Τα ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη του τραπεζικού τομέα αποτελούν εχέγγυο για τη στήριξη της πραγματικής οικονομίας. Οι προοπτικές του τραπεζικού τομέα παραμένουν θετικές, παρά την αυξημένη αβεβαιότητα, καθώς οι τράπεζες είναι σε πολύ καλύτερη θέση σε σχέση με το παρελθόν να απορροφήσουν ενδεχόμενες διαταραχές, σύμφωνα με την έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της Τράπεζας της Ελλάδος.
Επιπρόσθετα, λειτουργεί θετικά και η ενίσχυση του ανταγωνισμού στον εγχώριο τραπεζικό τομέα στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης των λιγότερο σημαντικών τραπεζών. Ωστόσο, το ιδιαίτερα ευμετάβλητο εξωτερικό περιβάλλον δύναται να επηρεάσει τη χρηματοοικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών στην Ελλάδα. Η άνοδος του κόστους πρώτων υλών, ενέργειας και μεταφορών αυξάνει το συνολικό κόστος παραγωγής, συμπιέζει τα περιθώρια κέρδους για τις επιχειρήσεις και, σε συνδυασμό με τις ελλείψεις στην εφοδιαστική αλυσίδα, δυσχεραίνει τη λειτουργία τους.
Ταυτόχρονα, η αυξημένη αβεβαιότητα και το ενδεχόμενο υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης επηρεάζουν το επενδυτικό κλίμα και μπορεί να οδηγήσουν σε αναβολή επιχειρηματικών αποφάσεων. Επίσης, η αύξηση του πληθωρισμού περιορίζει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και επηρεάζει την κατανάλωση. Συνεπώς, παράταση της σύρραξης στη Μέση Ανατολή για μεγάλο χρονικό διάστημα θα μπορούσε να επηρεάσει δυσμενώς την ποιότητα χαρτοφυλακίου των τραπεζών, αλλά και την υλοποίηση των στόχων τους για πιστωτική επέκταση. Παράλληλα, θα ενέτεινε τους κινδύνους κυβερνοασφάλειας και το ενδεχόμενο απότομης ανατιμολόγησης των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων διεθνώς.
Οι τράπεζες, σύμφωνα με την ΤτΕ οφείλουν να διασφαλίσουν την απρόσκοπτη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας, εφαρμόζοντας συνετά πιστοδοτικά κριτήρια, αξιοποιώντας την ισχυρή τους ρευστότητα και ενισχύοντας περαιτέρω την κεφαλαιακή τους επάρκεια. Επιπλέον, κρίνεται αναγκαία η επιτάχυνση των διαδικασιών ολοκλήρωσης της Τραπεζικής Ένωσης και η προώθηση της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, καθώς αναμένεται να εμβαθύνουν τη χρηματοπιστωτική ενοποίηση και να ενισχύσουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την ανταγωνιστικότητα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το 2025 οι ελληνικές τράπεζες κατέγραψαν περαιτέρω πρόοδο στην ενίσχυση του πλαισίου διαχείρισης λειτουργικού κινδύνου. Ο επιταχυνόμενος ψηφιακός μετασχηματισμός, η αύξηση και η πολυπλοκότητα των κυβερνοαπειλών, καθώς και η εντεινόμενη εξάρτηση από τρίτους παρόχους ΤΠΕ, καθιστούν αναγκαία τη μετάβαση σε ένα πιο σύγχρονο μοντέλο ψηφιακής επιχειρησιακής ανθεκτικότητας.
Σε επίπεδο κερδοφορίας, οι ελληνικοί τραπεζικοί όμιλοι εμφάνισαν βελτίωση, με τα καθαρά κέρδη (μετά από φόρους και διακοπτόμενες δραστηριότητες) να διαμορφώνονται σε 4,7 δισ. ευρώ το 2025, έναντι 4,2 δισ. ευρώ το 2024. Τα λειτουργικά έσοδα αυξήθηκαν οριακά κατά 0,5%. Ωστόσο, τα καθαρά έσοδα από τόκους υποχώρησαν κατά 3,8%, παρά την πιστωτική επέκταση, επηρεαζόμενα από τη σταδιακή αποκλιμάκωση των επιτοκίων της ΕΚΤ από τα μέσα του 2024 έως το πρώτο εξάμηνο του 2025. Αντίθετα, τα έσοδα από προμήθειες ενισχύθηκαν σημαντικά κατά 12,3%.
Συνολικά, τα έσοδα από βασικές τραπεζικές εργασίες (τόκοι και προμήθειες) μειώθηκαν κατά 0,7%, ενώ τα έσοδα από χρηματοοικονομικές πράξεις υποχώρησαν. Τα λοιπά λειτουργικά αποτελέσματα κινήθηκαν ανοδικά. Τα λειτουργικά έξοδα αυξήθηκαν κατά 7,2%, κυρίως λόγω υψηλότερων διοικητικών δαπανών, ενώ οι προβλέψεις για πιστωτικό κίνδυνο μειώθηκαν αισθητά κατά 26,4%. Ως αποτέλεσμα, οι δείκτες αποδοτικότητας διαμορφώθηκαν σε 1,3% για το ενεργητικό (RoA) και 11,8% για τα ίδια κεφάλαια (RoE).
Η κεφαλαιακή επάρκεια παρέμεινε σε ικανοποιητικά επίπεδα, αν και παρουσίασε ήπια επιδείνωση. Ο δείκτης CET1 διαμορφώθηκε σε 15,3% τον Δεκέμβριο του 2025 (από 16% το 2024), ενώ ο συνολικός δείκτης κεφαλαίου (TCR) υποχώρησε οριακά σε 19,7% (από 19,8%). Η διαφοροποίηση αυτή αποδίδεται κυρίως στην έκδοση κεφαλαιακών μέσων που ενισχύουν τα εποπτικά ίδια κεφάλαια χωρίς να εντάσσονται στο CET1.
Παράλληλα, οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (DTCs) εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικό μέρος των κεφαλαίων CET1, αν και το ποσοστό τους μειώθηκε στο 40,1% τον Δεκέμβριο του 2025, από 47% ένα έτος πριν. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με την επιτάχυνση της απόσβεσής τους μέσω του εθελοντικού προγράμματος ταχύτερης απομείωσης.