Μια από τις μεγαλύτερες ενεργειακές αλλαγές που έχουν γίνει ποτέ στη Δυτική Μακεδονία μπήκε πλέον σε τροχιά λειτουργίας. Ο ΔΕΣΦΑ πραγματοποίησε χθες τα εγκαίνια του νέου αγωγού φυσικού αερίου υψηλής πίεσης Δυτικής Μακεδονίας, ενός έργου που φέρνει για πρώτη φορά την περιοχή στον βασικό χάρτη του Εθνικού Συστήματος Φυσικού Αερίου και ανοίγει τη μετά-λιγνίτη εποχή για βιομηχανία, επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Πρόκειται για αγωγό μήκους περίπου 157 χιλιομέτρων, που συνδέει τη Δυτική Μακεδονία με το εθνικό δίκτυο μεταφοράς φυσικού αερίου και θεωρείται έργο-ορόσημο όχι μόνο για την περιοχή αλλά και για τον ίδιο τον ΔΕΣΦΑ. Κατά την τελετή των εγκαινίων την Τρίτη, η CEO του ΔΕΣΦΑ, Maria Sferruzza, χαρακτήρισε το έργο «σημαντικό ορόσημο» για τον Διαχειριστή και για τη Δυτική Μακεδονία, τονίζοντας ότι αποτελεί τη «πρώτη μεγάλη επέκταση» του συστήματος μεταφοράς φυσικού αερίου στην περιοχή και το πρώτο από μια σειρά νέων έργων που θα ακολουθήσουν τα επόμενα χρόνια.
Η ίδια στάθηκε ιδιαίτερα στη σημασία του έργου για την ενεργειακή μετάβαση της Δυτικής Μακεδονίας, υπογραμμίζοντας ότι ο νέος αγωγός θα ενισχύσει την ανάπτυξη, την ανταγωνιστικότητα και την ασφαλή ενεργειακή τροφοδοσία της περιοχής, διευκολύνοντας παράλληλα τη μετάβαση από τη λιγνιτική εποχή σε ένα νέο ενεργειακό μοντέλο.
Ο νέος αγωγός αναμένεται να τροφοδοτήσει με φυσικό αέριο την τηλεθέρμανση της Πτολεμαΐδας, της Κοζάνης και του Αμυνταίου, αλλά και επιχειρήσεις, βιομηχανίες και νοικοκυριά που μέχρι σήμερα δεν είχαν σταθερή πρόσβαση στο Εθνικό Σύστημα Φυσικού Αερίου. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, η πλήρης λειτουργία του έργου αναμένεται μέσα στον επόμενο χειμώνα, με τον ΔΕΣΦΑ να εκτιμά ότι έως το φθινόπωρο του 2026 οι βασικές υποδομές θα βρίσκονται πλέον σε πλήρη επιχειρησιακή λειτουργία.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και ο καινοτόμος σχεδιασμός του αγωγού, καθώς αποτελεί τον πρώτο στην Ελλάδα και έναν από τους πρώτους στην Ευρώπη που είναι συμβατός με την μεταφορά έως και 100% υδρογόνου. Η δυνατότητα αυτή τον καθιστά πλήρως ευθυγραμμισμένο με τους εθνικούς και ευρωπαϊκούς στόχους απανθρακοποίησης, ενισχύοντας παράλληλα τον ρόλο της Δυτικής Μακεδονίας στην ενεργειακή μετάβαση και δημιουργώντας τις βάσεις για την ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου οικοσυστήματος υδρογόνου.
Ο συνολικός προϋπολογισμός του έργου ανήλθε σε περίπου 185,9 εκατ. ευρώ, με σημαντική συγχρηματοδότηση από το ΕΣΠΑ 2021-2027 και χρηματοδοτική στήριξη μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (NextGenerationEU).
Στο πλαίσιο του έργου, ιδιαίτερη σημασία έχει και ο Μετρητικός και Ρυθμιστικός Σταθμός Περδίκκα Εορδαίας, ο οποίος λειτουργεί ως βασικός κόμβος ελέγχου και διανομής του φυσικού αερίου στη Δυτική Μακεδονία. Μέσω της υποδομής αυτής θα ρυθμίζεται η πίεση, θα ελέγχεται η ασφαλής ροή του αερίου και θα υποστηρίζεται η τροφοδοσία τηλεθερμάνσεων, βιομηχανιών, επιχειρήσεων και μελλοντικών επεκτάσεων του δικτύου στην περιοχή. Ο σταθμός έχει επίσης σχεδιαστεί με προδιαγραφές συμβατές με τη μελλοντική μεταφορά υδρογόνου, ενισχύοντας τον στρατηγικό ρόλο του έργου στη νέα ενεργειακή εποχή της Δυτικής Μακεδονίας.
Ομοίως, ομβικό ρόλο στο έργο θα διαδραματίζει και ο Μετρητικός Σταθμός Καρδιάς, μέσω του οποίου θα εξασφαλίζεται η τροφοδότηση των υποδομών τηλεθέρμανσης για την Κοζάνη, την Πτολεμαΐδα και το Αμύνταιο. Η συγκεκριμένη υποδομή θεωρείται κρίσιμη για τη μετάβαση της περιοχής μετά την απολιγνιτοποίηση, καθώς θα επιτρέψει τη συνέχιση της τηλεθέρμανσης σε χιλιάδες νοικοκυριά με νέο καύσιμο βάσης, συμβάλλοντας παράλληλα τόσο στη μείωση των εκπομπών όσο και στη σταθεροποίηση του ενεργειακού κόστους.
Συνολικά, οι συνοδές υποδομές του έργου - όπως οι μετρητικοί και ρυθμιστικοί σταθμοί, τα βανοστάσια και τα συστήματα ελέγχου λειτουργίας - έχουν σχεδιαστεί ώστε να διασφαλίζουν την ασφαλή, αξιόπιστη και μελλοντικά επεκτάσιμη λειτουργία του δικτύου, με δυνατότητα να υποστηρίξουν νέες βιομηχανικές και ενεργειακές επενδύσεις στην περιοχή τα επόμενα χρόνια.
Ο νέος αγωγός θεωρείται κρίσιμος και για τη μελλοντική μετατροπή της μονάδας Πτολεμαΐδα 5 της ΔΕΗ σε μονάδα φυσικού αερίου, σχέδιο που η ΔΕΗ έχει τοποθετήσει χρονικά προς το 2027-2028, καθώς η μονάδα αναμένεται να σταματήσει νωρίτερα τη λιγνιτική λειτουργία της και να περάσει σε νέα μορφή παραγωγής ενέργειας.



