Πρεμιέρα στα 1,02 ευρώ το λίτρο ετοιμάζεται να κάνει το πετρέλαιο θέρμανσης στις 15 Οκτωβρίου, με την τιμή να μειώνεται – εκτός απροόπτου- κατά 11% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο πέρυσι όπου η σεζόν ξεκίνησε με αρχική τιμή διάθεσης τα 1,146 ευρώ (και έκλεισε στα 1,5 ευρώ). Πρόκειται για μία τιμή η οποία είναι μεν χαμηλότερη σε σχέση με πέρυσι αλλά υψηλότερη σε σχέση με το 2017 όπου αυτή είχε διαμορφωθεί κάτω από το «ψυχολογικό όριο» του 1 ευρώ. Η ξαφνική άνοδος των τιμών των καυσίμων το τελευταίο διάστημα λόγω των επιθέσεων κατά των πετρελαϊκών εγκαταστάσεων της Aramco στη Σαουδική Αραβία δεν επηρέασε τις τιμές σε βαθμό που να οδηγήσει την αγορά σε μεγάλες ανατιμήσεις επιβεβαιώνοντας και τις αρχικές εκτιμήσεις των επιχειρήσεων του κλάδου εμπορίας πετρελαιοειδών οι οποίες ανέφεραν ότι σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να υπάρχει ψυχραιμία στην αγορά καθώς καθημερινά συμβαίνουν γεγονότα τα οποία πρόσκαιρα ανεβοκατεβάζουν την τιμή ενώ όσον αφορά στην Ελλάδα, η επίδραση είναι σχετικά μικρή καθώς πάνω από το 60% της τελικής τιμής αφορά στους φόρους.

Ο κ. Γιάννης Αληγιζάκης, πρόεδρος του Συνδέσμου Εταιριών Εμπορίας Πετρελαιοειδών Ελλάδος (ΣΕΕΠΕ), μιλώντας στους δημοσιογράφους την Δευτέρα εξήγησε ότι η φορολογία στα καύσιμα εξακολουθεί να αποτελεί πρόβλημα, ωστόσο εκτίμησε ότι δεν υπάρχει περίπτωση αυτή τη στιγμή να μειωθεί παρά τις προσπάθειες που έχει κάνει ο σύνδεσμος. Με βάση αυτό το δεδομένο, θα απαιτηθούν άλλα μέτρα προκειμένου όσο μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού να καταφέρει να έχει επαρκή θέρμανση φέτος το χειμώνα. «Υπάρχει το επίδομα θέρμανσης. Αυτό είναι ένα θετικό μέτρο αλλά δεν είναι λύση. Ζητάμε να διπλασιαστεί ο προϋπολογισμός των 57 εκατ. ευρώ για το επίδομα και να απλοποιηθούν τα κριτήρια χορήγησής του προκειμένου το κράτος να προσφέρει τη δυνατότητα στους πολίτες να ζεσταθούν», σημείωσε ο κ. Αληγιζάκης. Όπως εξήγησαν εκπρόσωποι των επιχειρήσεων που έδωσαν το παρών, η διεύρυνση και απλοποίηση των κριτηρίων (να μην υπάρχουν ζώνες, κριτήρια με βάσει την οικογενειακή κατάσταση κλπ) θα «εκδημοκρατίσει» τον χαρακτήρα του επιδόματος θέρμανσης ενώ όπως ανέφεραν ο διπλασιασμός του κονδυλίου από τα 57 εκατ. στα 120 εκατ. δεν θα αποτελέσει κάποιο μεγάλο πλήγμα για τον προϋπολογισμό του κράτους σε σχέση με τα πλεονεκτήματα που θα προσφέρει σε μια πιο διευρυμένη βάση πολιτών. 

Το πρόβλημα της παραβατικότητας εξακολουθεί να πλήττει τον κλάδο

Αναφερόμενος γενικότερα στον κλάδο των καυσίμων, ο κ. Αληγιζάκης τόνισε ότι το πρόβλημα της παραβατικότητας εξακολουθεί να πλήττει τις επιχειρήσεις και να ζημιώνει το κράτος και τους καταναλωτές. «Είναι δυσάρεστο, μετά από τόσα χρόνια προσπάθειας, να συνεχίζει ο Κλάδος να μαστίζεται από την παραβατικότητα, το λαθρεμπόριο, τη νοθεία, τις πειραγμένες αντλίες, με αντίκτυπο στην Εθνική Οικονομία, τους Έλληνες καταναλωτές τους εργαζόμενους και τις υγιείς επιχειρήσεις του κλάδου.Το Δημόσιο χάνει χρήματα. Η ΑΑΔΕ έχει δραστηριοποιηθεί το τελευταίο διάστημα. Έχουν γίνει σημαντικά βήματα προόδου αλλά υπάρχουν εκκρεμότητες. Είναι επιτακτική ανάγκη να ολοκληρωθεί η εφαρμογή όλων των μέτρων που έχουν νομοθετηθεί - αλλά δεν έχουν υλοποιηθεί ακόμα - και παράλληλα να ενισχυθούν κατάλληλα οι αρμόδιες ελεγκτικές υπηρεσίες, ώστε να προχωρήσουν σε ουσιαστικούς ελέγχους της αγοράς». Προς αυτή την κατεύθυνση, ο ΣΕΕΠΕ ζητά να οριστεί ένας Φορέας που θα έχει όλη την ευθύνη για την ολοκλήρωση του έργου καθώς και ένα Στέλεχος με αποφασιστικές αρμοδιότητες, ως υπεύθυνος Συντονιστής / Διαχειριστής του όλου προγράμματος (Project Manager).

Η καταπολέμηση του λαθρεμπορίου και γενικά της παρανομίας στην Αγορά Καυσίμων - δεν είναι υπόθεση μόνο μιας Υπηρεσίας της ΑΑΔΕ και των ικανών στελεχών της - αλλά όλης της Πολιτείας και ιδιαίτερα των αρμόδιων Υπηρεσιών και των ελεγκτικών μηχανισμών. Στο πλαίσιο της κοινής προσπάθειας για την καταπολέμηση της παραβατικότητας, ο Σύνδεσμος είναι στη διάθεση της Πολιτείας, προκειμένου να βρεθούν τρόποι και διαδικασίες για την εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας προς αποφυγή καθυστερήσεων στην επιβολή των προβλεπόμενων κυρώσεων (π.χ. σφράγισμα  πρατηρίου) και αποτροπή επαναλειτουργίας πρατηρίων με ενδιάμεσα πρόσωπα. Για τον ΣΕΕΠΕ η αντιμετώπιση της παραβατικότητας είναι θέμα βιωσιμότητας», επεσήμανε ο κ. Αληγιζάκης.

Το πρόβλημα των τιμών στα νησιά

Το πρόβλημα των υψηλότερων τιμών στα νησιά όσον αφορά στο πετρέλαιο θέρμανσης αλλά και στα καύσιμα κίνησης παραμένει. Φέτος το καλοκαίρι εφαρμόστηκε πιλοτικά σε 34 νησιά το μεταφορικό ισοδύναμο, ένα μέτρο το οποίο επέφερε θετικά αποτελέσματα και το οποίο ο κλάδος ζητά να εφαρμοστεί σε περισσότερα νησιά ενώ όπως σημειώνουν οι επιχειρήσεις, το ίδιο θα πρέπει να ισχύει και για το επίδομα του πετρελαίου θέρμανσης. Ωστόσο, οι τιμές στα νησιά θα είναι πάντα υψηλότερες σε σύγκριση με την Αθήνα και αυτό, όπως εξήγησε ο κ. Αληγιζάκης οφείλεται σε έναν συνδυασμό παραγόντων. 
«Η σύγκριση των τιμών στα νησιά γίνεται πάντοτε με την αγορά της Αθήνας. Η αγορά στα νησιά είναι πιο υγιής λόγω ανυπαρξίας στην ουσία λαθρεμπορίου και παραβατικών συμπεριφορών εκ μέρους των πρατηριούχων, όσον αφορά το μέρος των μειωμένων ποσοτήτων και της νοθευμένης ποιότητας στον τελικό καταναλωτή. Αντίθετα, σύμφωνα και με τα στοιχεία των ερευνών του ΕΜΠ, τα φαινόμενα λαθρεμπορίου και παραβατικότητας παρατηρούνται στα μεγάλα αστικά κέντρα της Ηπειρωτικής Ελλάδος, εξαιτίας της εύκολης πρόσβασης των πρατηρίων σε πηγές που ευνοούν την παραβατικότητα αυτή.

Σημειώνεται ότι  τα νησιά λόγω της γεωγραφικής ιδιαιτερότητάς τους, παρουσιάζουν ειδικές συνθήκες εφοδιασμού. Προκειμένου να αντιμετωπισθούν απρόβλεπτες μεταβολές του καιρού και να εξασφαλισθεί ο ομαλός εφοδιασμός, απαιτούνται μεγαλύτερες επενδύσεις δεξαμενοπλοίων και μεγαλύτερο κεφάλαιο κίνησης σε σχέση με τα ηπειρωτικά πρατήρια, τα οποία είναι προσβάσιμα ανά πάσα στιγμή.

Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά την τροφοδοσία των πολύ μικρών νησιών πρέπει να ληφθεί υπόψη η εξαιρετικά μεγάλη επιβάρυνση στο μεταφορικό, λόγω των πολύ χαμηλών καταναλώσεων που έχουν ιδιαίτερα την χειμερινή περίοδο. Παράλληλα, οι χαμηλές καταναλώσεις είναι αποτρεπτικές στο να είναι οικονομικά βιώσιμη η λειτουργία περισσοτέρων πρατηρίων σε αυτά τα νησιά. Εξαιτίας της τροφοδοσίας ανά 10-15 ημέρες, οι πρατηριούχοι των νησιών θα πρέπει να έχουν λάβει τέτοια πρόνοια τιμολογιακής πολιτικής, ώστε να απορροφήσουν τις τυχόν διαφοροποιήσεις των τιμών του 15ήμερου και να μην κινδυνεύουν να πουλήσουν με ζημία, καθώς και το αυξημένο χρηματοοικονομικό κόστος αποθέματος (10 – 15 ημερών) σε σχέση με αυτό των ηπειρωτικών πρατηρίων (1 – 2 ημερών).

Ακόμη, η διακοπή - από το 2015 - της επιδότησης των νησιών από τον ειδικό λογαριασμό που ίσχυε από το 2002 έχει αυξήσει αντίστοιχα το πραγματικό κόστος μεταφοράς και η αύξηση έχει πλέον περάσει προφανώς στην αντλία. Επιβαρυντικά στις τιμές έχει λειτουργήσει και η αύξηση του ΦΠΑ στα νησιά ενώ το γεγονός ότι ο ΕΦΚ, ο ΦΠΑ και οι λοιπές επιβαρύνσεις προκαταβάλλονται από τις Εταιρίες Εμπορίας στο Δημόσιο δημιουργούν μεγάλη χρηματοοικονομική επιβάρυνση των πρώτων.