Η πράσινη μετάβαση της βαριάς βιομηχανίας αποκτά όλο και πιο συγκεκριμένο περιεχόμενο στην Ελλάδα, καθώς μεγάλα επενδυτικά projects αρχίζουν να περνούν από τον σχεδιασμό στην υλοποίηση. Στην τσιμεντοβιομηχανία, έναν από τους πιο ενεργοβόρους και δύσκολους κλάδους ως προς τους στόχους της απανθρακοποίησης, η συζήτηση πλέον αποκτά πιο πρακτικό χαρακτήρα και εστιάζει στις εγκαταστάσεις και στις τεχνολογίες που θα καθορίσουν την επόμενη μέρα της παραγωγής.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ένωση Τσιμεντοβιομηχανιών Ελλάδος προχώρησε στη συνυπογραφή της Διακήρυξης για τα «Πράσινα Κατασκευαστικά Υλικά και τα Νέα Πρότυπα για Κλιματικά Ουδέτερες Πόλεις», μια πρωτοβουλία του ECOCITY, με τη συμμετοχή του ΕΛΟΤ, του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας, της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας, της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, του Δήμου Θεσσαλονίκης και της Ελληνικής Εταιρείας Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων.
Η κίνηση αυτή εντάσσεται στην ευρύτερη προσπάθεια του κλάδου να αναδείξει τον ρόλο του στην επίτευξη της κλιματικής ουδετερότητας, με έμφαση στην ανάπτυξη νέων προτύπων, την ενίσχυση της κυκλικής οικονομίας και την προώθηση υλικών με χαμηλότερο ανθρακικό αποτύπωμα.
Παράλληλα, το βάρος μετατοπίζεται στις επενδύσεις που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη. Τα έργα Ifestos και Olympus συγκεντρώνουν συνολικά πάνω από 1 δισ. ευρώ και συγκαταλέγονται στα ελάχιστα μεγάλης κλίμακας projects που έχουν εγκριθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο μέσω του Ταμείου Καινοτομίας για τον κλάδο του τσιμέντου, αποτελώντας την πιο χειροπιαστή έκφραση της μετάβασης από τη στρατηγική στις πραγματικές βιομηχανικές εφαρμογές.
Τα δύο έργα που αλλάζουν την παραγωγή
Το έργο Ifestos υλοποιείται από τον όμιλο TITAN και αφορά τον εκσυγχρονισμό της μονάδας στο Καμάρι Βοιωτίας με την ενσωμάτωση τεχνολογιών δέσμευσης και αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα. Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες επενδύσεις στον κλάδο σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με στόχο τη μετάβαση σε παραγωγή τσιμέντου μηδενικών εκπομπών. To έργο ξεκίνησε το 2024, αναμένεται να κλείσει χρηματοδοτικά το 2026 και να τεθεί σε λειτουργία έως το τέλος του 2029. Η επιχορήγηση από το ανέρχεται σε 234 εκατ. ευρώ, ενώ το συνολικό ύψος της επένδυσης προσεγγίζει τα 600 εκατ. ευρώ. Σε πλήρη ανάπτυξη, η μονάδα θα δεσμεύει έως και το 98,5% των εκπομπών της, αποφεύγοντας περίπου 1,9 εκατ. τόνους CO₂ ετησίως και παράγοντας περίπου 3 εκατ. τόνους τσιμέντου χαμηλού ή μηδενικού αποτυπώματος. Με αυτά τα μεγέθη, το έργο αποκτά ιδιαίτερη σημασία και για το εθνικό ισοζύγιο εκπομπών.
Το έργο Olympus υλοποιείται από τον όμιλο ΗΡΑΚΛΗΣ στη μονάδα στο Μηλάκι Ευβοίας. Σε αυτή την περίπτωση, η προσέγγιση καλύπτει ολόκληρη την αλυσίδα διαχείρισης του CO₂, από τη δέσμευση και την υγροποίηση έως τη μεταφορά και την τελική αποθήκευση. Το έργο ξεκίνησε το 2024, με στόχο την ολοκλήρωση της επενδυτικής φάσης έως το τέλος του 2026 και την έναρξη λειτουργίας το 2029. Το συνολικό του κόστος ξεπερνά τα 400 εκατ. ευρώ, με την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση που προσεγγίζει τα 125 εκατ. ευρώ. Η δυναμικότητα του έργου φτάνει τους 900.000 τόνους δεσμευμένου CO₂ ετησίως, ενώ σε ορίζοντα δεκαετίας η συνολική μείωση εκπομπών εκτιμάται σε περίπου 6,8 εκατ. τόνους. Παράλληλα, προβλέπεται παραγωγή περίπου 2 εκατ. τόνων τσιμέντου χαμηλών εκπομπών κάθε χρόνο.
Ο ρόλος του κλάδου και το ευρωπαϊκό πλαίσιο
Η σημασία αυτών των επενδύσεων συνδέεται άμεσα με το αποτύπωμα του κλάδου. Σύμφωνα με διαθέσιμα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και διεθνών οργανισμών, η τσιμεντοβιομηχανία ευθύνεται για περίπου 4% των συνολικών εκπομπών CO₂ στην Ευρώπη, ενώ σε παγκόσμιο επίπεδο το ποσοστό κυμαίνεται μεταξύ 7% και 8%. Οι ενεργοβόρες βιομηχανίες συνολικά ευθύνονται για περίπου 15% των ευρωπαϊκών εκπομπών, γεγονός που εξηγεί γιατί βρίσκονται στο επίκεντρο των πολιτικών για την κλιματική ουδετερότητα. Στην περίπτωση του τσιμέντου, ένα σημαντικό μέρος των εκπομπών προκύπτει από την ίδια τη χημική διαδικασία παραγωγής του clinker, κάτι που περιορίζει τις διαθέσιμες επιλογές μείωσης και καθιστά τις τεχνολογίες δέσμευσης διοξειδίου του άνθρακα βασικό εργαλείο.
Η εξέλιξη των έργων αυτών εντάσσεται σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο, το οποίο διαμορφώνεται από το Σύστημα Εμπορίας Εκπομπών, τον Μηχανισμό Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα που τίθεται σε εφαρμογή από το 2026 και τη στρατηγική για κλιματική ουδετερότητα έως το 2050. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει θέσει ως στόχο την ανάπτυξη αποθήκευσης CO₂ δυναμικότητας έως 50 εκατ. τόνους ετησίως μέχρι το 2030, στόχος που συνδέεται άμεσα με την υλοποίηση έργων αυτής της κλίμακας.