Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για την επιβολή σταθερού τέλους στα δέματα χαμηλής αξίας επιχειρεί να βάλει ένα πρώτο φρένο στο φαινόμενο, χωρίς όμως να λύνει το πρόβλημα στη ρίζα του, όπως εκτιμά ο πρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιώς, Βασίλης Κορκίδης, αναλύοντας τις επιπτώσεις του μέτρου και τις ανοιχτές προκλήσεις για την ευρωπαϊκή και ελληνική οικονομία.
Ο κ. Κορκίδης συγκεκριμένα αναφέρει τα εξής:
Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ενέκρινε στις 11/2/26 και επίσημα να εφαρμόσει από την 1η Ιουλίου 2026 σταθερό τελωνειακό δασμό 3 ευρώ ανά είδος στα μικρά δέματα αξίας κάτω των 150 ευρώ που εισέρχονται στην ΕΕ κυρίως μέσω του ηλεκτρονικού εμπορίου. Το μέτρο θα παραμείνει σε ισχύ μέχρι να τεθεί σε ισχύ η μόνιμη ρύθμιση για τέτοια δέματα, με νέους κανόνες τελωνειακών δασμών όπως συμφωνήθηκε τον Νοέμβριο του 2025. Ο φόρος θα επιβάλλεται σε όλα τα εμπορεύματα που εισέρχονται στην ΕΕ για τα οποία οι πωλητές εκτός ΕΕ είναι εγγεγραμμένοι στο ενιαίο κατάστημα εισαγωγών IOSS της ΕΕ για πληρωμή ΦΠΑ, καλύπτοντας το 93% των ροών ηλεκτρονικού εμπορίου προς τις ευρωπαϊκές χώρες. Επί του παρόντος η επίδραση της απόφασης θα είναι περιορισμένη και τα «μικροδέματα» θα συνεχίσουν και το 2026 με ανοδική τάση.
Η ετήσια αύξηση κατά 26% των φθηνών εισαγωγών σε 5,8 δισ. δέματα το 2025 σε σύγκριση με τα 4,6 δισ. δέματα του 2024 από την Κίνα, οδήγησε την ΕΕ σε μία απόφαση που, ναι μεν βάζει τέλος στα δωρεάν μικροδέματα, αλλά δεν θα περιορίσει τη ροή τους, λόγω της μεγάλης διαφοράς των τιμών και των περιθωρίων που έχουν οι ασιατικές πλατφόρμες να απορροφήσουν εύκολα από το 0,5 τα 3 ευρώ, με επιπλέον εκπτώσεις. Οι άλλοι λόγοι που τα 3 ευρώ δεν αρκούν, είναι η συμπεριφορά του καταναλωτή, ενώ το μοντέλο των logistics παραμένει άθικτο, αφού δεν πρόκειται για δασμό, αλλά πάγιο τέλος. Ερωτηματικά μάλιστα εγείρει η χρονική καθυστέρηση 6 μηνών για την υλοποίηση της πολιτικής δέσμευσης του Νοεμβρίου. Με το μέτρο αυτό, η Ευρώπη δεν απαντά πλήρως στο γεγονός ότι τα μικροδέματα από τις γνωστές πλατφόρμες που εισέρχονται προς το παρόν αδασμολόγητα, οδηγεί σε αθέμιτο ανταγωνισμό, αλλά και κινδύνους για την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών, καθώς και υψηλά επίπεδα απάτης.
Μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει, πως το μέτρο θα εφαρμόζεται σε όλα τα εμπορεύματα, για τα οποία οι πωλητές εκτός ΕΕ είναι εγγεγραμμένοι στο ενιαίο σημείο εξυπηρέτησης εισαγωγών IOSS της ΕΕ για σκοπούς φόρου προστιθέμενης αξίας. Το ερώτημα όμως που τίθεται εδώ, είναι εάν τελικά το μέτρο ευνοεί τις μεγάλες πλατφόρμες που έχουν επενδύσει σε αποθηκευτικούς χώρους σε χώρες της Ευρωζώνης, παρά το γεγονός πως προβλέπεται η Επιτροπή να αξιολογεί τακτικά εάν ο συντελεστής πρέπει να επεκταθεί σε εμπορεύματα που εισέρχονται και πωλούνται από εμπόρους μη εγγεγραμμένους στο IOSS. Επισημαίνεται πως οι επιχειρήσεις, για να εισάγουν τα ίδια είδη, επιβαρύνονται με δασμούς, ΦΠΑ, έξοδα εκτελωνισμού και τηρούν τις απαιτήσεις συμμόρφωσης με τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές.
Σύμφωνα με στοιχεία του ΙΝΕΜΥ, άνω του 91% των δεμάτων αξίας κάτω των 150 ευρώ που εισάγονται στην ΕΕ, προέρχονται από την Κίνα, ενώ στην Ελλάδα εκτιμάται ότι ημερησίως φτάνουν έως και 80.000 παραγγελίες. Είναι ενδεικτικό, ότι 1 στα 5 ευρώ από τις αγορές των Ελλήνων από ηλεκτρονικές πλατφόρμες καταλήγει στην Κίνα, με τον εκτιμώμενο τζίρο των αγορών να ξεπερνά τα 600 εκατ. ευρώ. Οι συνθήκες για τις ελληνικές επιχειρήσεις είναι ασφυκτικές, καθώς οι μεγάλες πλατφόρμες έχουν ήδη κατακτήσει το 15%-20% της ελληνικής αγοράς ηλεκτρονικού εμπορίου. Οι συνολικές απώλειες για την ευρωπαϊκή οικονομία εκτιμώνται σε περίπου 200 δισ. ευρω, ενώ για την ελληνική οικονομία, η εισβολή των e-shops τρίτων χωρών δημιουργεί απώλειες εσόδων άνω των 200 εκατ. ευρώ.
Με δεδομένο πως οι ασιατικές πλατφόρμες πωλούν κατά 70% φθηνότερα, απευθείας στον Ευρωπαίο καταναλωτή από τη τιμή που τα προϊόντα κοστίζουν δασμολογημένα και φορολογημένα στον εισαγωγέα, το ζητούμενο είναι, όλα τα μεμονωμένα δέματα αξίας κάτω των 150 ευρώ, να υπόκεινται σε δασμούς από το πρώτο ευρώ, όπως άλλωστε ισχύει για τις εισαγωγικές επιχειρήσεις. Τέλος, σημειώνεται πως το προσωρινό «τέλος διαχείρισης», διαφέρει από την επιβολή δασμολογικών συντελεστών στο πλαίσιο του πακέτου μεταρρυθμίσεων του νέου ευρωπαϊκού τελωνειακού κώδικα, που όμως θα ισχύσει από το 2028.