Η ρύθμιση για τη λεγόμενη «ριζική ανανέωση» σταθμών ΑΠΕ, όπως αποτυπώνεται στο άρθρο 18 του προωθούμενου νομοσχεδίου του ΥΠΕΝ, αναδεικνύεται σε ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία για την αγορά φωτοβολταϊκών, καθώς εισάγει νέα δεδομένα για το καθεστώς λειτουργίας των υφιστάμενων έργων. Αν και στόχος είναι η αποσαφήνιση του πλαισίου για την ανανέωση εξοπλισμού, η αγορά εκφράζει ανησυχίες ότι η διατύπωση της διάταξης ενδέχεται να οδηγήσει ακόμη και σε απώλεια ενίσχυσης σε περιπτώσεις απλής αντικατάστασης εξοπλισμού.
Στο πλαίσιο αυτό, η παρέμβαση του Συνδέσμου Εταιριών Φωτοβολταϊκών (ΣΕΦ) μετά την ολοκλήρωση της δημόσιας διαβούλευσης εστιάζει στην ανάγκη σαφέστερης διάκρισης μεταξύ επενδυτικής ανανέωσης και αναγκαστικής αποκατάστασης έργων, επισημαίνοντας ότι η υφιστάμενη διατύπωση αφήνει περιθώρια διαφορετικών ερμηνειών με άμεσες επιπτώσεις για τους επενδυτές.
Όταν η «ριζική ανανέωση» γίνεται ρίσκο
Στην καρδιά του ζητήματος βρίσκεται η πρόβλεψη ότι οι σταθμοί που προχωρούν σε ριζική ανανέωση – δηλαδή πλήρη αντικατάσταση βασικού εξοπλισμού, όπως πάνελ και αντιστροφείς – ενδέχεται να αντιμετωπίζονται ως νέα έργα και να εξέρχονται από καθεστώς λειτουργικής ενίσχυσης, συμμετέχοντας αποκλειστικά στην αγορά.
Η λογική της ρύθμισης είναι σαφής: να αποφευχθεί η «αιώνια» επιδότηση παλαιών έργων που ουσιαστικά ανακατασκευάζονται από την αρχή.
Ωστόσο, η αγορά επισημαίνει ότι η εφαρμογή αυτής της αρχής χωρίς διακρίσεις δημιουργεί σοβαρές στρεβλώσεις.
Όπως υπογραμμίζει ο ΣΕΦ, η πλήρης αντικατάσταση εξοπλισμού δεν συνεπάγεται απαραίτητα νέα επένδυση. Σε αρκετές περιπτώσεις, πρόκειται για τεχνική αναγκαιότητα, προκειμένου ο σταθμός να παραμείνει λειτουργικός, χωρίς να αλλάζει ούτε η ισχύς του ούτε τα βασικά χαρακτηριστικά του.
Η ασάφεια αυτή μεταφράζεται σε πραγματικό επενδυτικό ρίσκο. Εάν μια τέτοια παρέμβαση χαρακτηριστεί ως «ριζική ανανέωση», τότε το έργο μπορεί να χάσει το καθεστώς ενίσχυσης και να περάσει σε πλήρως εκτεθειμένη λειτουργία στην αγορά, αλλάζοντας εκ βάθρων το οικονομικό του μοντέλο.
Το παράδειγμα των καταστροφών και το «κενό» της ρύθμισης
Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο έντονο στις περιπτώσεις φυσικών καταστροφών. Όπως επισημαίνει ο Σύνδεσμος, μετά από φαινόμενα όπως η κακοκαιρία Daniel, πολλοί φωτοβολταϊκοί σταθμοί υπέστησαν εκτεταμένες ζημιές και αναγκάστηκαν να αντικαταστήσουν το σύνολο του εξοπλισμού τους.
Τεχνικά, τέτοιες παρεμβάσεις πληρούν τον ορισμό της «ριζικής ανανέωσης». Ρυθμιστικά όμως, τίθεται το ερώτημα εάν μπορεί να εξομοιωθούν με επενδυτικές επιλογές που στοχεύουν σε αύξηση απόδοσης ή ισχύος. Σύμφωνα με τη σημερινή διατύπωση, δεν υπάρχει σαφής διάκριση, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο σταθμοί που απλώς αποκατέστησαν ζημιές να αντιμετωπιστούν ως νέα έργα.
Οι εκπρόσωποι του κλάδου ζητούν να μπει ρητή πρόβλεψη που να ξεχωρίζει τις περιπτώσεις αυτές, ιδίως όταν δεν υπάρχει αύξηση ισχύος και η σύμβαση ενίσχυσης παραμένει σε ισχύ. Διαφορετικά, όπως υποστηρίζεται, δημιουργείται ένα αντικίνητρο ακόμη και για την αποκατάσταση ή τη βελτίωση της απόδοσης υφιστάμενων έργων.
Το αποτέλεσμα, εάν δεν υπάρξουν διορθώσεις, θα μπορούσε να είναι διττό: από τη μία πλευρά, επενδυτές να αναβάλουν παρεμβάσεις ανανέωσης, από την άλλη, να διατηρείται ένας λιγότερο αποδοτικός στόλος φωτοβολταϊκών, την ώρα που η ενεργειακή μετάβαση απαιτεί το ακριβώς αντίθετο.
Σε κάθε περίπτωση, η συγκεκριμένη διάταξη αναδεικνύεται σε ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία της διαβούλευσης, καθώς αγγίζει όχι μόνο τεχνικές λεπτομέρειες, αλλά τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο η αγορά ΑΠΕ θα ισορροπήσει τα επόμενα χρόνια μεταξύ επιδότησης και έκθεσης στις τιμές της αγοράς.