Λιγότερο επηρεασμένη η ζήτηση στο φυσικό αέριο και στον ηλεκτρισμό, όπου παρατηρήθηκε κάμψη της τάξεως του 10% και 5% αντίστοιχα.

Όπως αναφέρουν οι μελετητές του ΙΕΝΕ, στην αγορά πετρελαίου, η κατάρρευση της τιμής του αργού, που παρατηρήθηκε μετά τη συνάντηση του OPEC+ στη Βιέννη στις 6 Μαρτίου και συνεχίστηκε έως τα τέλη του συγκεκριμένου μήνα, ήταν άμεσο αποτέλεσμα δύο βασικών παραγόντων. «Αφενός μεν της αδυναμίας συμφωνίας μεταξύ δύο βασικών πετρελαιοεξαγωγών χωρών, δηλαδή της Ρωσίας και της Σαουδικής Αραβίας, για μείωση της πετρελαϊκής παραγωγής και αφετέρου της παράλληλης και προοδευτικής κατάρρευσης της ζήτησης παγκοσμίως», επισημαίνουν οι μελετητές.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις εταιρειών, η συνολική ζήτηση αναμένεται να μειωθεί τουλάχιστον κατά 10 εκατ. βαρέλια την ημέρα, σε μια παγκόσμια αγορά που το 2019 κατέγραφε 100 εκατ. βαρελιών την ημέρα. Ας σημειωθεί ότι αυτή είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά τότε υπήρξαν τελείως ιδιάζουσες συνθήκες.

Το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι σε ποιο βαθμό οι παρούσες ιδιάζουσες συνθήκες αναμένεται να επηρεάσουν την ζωή μας στην μετά τον κορονοϊό εποχή και τι σημαίνει αυτό για τον ενεργειακό τομέα στον οποίο βασίζεται η λειτουργία της σημερινής τεχνολογικά προσανατολισμένης κοινωνίας μας.

Συσσώρευση οφειλών

Η αναδυόμενη κρίση ρευστότητας, ελέω κορονοϊού, σηματοδοτεί την αρχή ενός «ντόμινο» συσσώρευσης οφειλών σε κάθε στάδιο της αλυσίδας της ενεργειακής αγοράς, που ξεκινάει από την προμήθεια και καταλήγει στην παραγωγή. Μάλιστα, μιας και η Ελλάδα εξαρτάται κυρίως από το εξωτερικό για την κάλυψη των ενεργειακών της αναγκών, αν η κρίση ρευστότητας δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα, είναι πολύ πιθανό να προκαλέσει και προβλήματα ενεργειακής τροφοδοσίας σε εθνικό επίπεδο, πέρα από το να δοκιμάσει στο εσωτερικό τις αντοχές των εγχώριων επιχειρήσεων του κλάδου.

Επίσης, η μείωση της ζήτησης, σε  συνδυασμό με την πρωτοφανή πτώση των τιμών της χονδρεμπορικής αγοράς (συμπεριλαμβανομένων των τιμών των δικαιωμάτων εκπομπών CO2) και την αύξηση της απρόβλεπτης μεταβλητότητάς τους, αποτέλεσε πρόσθετη σοβαρή απειλή τόσο για τις επενδύσεις σε μονάδες παραγωγής από φυσικό αέριο όσο και για τις επενδύσεις σε Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ).

Συνεπώς, σύμφωνα με τη μελέτη,  μια παρατεταμένη κρίση θα δοκιμάσει τη βιωσιμότητα των εταιρειών ενέργειας με απρόβλεπτα αποτελέσματα, καθώς θα δημιουργήσει ελλείμματα, τη στιγμή που οικονομικά ευάλωτοι και πληγέντες, θα αδυνατούν να εξοφλούν τους λογαριασμούς ρεύματος.

Η μείωση στην εν γένει εισπραξιμότητα και ρευστότητα σε συνδυασμό με τη δυνατότητα επίκλησης συνθηκών ανωτέρας βίας και «απρόοπτης μεταβολής συνθηκών» από τα συμβαλλόμενα μέρη δημιουργεί για τη νομική επιστήμη πεδίο αναγκαίων διερευνήσεων για την προσαρμογή με εύλογο τρόπο των εκατέρωθεν συμβατικών δεσμεύσεων των ενεργειακών παικτών μεταξύ τους αλλά και με τους καταναλωτές.

Άντεξαν τα δίκτυα και οι μεγάλες επενδύσεις

Πάντως, ο ήδη σημαντικός βαθμός ψηφιοποίησης και αυτοματισμού, που έχει εισαχθεί στο ελληνικό ενεργειακό σύστημα, υπήρξε βασικός παράγων στην διατήρηση της εύρυθμης λειτουργίας του ενεργειακού συστήματος της χώρας, σύμφωνα με το ΙΕΝΕ. Η συγκεκριμένη εξέλιξη παρατηρήθηκε τόσο στη διανομή και μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας (ΔΕΔΔΗΕ και ΑΔΜΗΕ) όσο και στην μεταφορά φυσικού αερίου (ΔΕΣΦΑ).

Επίσης, ο προγραμματισμός των μεγάλων επενδυτικών σχεδίων των περισσότερων ενεργειακών εταιρειών στην Ελλάδα δεν επηρεάστηκε (πχ. ηλεκτρική διασύνδεση Κρήτης), εκτός από τη νέα λιγνιτική μονάδα της ΔΕΗ (Πτολεμαΐδα 5) και τις ολιγόμηνες καθυστερήσεις σε ορισμένα έργα (πχ. FSRU Αλεξανδρούπολης, IGB, περιφερειακά δίκτυα).

Στον κλάδο του φυσικού αερίου, παρότι παρατηρήθηκε μείωση της εγχώριας ζήτησης, αυτή υπήρξε μάλλον οριακή και δεν έφτασε στα επίπεδα του πετρελαίου.  Επίσης, καταγράφηκε σημαντική πτώση στις τιμές του φυσικού αερίου (κυρίως LNG), λόγω εξελίξεων στις διεθνείς αγορές (πχ. μεγάλη πτώση της τιμής αργού), γεγονός που ευνόησε τη χώρα μας καθώς υπήρξε μεγάλη διείσδυση του LNG στο μείγμα ηλεκτροπαραγωγής της Ελλάδας, με αποτέλεσμα το 64% της προμήθειας το α’ εξάμηνο του 2020 να πραγματοποιείται μέσω LNG.

Στον κλάδο του ηλεκτρισμού, η κρίση της πανδημίας οδήγησε σε σημαντική μείωση του συνολικού ηλεκτρικού φορτίου της Ελλάδας, η οποία μάλλον οφειλόταν στο ότι μειώθηκε η εμπορική κατανάλωση με παράλληλη αύξηση της οικιακής, χωρίς να έχει σταματήσει σε μεγάλο βαθμό η βιομηχανική δραστηριότητα. Η μείωση της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας, με παράλληλη πτώση του κόστους τιμών του CO2, οδήγησε σε πολύ χαμηλές τιμές ενέργειας, με αποτέλεσμα η πλειοψηφία των προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας προσέφεραν στους πελάτες τους εκπτώσεις στους λογαριασμούς ρεύματος.

Επίσης, η πανδημία οδήγησε και σε καθυστέρηση στην έναρξη λειτουργίας του Target Model στην Ελλάδα, καθώς η εν Αθήναις ομάδα του αναδόχου (General Electric), που θα παρέδιδε το λογισμικό της αγοράς εξισορρόπησης στον ΑΔΜΗΕ, επικαλέστηκε ανωτέρα βία και έφυγε απροειδοποίητα.

 Στον κλάδο των ΑΠΕ, η εξάπλωση του κορονoϊού προκάλεσε ακυρώσεις και καθυστερήσεις σε μεγάλα έργα ΑΠΕ και αποθήκευσης ενέργειας. Οι εν εξελίξει επενδύσεις ΑΠΕ αντιμετώπισαν αρκετές δυσκολίες λόγω της καθυστέρησης ανταπόκρισης από τις αδειοδοτούσες υπηρεσίες, των περιορισμών μετακίνησης και διαμονής των στελεχών τους και του τεχνικού προσωπικού, των καθυστερήσεων στα χρονοδιαγράμματα παράδοσης εξοπλισμών, αλλά και αποκατάστασης προβλημάτων σε ήδη λειτουργούντα έργα, μεταξύ άλλων.

Στον κλάδο της ενεργειακής αποδοτικότητας, καταγράφηκαν καθυστερήσεις σε έργα ανακαίνισης και ενεργειακής αναβάθμισης κτιρίων. Στον κλάδο των εκπεμπόμενων ρύπων, ο κορονοϊός επηρέασε σε μεγάλο βαθμό και τις τιμές των δικαιωμάτων εκπομπών ρύπων στην ΕΕ, με αποτέλεσμα στα τέλη του περασμένου Μαρτίου αυτές να απώλεσαν περίπου το 40% της αξίας τους από τις αρχές του 2020. Μία θετική επίδραση της πανδημίας του κορωνοϊού ήταν η σημαντική μείωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης στην Αθήνα, αλλά και σε άλλες μεγάλες πόλεις της Ελλάδας.

Δύσκολη η ανάκαμψη της ενεργειακής ζήτησης

Οι ερευνητές του ΙΕΝΕ κρίνουν ότι ακόμη και στο διάστημα μετά την άρση των μέτρων,  στην Ελλάδα και διεθνώς,  η ενεργειακή ζήτηση δεν πρόκειται να ανακάμψει σε επίπεδα προ κορωνοϊού, γιατί το σοκ που θα έχει υποστεί ο πληθυσμός θα είναι τόσο μεγάλο που θα υπάρχει πολύ μεγάλη επιφυλακτικότητα για εργασία σε επαφή με άλλους ανθρώπους και γενικότερα σε κοινωνικές συναναστροφές. Για ένα μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού η τηλεργασία ήρθε για να μείνει, ενώ στην βιομηχανία θα επιταχυνθεί η μετάβαση σε πλήρως αυτοματοποιημένα συστήματα.

Σημαντικά μειωμένο για ένα διάστημα θα είναι το διεθνές εμπόριο με αρνητικές επιπτώσεις στην παραγωγική αλυσίδα πολλών κλάδων, ενώ οι αεροπορικές μετακινήσεις θα μειωθούν στο ελάχιστο, αφού η σημερινή εμπειρία δείχνει ότι συνέδρια και συναντήσεις μπορούν να πραγματοποιούνται άνετα και με ασφάλεια εξ’ αποστάσεως. Σε συνδυασμό με την καθίζηση του τουρισμού, το πλήγμα για τις περισσότερες αεροπορικές εταιρείες θα είναι μη αναστρέψιμο.

Νωρίτερα το peak oil demand

Η δεύτερη παρατήρηση είναι ότι οι νέες κοινωνικές συνθήκες, κατάλοιπο της παρούσας κρίσης και υπαγορευμένες από νέο φάσμα μέτρων που θα υιοθετηθούν παγκοσμίως για την πρόληψη κάποιας νέας πανδημίας, θα έχουν άμεσο αντίκτυπο στον τρόπο που θα χρησιμοποιούμε και θα διαχειριζόμαστε την ενέργεια. Κοινός παρονομαστής θα αναδειχθεί η επίσπευση της μετάβασης σε ένα πλήρες ηλεκτρικό σύστημα (all electric system) που θα διευκολυνθεί από την αισθητή μείωση της χρήσης υδρογονανθράκων, όχι τόσο λόγω εφαρμογής μέτρων για την αντιμετώπιση της Κλιματικής Αλλαγής, αλλά λόγω αλλαγής του μοντέλου εργασίας και της βιομηχανικής και αγροτικής παραγωγής. Με το peak oil demand να επισπεύδεται τουλάχιστον κατά 10 χρόνια.

Ακόμα μια σημαντική πρόκληση θα είναι η βιωσιμότητα του σημερινού συστήματος λειτουργίας των ενεργειακών αγορών, ιδιαίτερα στον ηλεκτρισμό και το φυσικό αέριο, αφού προτεραιότητα πλέον θα δοθεί στην ενεργειακή ασφάλεια με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για τη διατήρηση του υπάρχοντος ανταγωνιστικού μοντέλου.

Είναι προφανές ότι μετά το τέλος της πανδημίας πολλά θα πρέπει να αλλάξουν στην οικονομική, κοινωνική και ενεργειακή ζωή στην χώρα μας, αλλά και διεθνώς, και ένα από τα σημαντικότερα είναι ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε τις κρίσιμες υποδομές μας και την λειτουργία της αγοράς. Η προετοιμασία για ακραίες καταστάσεις, με ενίσχυση της ανθεκτικότητάς τους, αποτελεί πλέον απόλυτη αναγκαιότητα.

Άλλωστε, χαρακτηριστικό παράδειγμα των σημαντικών επιπτώσεων της πανδημίας του κορωνοϊού στην παγκόσμια οικονομία αποτελεί η λήψη μέτρων ύψους $3.98 τρισ. (18.6% του ΑΕΠ) από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση των ΗΠΑ από την περίοδο έναρξης της κρίσης, με εκτιμώμενη επίδραση ύψους $2.48 τρισ. (11.6% του ΑΕΠ) στο κρατικό έλλειμμα, ενώ αναμένεται η λήψη πρόσθετων πρωτοβουλιών στήριξης μέχρι το τέλος του τρέχοντος έτους.

Παρομοίως, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, έχουν ληφθεί μέτρα συνολικού ύψους €3.9 τρισ. (28% του ΑΕΠ της ΕΕ), συμπεριλαμβανομένων των εγκεκριμένων από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή μέτρων που ελήφθησαν σε εθνικό επίπεδο, ενώ το τελευταίο πακέτο στήριξης ύψους €750 δισ. (5.4% του ΑΕΠ της ΕΕ), που συμφωνήθηκε πρόσφατα, περιλαμβάνει €390 δισ. σε επιχορηγήσεις και €360 δισ. σε δάνεια για τη διασφάλιση της συνοχής της ΕΕ και την προώθηση των στρατηγικών της προτεραιοτήτων. Το πακέτο των €750 δισ. θα πλαισιώσει έναν κοινοτικό προϋπολογισμό αξίας €1.1 τρισ. σε βάθος επταετίας, με το συνολικό πακέτο να φτάνει τα 1.85 τρισ.