Η αυξημένη κινητικότητα που καταγράφεται τα τελευταία χρόνια στις έρευνες υδρογονανθράκων στην Ελλάδα αναδεικνύει και μια λιγότερο προβεβλημένη πλευρά του κλάδου: ότι τα μεγάλα βάθη, τα υψηλά κόστη και το γεωλογικό ρίσκο καθιστούν τις συνεργασίες μεταξύ εταιρειών σχεδόν αναγκαίες. Σύμφωνα με πηγές της αγοράς, η Helleniq Energy εμφανίζεται ανοιχτή στην είσοδο νέων εταίρων σε παραχωρήσεις όπου ήδη συμμετέχει.
Πρόκειται για πρακτική που εφαρμόζεται διεθνώς αλλά και στην Ελλάδα, καθώς η εταιρεία συμμετέχει ήδη σε κοινοπρακτικά σχήματα με την ExxonMobil, τη Chevron και την Energean. Σήμερα η Helleniq Energy συμμετέχει στο Block 2 μαζί με την ExxonMobil και την Energean, στο Block 10 μαζί με τη Chevron, ενώ η συνεργασία με τη Chevron επεκτείνεται και στις παραχωρήσεις Α2, Νότια Πελοπόννησος, Νότια Κρήτη 1 και Νότια Κρήτη 2. Στο μεγάλο οικόπεδο του Ιονίου, αντίθετα, εξακολουθεί να δραστηριοποιείται χωρίς εταίρο.
Συντονισμός εργασιών σε Block 10 και Α2
Η λογική των συνεργασιών δεν περιορίζεται μόνο στον επιμερισμό του επενδυτικού κόστους και του γεωλογικού ρίσκου. Σε πολλές περιπτώσεις επιτρέπει επίσης τον καλύτερο συντονισμό γειτονικών παραχωρήσεων, τη συνδυαστική αξιοποίηση σεισμικών δεδομένων και την ανάπτυξη κοινών επιχειρησιακών σχεδίων, μειώνοντας τον χρόνο και το κόστος των ερευνητικών εργασιών.
Με βάση αυτή την λογική, οι εργασίες αξιολόγησης στα γειτονικά Block 10 και Α2 αναμένεται να εξελιχθούν παράλληλα, με στόχο οικονομίες κλίμακας, εξοικονόμηση χρόνου και καλύτερη αξιοποίηση των διαθέσιμων ερευνητικών μέσων. Πιο συγκεκριμένα, το γεγονός ότι το Block 10 βρίσκεται ακριβώς βόρεια του νέου οικοπέδου Α2 επιτρέπει τον συντονισμό μέρους των ερευνητικών εργασιών, με στόχο τη μείωση του κόστους και την επιτάχυνση των χρονοδιαγραμμάτων. Καθώς το Α2 είναι σχετικά μικρότερο σε έκταση, θεωρείται τεχνικά εφικτό να προχωρήσει ταχύτερα η απόκτηση τρισδιάστατων σεισμικών δεδομένων, τα οποία θα μπορούσαν να σχεδιαστούν συνδυαστικά με τις εργασίες που βρίσκονται σε εξέλιξη στο Block 10.
Υπενθυμίζεται ότι την περίπτωση του Block 10, η είσοδος της Chevron ήρθε να προστεθεί σε μια προσπάθεια που είχε ήδη ξεκινήσει η Helleniq Energy πριν από περίπου τέσσερα χρόνια, όταν ήταν η μοναδική εταιρεία που κατείχε τα δικαιώματα έρευνας στην περιοχή. Η συμμετοχή του αμερικανικού κολοσσού ενισχύει σημαντικά τις τεχνικές και χρηματοδοτικές δυνατότητες του σχήματος, χωρίς ωστόσο να αναιρεί το γεγονός ότι η επόμενη φάση θα εξαρτηθεί από την αξιολόγηση των διαθέσιμων δεδομένων από τις δύο εταιρείες.
Παράλληλα, οι δύο εταιρείες έχουν υποβάλει αίτημα για παράταση κατά 18 μήνες της δεύτερης ερευνητικής φάσης, προκειμένου να επανεξετάσουν από κοινού τα γεωλογικά στοιχεία και να αξιολογήσουν τα επόμενα βήματα πριν από την πιθανή μετάβαση σε ερευνητική γεώτρηση.
Το πλαίσιο των ερευνών και τα χρονικά παράθυρα
Η συλλογή σεισμικών δεδομένων αποτελεί το βασικότερο εργαλείο αξιολόγησης ενός θαλάσσιου οικοπέδου. Τα δισδιάστατα σεισμικά δίνουν μια πρώτη εικόνα του υπεδάφους, λειτουργώντας ως μια αρχική γεωλογική «τομή», ενώ τα τρισδιάστατα σεισμικά προσφέρουν πολύ πιο λεπτομερή απεικόνιση των γεωλογικών δομών. Με απλά λόγια, τα 2D βοηθούν στον εντοπισμό των βασικών σχηματισμών και τα 3D επιτρέπουν την ακριβέστερη χαρτογράφηση πιθανών στόχων πριν ληφθεί μια τόσο δαπανηρή απόφαση όσο η πραγματοποίηση ερευνητικής γεώτρησης.
Πριν όμως από οποιαδήποτε σεισμική εργασία προηγείται μια μακρά διαδικασία αδειοδοτήσεων και περιβαλλοντικών μελετών. Στις υπεράκτιες περιοχές απαιτούνται ειδικές εγκρίσεις και συγκεκριμένα πρωτόκολλα προστασίας του θαλάσσιου περιβάλλοντος, ενώ οι σεισμικές εργασίες πραγματοποιούνται συνήθως κατά το διάστημα Νοεμβρίου – Μαρτίου. Παράλληλα εξετάζονται ζητήματα όπως η μορφολογία του βυθού, η σταθερότητα των γεωλογικών σχηματισμών, η σεισμικότητα και οι πιθανές υποθαλάσσιες κατολισθήσεις, στοιχεία κρίσιμα για τον σχεδιασμό μιας μελλοντικής γεώτρησης.
Από τα σεισμικά δεδομένα στη γεώτρηση
Η πορεία από την παραχώρηση ενός οικοπέδου μέχρι την ερευνητική γεώτρηση είναι συνήθως πολυετής, κάτι που έχει αποτυπωθεί και καθ’ όλη την ιστορία των ερευνών υδρογονανθράκων και στην Ελλάδα. Οι συμβάσεις έρευνας χωρίζονται κατά κανόνα σε τρεις φάσεις: η πρώτη διαρκεί τρία χρόνια, η δεύτερη δύο και η τρίτη άλλα δύο χρόνια. Στο τέλος κάθε φάσης οι εταιρείες αξιολογούν τα δεδομένα που έχουν συγκεντρωθεί και αποφασίζουν εάν θα συνεχίσουν ή θα αποχωρήσουν από την παραχώρηση. Φυσικά, μπορούν να προκύψουν διάφορα κωλύματα και καθυστερήσεις που μπορεί να εκτροχιάσουν εντελώς τα χρονοδιαγράμματα όπως συνέβη με το χερσαίο μπλοκ των Ιωαννίνων.
Οι εταιρείες δεν αναλαμβάνουν εξαρχής υποχρέωση γεώτρησης, αλλά συγκεκριμένες ερευνητικές εργασίες και επενδύσεις, οι οποίες αυξάνονται σταδιακά όσο μειώνεται η γεωλογική αβεβαιότητα. Στη διεθνή πρακτική, η απόφαση για ερευνητική γεώτρηση δεν βασίζεται σε βεβαιότητες αλλά σε πιθανότητες. Ένα ποσοστό γεωλογικής πιθανότητας επιτυχίας της τάξης του 15%-20% θεωρείται συχνά επαρκές για να δικαιολογήσει την πραγματοποίηση μιας ερευνητικής γεώτρησης, καθώς μόνο μέσα από αυτήν μπορεί να επιβεβαιωθεί η ύπαρξη ή μη ενός εκμεταλλεύσιμου κοιτάσματος.
Παρά τη σημαντική ενίσχυση της βάσης δεδομένων τα τελευταία 15 χρόνια, η Δυτική Ελλάδα εξακολουθεί να θεωρείται σχετικά ανεξερεύνητη σε επίπεδο γεωτρήσεων. Η τελευταία γεώτρηση στην ευρύτερη περιοχή πραγματοποιήθηκε πριν από περίπου τέσσερις δεκαετίες, ενώ μέχρι το 2011 τα διαθέσιμα σεισμικά στοιχεία ήταν περιορισμένα. Αυτό εξηγεί γιατί οι εταιρείες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν την περιοχή ως μια ζώνη με αυξημένο γεωλογικό ρίσκο, αλλά ταυτόχρονα με σημαντικές προοπτικές.
Σύμφωνα με παλαιότερο ενδεικτικό χρονοδιάγραμμα της ΕΔΕΥΕΠ, μια πιθανή ερευνητική γεώτρηση στο Block 10 τοποθετούνταν χρονικά γύρω στο δεύτερο τρίμηνο του 2028. Ωστόσο, το χρονοδιάγραμμα αυτό είχε καταρτιστεί πριν από την είσοδο της Chevron στην παραχώρηση και πριν από το αίτημα παράτασης της δεύτερης ερευνητικής φάσης, γεγονός που σημαίνει ότι η τελική απόφαση θα εξαρτηθεί από την επανεξέταση των γεωλογικών δεδομένων και την ωρίμανση των ερευνητικών στόχων.



