Στην ενεργειακή αυτονομία και σε υποδομές «μελλοντικής προστασίας» ανακατανέμεται πλέον το επενδυτικό βάρος στις υποδομές στην Ελλάδα, υπό την πίεση των γεωπολιτικών εξελίξεων και της ευρωπαϊκής ατζέντας, όπως τόνισε ο Θοδωρής Τζούρος, Ανώτερος Γενικός Διευθυντής και Chief Corporate & Investment Banking της Πειραιώς, στο 11ο Delphi Forum.
Ο κ. Τζούρος εκτίμησε ότι είναι εφικτή η υλοποίηση επενδύσεων σε υποδομές της τάξης των 12 - 15 δισ. ευρώ ετησίως τα επόμενα χρόνια, καθώς στην ελληνική αγορά έχει ήδη διαμορφωθεί ένα συνεκτικό μίγμα κοινοτικών πόρων, τραπεζικού δανεισμού και ισχυρών εγχώριων και διεθνών επενδυτών με διαθέσιμα κεφάλαια και τεχνογνωσία. «Η αναγέννηση των υποδομών βρίσκεται σε εξέλιξη, αλλά απέχει από το να ολοκληρωθεί», σημείωσε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι οι υποδομές της επόμενης ημέρας θα είναι πιο πράσινες, πιο έξυπνες και με ισχυρότερη διασύνδεση με την Ευρώπη. «Η στήριξη αυτού του μετασχηματισμού δεν αποτελεί μόνο επένδυση στην ανάπτυξη της Ελλάδας, αλλά και στη σταθερότητα και τη βιωσιμότητα της ευρύτερης περιοχής», υπογράμμισε.
Την τελευταία δεκαετία υλοποιήθηκαν σημαντικές επενδύσεις με ισχυρό αναπτυξιακό αποτύπωμα, κυρίως σε τέσσερις τομείς: αυτοκινητόδρομοι, αεροδρόμια, ενέργεια και ψηφιακές υποδομές. Ωστόσο, οι γεωπολιτικές πιέσεις και οι ευρωπαϊκές προτεραιότητες οδηγούν πλέον σε σαφή μετατόπιση της ατζέντας — από την πράσινη μετάβαση προς την ενεργειακή αυτονομία και την ανθεκτικότητα των υποδομών.
Στο πλαίσιο αυτό, περιλαμβάνονται παρεμβάσεις για την ενίσχυση της ενεργειακής επάρκειας (όπως πολλαπλές οδοί εισαγωγής φυσικού αερίου και διασυνδεδεμένα ηλεκτρικά δίκτυα), η θωράκιση κρίσιμων υποδομών έναντι κυβερνοεπιθέσεων και ο σχεδιασμός δικτύων μεταφορών με εναλλακτικές διαδρομές. Για την Ελλάδα, ιδιαίτερη σημασία έχουν και ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες, όπως το πρόγραμμα στρατιωτικής κινητικότητας, που χρηματοδοτεί έργα διπλής χρήσης σε λιμένες και σιδηροδρόμους.
Ο Chief Corporate & Investment Banking της Πειραιώς εκτίμησε ότι οι επενδύσεις σε υποδομές την ερχόμενη δεκαετία θα μπορούσαν να ανέλθουν σε 120 - 150 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας ετήσιες δαπάνες της τάξης του 3% - 5% του ΑΕΠ.
Το μεγαλύτερο μέρος αυτών, περί τα 80 - 100 δισ. ευρώ, αναμένεται να κατευθυνθεί στην ενέργεια: περίπου 30 δισ. ευρώ σε ΑΠΕ με στόχο την κάλυψη έως και του 80% της παραγωγής ηλεκτρισμού, 10 δισ. ευρώ στην αναβάθμιση των δικτύων και 6 - 10 δισ. ευρώ σε υποδομές αποθήκευσης, όπως μπαταρίες. Παράλληλα, σημαντικές επενδύσεις αναμένονται στην ενεργειακή αναβάθμιση των κτιρίων και του στόλου οχημάτων.
Οι επενδύσεις σε μεταφορές και logistics υπολογίζονται σε 25 - 35 δισ. ευρώ και αφορούν έργα όπως ο ΒΟΑΚ, το Flyover, η Πάτρα–Πύργος, η επέκταση του Ε65 στην Εγνατία, τα νέα εμπορευματικά κέντρα σε Θριάσιο και Ασπρόπυργο, η επέκταση του αεροδρομίου Αθηνών, το Καστέλι, η αναβάθμιση του σιδηροδρομικού δικτύου και η επέκταση του μετρό. Οι επενδύσεις στην ψηφιοποίηση αναμένεται να ανέλθουν σε 5 - 8 δισ. ευρώ, ενώ σε υποδομές νερού, προστασία από ακραία καιρικά φαινόμενα και διαχείριση αποβλήτων θα κατευθυνθούν 5 - 7 δισ. ευρώ.
Η εικόνα στο RRF
Από την άλλη, η συζήτηση για το κατά πόσο οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης κατευθύνονται στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις ή συγκεντρώνονται σε λίγους μεγάλους ομίλους παραμένει στο επίκεντρο. Ωστόσο, η εικόνα που προκύπτει από την τραπεζική πλευρά είναι πιο σύνθετη.
Ο κ. Τζούρος υπογράμμισε ότι από το συνολικό δανειακό χαρτοφυλάκιο της Πειραιώς ύψους 36,5 δισ. ευρώ, τα 16,4 δισ. ευρώ αφορούν σε δάνεια σε ιδιώτες και μικρομεσαίες, άρα το 45% δεν είναι σε μεγάλες εταιρείες και ότι η τράπεζα χρηματοδοτεί σήμερα άνω των 45 χιλιάδων μικρομεσαίων και μικρών επιχειρήσεων.
Όσο αφορά το Ταμείο Ανάκαμψης, η Πειραιώς έχει συνάψει συνολικά 185 συμβάσεις στο πλαίσιο του Ταμείου μέχρι σήμερα, εκ των οποίων τα 132 αφορούν μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Μάλιστα, τα 97 αφορούν μικρές επιχειρήσεις (με τον ευρωπαϊκό ορισμό) και μόλις στο 29%, δηλαδή 53, χρηματοδοτούν έργα μεγάλων επιχειρήσεων.
Ο κ. Τζούρος χαρακτήρισε το Ταμείο Ανάκαμψης ως το πιο επιτυχημένο πρόγραμμα ενίσχυσης επιχειρήσεων που έχει υλοποιηθεί στη χώρα, επισημαίνοντας τόσο το κόστος χρηματοδότησης όσο και την ενισχυμένη παρακολούθηση και συνεργασία με τις τράπεζες.



