Tην ανάγκη να κρατηθεί «όρθιος» ο κλάδος της έρευνας και παραγωγής υδρογονανθράκων στην Ελλάδα ανέδειξαν οι συμμετέχοντες στο 3ο ΙΕΝΕ Webinar, το οποίο είχε ως στόχο την ανάδειξη των επιπτώσεων από την κρίση του κορονοϊού στον ενεργειακό τομέα και πιο συγκεκριμένα στις Έρευνες Υδρογονανθράκων στη χώρα.

Στη διαδικτυακή συζήτηση την οποία συντόνισε ο πρόεδρος και εκτελεστικός διευθυντής του ΙΕΝΕ, Κωστής Σταμπολής, οι Δρ. Ν. Νικολάου, αντιπρόεδρος, της Energean Ελλάδος, Τερέζα Φωκιανού, πρόεδρος της  Flow Energy και της Επιτροπής Υδρογονανθράκων του ΙΕΝΕ και ο Δρ. Γιάννης Μπασιάς, πρόεδρος & διευθύνων σύμβουλος της  ΕΔΕΥ κατέδειξαν τις αγκυλώσεις που αντιμετωπίζει ο κλάδος στην Ελλάδα και έκαναν μια εκτίμηση για το μέλλον των ερευνών, τις προοπτικές που υπάρχουν για επενδύσεις, το ρόλο των ξένων επιχειρήσεων αλλά και για την τύχη του Πρίνου.

Σταμπολής: Διφορούμενη η πολιτική της κυβέρνησης για τους υδρογονάνθρακες

Ο πρόεδρος του ΙΕΝΕ, Κωστής Σταμπολής, αναφερόμενος στο περιβάλλον που έχει διαμορφωθεί στην Ελλάδα στο πεδίο των ερευνών σημείωσε ότι «τον Μάρτιο του 2020 με τον κορονοϊό, μέσα σε 15 ημέρες, η παγκόσμια ζήτηση «κάθισε» και η παραγωγή δεν πρόλαβε να συντονιστεί με αποτέλεσμα να υπάρχει μεγάλη πτώση τιμών. Έχουμε μια μερίδα της ενεργειακής κοινότητας και των κομμάτων οι οποίοι υποστηρίζουν ότι δεδομένου ότι έπεσε η τιμή, θα πρέπει να ξεχάσουμε τις έρευνες και ότι δεν θα έρθει καμία εταιρεία να επενδύσει. Λες και δεν είναι εδώ οι μεγάλες εταιρείες…Δυστυχώς και ο ίδιος ο πρωθυπουργός, απαντώντας σε περιβαντολλόγους με αφορμή το σχετικό νομοσχέδιο σημείωσε ότι η συζήτηση είναι περί όνου σκιάς και ότι σε λίγο δεν θα υπάρχει αντικείμενο. Υπάρχει διαστρέβλωση της εικόνας, απαξιώνονται τα κοιτάσματα που ήδη έχουν εντοπιστεί μετά από κόπο στην Ελλάδα και ταυτόχρονα υπάρχει μια εσωτερική αντίφαση γιατί από τη μια, λένε ότι θα πάμε σε πλήρη απολιγνιτοποίηση αντικαθιστώντας το λιγνίτη με φυσικό αέριο (άρα θα έχουμε αυξανόμενες ανάγκες αποκλειστικά εισαγόμενου αερίου) και από την άλλη, δεν «πρέπει» αν ασχοληθούμε με τις έρευνες». 

Φωκιανού: Αυτή είναι η καλύτερη περίοδος για να αναπτύξουμε το κομμάτι των ορυκτών καυσίμων

Η πρόεδρος της Επιτροπής Υδρογονανθράκων του ΙΕΝΕ, Τερέζα Φωκιανού, κληθείσα να σχολιάσει το θέμα των ερευνών και την πολιτική που ακολουθεί η κυβέρνηση, σημείωσε ότι «έχουν αφορίσει το θέμα του πετρελαίου και του φυσικού αερίου νομίζοντας ότι αυτό θα φθίνει συνέχεια μελλοντικά ενώ βλέπουμε παγκοσμίως ότι το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο πρόκειται να έχουν το μεγαλύτερο μερίδιο στο ενεργειακό μείγμα. Μιλάμε για ηλεκτροπαραγωγή και δεν σκεφτόμαστε ποια θα είναι η πρωτογενής ενέργεια. Οι ΑΠΕ δεν παρέχουν μονάδες βάσης. Το σημαντικότερο θέμα αυτή τη στιγμή είναι το φυσικό αέριο. Και το πιο σημαντικό για την Ελλάδα είναι να προχωρήσει στον τομέα αυτό για να μπορέσουμε να απεξαρτηθούμε στο μέλλον από τις εισαγωγές. Αυτή είναι η καλύτερη περίοδος τώρα να ασχοληθεί η Πολιτεία για να μπορέσει να αναπτύξει το κομμάτι των ορυκτών καυσίμων. Όλες οι πετρελαϊκές εταιρείες ξέρουν καλά ότι οι τιμές ανεβαίνουν και κατεβαίνουν. Η χώρα μας δεν βρίσκεται σε παραγωγή, θέλουμε έρευνα. Τον χρόνο της ερευνητικής περιόδου οι τιμές θα έχουν ανέβει πολύ ψηλά και τότε θα δούμε τι θα κάνουμε. Δεν περιμένουμε να δώσουμε παραχωρήσεις μόνο όταν το πετρέλαιο είναι πολύ ψηλά».

Πόσο διατεθειμένες είναι να μείνουν την Ελλάδα οι ξένες εταιρείες

Σε μια κρίσιμη περίοδο όπου ο κλάδος της έρευνας και ανάπτυξης υδρογονανθράκων βρίσκεται αντιμέτωπος με τις επιπτώσεις της πανδημίας, την χαμηλή ζήτηση και τις χαμηλές τιμές πετρελαίου και οι διεθνείς εταιρίες οδηγούνται σε αποεπενδύσεις, τέθηκε και το θέμα της παραμονής των μεγάλων ξένων επιχειρήσεων στην Ελλάδα (Total, ExxonMobil, Repsol). Ένα βασικό πρόβλημα, αποτελεί το κλίμα που έχει δημιουργηθεί στην χώρα αναφορικά με την υποστήριξη του κλάδου από την πλευρά των αρμόδιων Αρχών. 

«Να κρατήσουμε τις παραχωρήσεις, αλλά το πρόβλημα είναι ότι έχουμε μια κυβέρνηση η οποία δεν λέει ούτε ναι, ούτε όχι. Την στιγμή που η κυβέρνηση έχει διφορούμενη στάση και καθώς διερχόμαστε αυτή την κρίση, πώς θα μπορέσουμε να κρατήσουμε τις εταιρείες; Εγώ βλέπω ότι θα φύγουν καθώς δεν έχουν έστω ηθική υποστήριξη από την πλευρά της κυβέρνησης », σημείωσε ο κ. Σταμπολής απευθυνόμενος στο πάνελ. 
«Υπάρχουν κέντρα που επηρεάζονται από περιβαλλοντικά συμφέροντα, όμως υπάρχουν και αυτοί που θέλουν να συνεχίσουν τις έρευνες. Εφόσον η κυβέρνηση θέλει να προχωρήσει ο τομέας, θα πρέπει να σταματήσουν να λειτουργούν αυτά τα «υποκέντρα». Εμείς, ως διαχειριστές κάνουμε την δουλειά μας. Φαίνεται ότι το ΥΠΕΝ θέλει να προχωρήσει. Το ίδιο και η ΕΔΕΥ», σημείωσε σχετικά ο κ. Νικολάου. 
«Έχουμε ικανοποιητικό χάρτη παραχωρήσεων. Πρέπει να τον διατηρήσουμε. Το ότι η Total θέλει να φύγει από το μπλοκ 2 είναι κακό σημάδι. Οι εταιρείες με το που αντιμετωπίζουν πρόβλημα, φεύγουν. Πρέπει να κρατήσουμε αυτό που έχουμε και μετά να προσελκύσουμε άλλους. Η στασιμότητα στις έρευνες φέρνει έλλειψη και η έλλειψη ανεβάζει τις τιμές», συμπλήρωσε ο κ. Νικολάου. 

Απαντώντας στο σχετικό ερώτημα ο πρόεδρος της ΕΔΕΥ, Γιάννης Μπασιάς, ανέφερε ότι η πανδημία αποτελεί ένα επιπλέον πρόβλημα το οποίο παρουσιάστηκε πρόσφατα, και εκτίμησε ότι η σημερινή κατάσταση θυμίζει εκείνη της κρίσης του 2014. «Υπάρχουν δύο κατηγορίες εταιρειών, αυτές που παράγουν κάθε μέρα και οι άλλες που έχουν μεταπρατικό χαρακτήρα. Οι μεγάλες εταιρείες που βρίσκονται στην Ελλάδα δεν μπορούν να κάθονται και να περιμένουν απλώς ξοδεύοντας χρήματα χωρίς να υπάρχει εξέλιξη. Υπάρχει και μια δεύτερη κατηγορία, αυτές που δεν θέλουν να ξοδέψουν. Αυτές, τις βολεύει να περιμένουν. Στην Ελλάδα υπάρχουν και οι δύο κατηγορίες», σημείωσε ο κ. Μπασιάς.

Αναλύοντας περαιτέρω επεσήμανε ότι «Υπήρχε δανειοδότηση παντού και η δανειοδότηση όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά, όταν οι τιμές πέφτουν, δεν μπορείς να ξεπληρώσεις. Αυτό είναι μεγάλο πρόβλημα, το οποίο δεν είναι μόνο θέμα της χώρας μας ούτε οφείλεται σε κάποια παράλειψη της ΕΔΕΥ ή του ΥΠΕΝ. Υπάρχει κυκλικότητα στις τιμές και στις δραστηριότητες, όταν δεν πάει καλά η τιμή του βαρελιού, πάει καλά η διύλιση και το αντίθετο. Θα επανέλθουμε όμως. Ένα ακόμη βασικό θέμα είναι το φυσικό αέριο. Η βιομηχανία είναι στοχοθετημένη και έχει αρχίσει να δουλεύει σοβαρά προς αυτή την κατεύθυνση εδώ και 20 χρόνια. Σήμερα, μετά από το μεγάλο όνειρο όπου οι ΑΠΕ φάνταζαν ικανές να καλύψουν το 80% της ζήτησης τα επόμενα 10 χρόνια, γινόμαστε πιο ρεαλιστές και βλέπουμε ότι ο κόσμος στρέφεται στο φυσικό αέριο. Αυτό άλλωστε αποδεικνύεται και από την πρόσφατη επιστολή που έστειλε η ελληνική κυβέρνηση μαζί με άλλα επτά κράτη προς την ΕΕ ζητώντας να στηριχθεί σε όλα τα επίπεδα το φυσικό αέριο ως το μεταβατικό καύσιμο. 

Πού οφείλονται οι αργοπορίες στις έρευνες

Σε ένα χρόνιο πρόβλημα της αγοράς αναφέρθηκε για άλλη μια φορά το πάνελ, σημειώνοντας ότι η γραφειοκρατία εμποδίζει τις έρευνες. Κληθείς να απαντήσει σε σχετικό ερώτημα για το που οφείλονται οι αργοπορίες στις αδειοδοτήσεις, ο πρόεδρος της ΕΔΕΥ, Γιάννης Μπασιάς, σημείωσε ότι η ΕΔΕΥ είναι μια ανώνυμη εταιρεία, υπάγεται στη σχετική νομοθεσία και λειτουργεί με όρους ανώνυμης εταιρείας. Όμως, όπως εξήγησε, εξαρτάται από το δημόσιο και αυτό δημιουργεί σύγχυση για το που οφείλονται οι αργοπορίες. «Θα ήθελα να σημειώσω ότι οι αργοπορίες δεν προέρχονται από την ΕΔΕΥ αλλά από το δημοσιοοικονομικό σύστημα που χαρακτηρίζεται από γραφειοκρατία και αυτό δεν έχει να κάνει με πολιτικά χρώματα αλλά με την κουλτούρα. Το θέμα των αδειοδοτήσεων είναι καθαρά υπόθεση του ΥΠΕΝ, της αρμόδιας διεύθυνσης αδειοδοτήσεων, η οποία διαθέτει στελέχη που γνωρίζουν καλά τα σχετικά θέματα. Εκεί είναι που σημειώνονται οι καθυστερήσεις, διότι δεν υπήρχε ευελιξία. Τώρα, με το νέο περιβαλλοντικό νομοσχέδιο, αλλάζουν τα δεδομένα. Υπάρχουν φυσικά και άλλες δυσκολίες καθώς η Ελλάδα είναι μια χώρα η οποία όσον αφορά στο πετρελαϊκό της δυναμικό,  υπήρξε στασιμότητα για δεκαετίες. Δεν υπήρχε τεχνολογία, έπρεπε να ξεκινήσει από την αρχή. Τα ΕΛΠΕ και η Energean δημιούργησαν ένα υπόβαθρο για να προσελκύσουν τους πρώτους ενδιαφερόμενους. Γιατί αν δεν ξεκινούσε η ιστορία έτσι σεμνά όπως ξεκίνησε, με τους πρώτους διαγωνισμούς, δεν θα υπήρχε ενδιαφέρον. Πλέον έχουμε ανέβει ένα επίπεδο ακόμη πιο ψηλά. Έχουμε 11 παραχωρήσεις έρευνας, οι οποίες θα μπορούσαν εδώ και καιρό να είχαν προχωρήσει γρηγορότερα αν είχαν λυθεί τα περιβαλλοντικά, αν είχαν γίνει πιο γρήγορα οι αδειοδοτήσεις».