Η κρίση του COVID-19 επηρεάζει τις έρευνες για υδρογονάνθρακες διεθνώς όπως και την Ελλάδα, αλλά όσον αφορά στη χώρα μας, η πανδημία δεν αποτελεί ούτε το βασικό ούτε το μοναδικό πρόβλημα για τον κλάδο του upstream.

Αυτό είναι ένα από τα βασικά συμπεράσματα τα οποία διατυπώθηκαν στο 3ο ΙΕΝΕ Webinar, το οποίο είχε ως στόχο την ανάδειξη των επιπτώσεων από την κρίση του κορονοϊού στον ενεργειακό τομέα και πιο συγκεκριμένα στις Έρευνες Υδρογονανθράκων στη χώρα.

Στη διαδικτυακή συζήτηση την οποία συντόνισε ο πρόεδρος και εκτελεστικός διευθυντής του ΙΕΝΕ, Κωστής Σταμπολής, οι Δρ. Ν. Νικολάου, αντιπρόεδρος, της Energean Ελλάδος, Τερέζα Φωκιανού, πρόεδρος της  Flow Energy και της Επιτροπής Υδρογονανθράκων του ΙΕΝΕ και ο Δρ. Γιάννης Μπασιάς, πρόεδρος & διευθύνων σύμβουλος της  ΕΔΕΥ κατέδειξαν τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο κλάδος, σημειώνοντας ως κυριότερα τη γραφειοκρατία, το «κλίμα» που επικρατεί στη χώρα όσον αφορά στις έρευνες αλλά και τις καθυστερήσεις, οι οποίες μπορεί να διώξουν μακριά από τη χώρα μας τους ξένους επενδυτές (ExxonMobil, Total, Repsol).

O πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ΕΔΕΥ, Γιάννης Μπασιάς, κληθείς να απαντήσει σε σχετικές ερωτήσεις που τέθηκαν στο πάνελ, σημείωσε ότι η πανδημία έρχεται να προστεθεί ως ένα επιπλέον εμπόδιο στις έρευνες αλλά όπως τόνισε το χρόνιο πρόβλημα είναι οι καθυστερήσεις, για τις οποίες δεν είναι πάντα αρμόδιο το κράτος. Όπως είπε, διεθνώς, υπάρχουν πετρελαϊκές εταιρείες οι οποίες θέλουν να προχωρήσει γρήγορα η επένδυση των κεφαλαίων που διαθέτουν και να δουν σε βάθος χρόνου τα αποτελέσματα των κόπων τους αλλά υπάρχει και μια άλλη κατηγορία επιχειρήσεων, οι οποίες επιλέγουν μια πιο «αργή» στρατηγική καθώς δεν θέλουν να ξοδέψουν χρήματα. «Στην Ελλάδα υπάρχουν και οι δύο κατηγορίες», σημείωσε ο κ. Μπασιάς. Αναφερόμενος στο θέμα των αργοποριών, οι οποίες συχνά αποδίδονται στο δημόσιο, ο πρόεδρος της ΕΔΕΥ, κατέδειξε το πρόβλημα των αδειοδοτήσεων διευκρινίζοντας ότι το θέμα των αδειοδοτήσεων είναι καθαρά υπόθεση του ΥΠΕΝ, της αρμόδιας διεύθυνσης αδειοδοτήσεων, η οποία διαθέτει στελέχη που γνωρίζουν πολύ καλά τα σχετικά θέματα».

Ειδική αναφορά έκανε και στο νέο περιβαλλοντικό νομοσχέδιο το οποίο όπως τόνισε αναμένεται ότι θα αλλάξει την πορεία σε αυτό τον τομέα και θα δώσει τέλος σε τέτοιου είδους αγκυλώσεις. 

Όσον αφορά στην τρέχουσα κατάσταση, ο κ. Μπασιάς σημείωσε ότι αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε στη φάση όπου οι μεγάλες εταιρείες διώχνουν τοξικές επενδύσεις (π.χ μπορεί να έχουν βάλει χρήματα σε 10 προγράμματα, τα δύο από αυτά δείχνουν να έχουν προοπτικές να δουλέψουν και τα οκτώ βγαίνουν από τον ισολογισμό και έτσι καθαρίζουν ουσιαστικά τους ισολογισμούς). Την ίδια στιγμή οι εταιρείες service (παροχής υπηρεσιών) είναι υποχρεωμένες να ρίξουν τις τιμές. Αυτό γινόταν και παλαιότερα, έγινε και το 2014 και γίνεται και τώρα. Αυτή η κατάσταση όμως δεν θα κρατήσει. Τα πράγματα θα επανέλθουν, σημείωσε σχετικά.

Απαντώντας σε παρέμβαση του κ. Τσαρλς Έλληνα, ο οποίος σημείωσε ότι «οι διεθνείς εταιρείες έχουν χάσει την υπομονή τους με τη Ελλάδα και στρέφονται στην Αίγυπτο όπως η ExxonMobil, o κ. Μπασιάς σημείωσε ότι: «η Ελλάδα είναι frontier περιοχή, δεν έχουμε γεωτρήσεις, δεν έχουμε πυκνά σεισμικά δεδομένα, παραγωγή, η Αίγυπτος έχει αγωγούς, σταθμού υγροποίησης, 50 χρόνια παραγωγής, δεν θα χρειάζεται σύντομα να κάνει εισαγωγή αερίου, είναι σημαντικό για τις μεγάλες εταιρείες επιπλέον λόγω της γεωπολιτικής θέσης, μην ξεχνάμε ότι δεν υπάρχει μόνο ένα Ζορ, ίσως να υπάρχουν δύο η τρία, και βλέπουμε ότι άμα πάμε στην Κύπρο τα πράγματα δεν προχωράνε, η Αφροδίτη ανακαλύφθηκε το 2011 και η παραγωγή θα αρχίσει το 2025. Είναι λογικό οι εταιρείες να πάνε εκεί που υπάρχει δραστηριότητα, τεχνογνωσία, και θεωρήστε ότι υπάρχουν δύο εταιρείες εθνικές με ξεχωριστά αντικείμενα, εταιρείες όχι με δέκα άτομα, δεν είναι εταιρείες που νοικιάζουνε δύο ορόφους σε ένα κτίριο, μιλάμε για βιομηχανία ολόκληρη η οποία παίζει ένα σημαντικό ρόλο για την οικονομία της περιοχής. Δεν υπάρχει σύγκριση.

Η λειτουργία της ΕΔΕΥ και τα νέα δεδομένα

Αναφερόμενος στη λειτουργία της ΕΔΕΥ, ο συντονιστής της συζήτησης και πρόεδρος του ΙΕΝΕ, Κωστής Σταμπολής, επεσήμανε ότι πρόκειται για ένα «success story», το οποίο από το 2016 λειτουργεί κανονικά (με το ν. 4001) ενώ η πλήρης στελέχωσή της και η λειτουργία της κατά τον τρόπο που λειτουργεί αποτελούσε και αίτημα της αγοράς προκειμένου να εξελιχθεί ο κλάδος. 

«Έφθασα το Νοέμβριο του 2016. Εκείνο τον καιρό έγινε αλλαγή υπουργού, βρέθηκα στο ημιυπόγειο του ΥΠΕΝ, όχι μακρυά από το κυλικείο σε μια αίθουσα και ένα γραφείο όπου δεν υπήρχε ούτε υπολογιστής. Βρήκα τις συμβάσεις που είχαν στηθεί, μια δουλειά η οποία είχε γίνει από κάποιο Εγγλέζο νομικό σύμβουλο αν θυμάμαι καλά. Σήμερα, μετά από τρία χρόνια, η εταιρεία έχει στηθεί πλήρως και λειτουργεί με 20 άτομα καλύπτοντας το νομικό, οικονομικό και τεχνικό/γεωλογικό τομέα. Με τον τρόπο που έχει δομηθεί η εταιρεία, θα μπορούσε να λειτουργεί ακόμη και ως μια μικρή πετρελαϊκή εταιρεία και να κάνει ακόμη και προτάσεις για παραχωρήσεις. Καλύπτουμε όλα τα πεδία, έχουμε γνώση και προσπαθούμε να συζητούμε με τους εντολοδόχους για όλα αυτά τα θέματα», σημείωσε στην τοποθέτησή του ο κ. Μπασιάς. 

Κληθείς να απαντήσει σε ερώτηση αναφορικά με την πρόσφατη απορρόφηση της ΔΕΠΑ Διεθνών Έργων από την ΕΔΕΥ (και στην πιθανότητα να υποτιμηθεί το upstream και να μπει σε δεύτερη μοίρα λόγω της πρωτοκαθεδρίας που μπορεί να έχουν τα διεθνή έργα, δηλαδή οι αγωγοί), ο πρόεδρος της Ελληνικής Διαχειριστικής Εταιρείας Υδρογονανθράκων, Γιάννης Μπασιάς, σημείωσε ότι αυτή η εξέλιξη είναι προς την σωστή κατεύθυνση καθώς η βιομηχανία ακολουθεί μια αρχή, θέλει να είναι και στις «δύο άκρες του σωλήνα», δηλαδή να εμπλέκεται και σε αυτό που μπαίνει, δηλαδή στην παραγωγή αλλά να φθάνει μέχρι και την διύλιση. «Το θέμα αυτό με την ΔΕΠΑ δεν είναι κάτι καινούριο. Έχει τεθεί εδώ και πάνω από μια δεκαετία. Δεν είναι άσχημο να συμβεί, υπό την προϋπόθεση ότι δεν χαλάς την εικόνα της διαχείρισης, της έρευνας και της εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων.