Η συζήτηση για τη φορολόγηση των τραπεζικών (υπέρ)κερδών τείνει να επανέρχεται σχεδόν μηχανικά στο δημόσιο διάλογο σε περιόδους όπου η οικονομική συγκυρία, η κοινωνική πίεση και η πολιτική ανάγκη τέμνονται. Σε τέτοιες χρονικές φάσεις, η τραπεζική κερδοφορία μετατρέπεται εύκολα σε «εργαλείο» δημοσιονομικών και πολιτικών παρεμβάσεων.
Τα τελευταία χρόνια, έπειτα από μια παρατεταμένη περίοδο χαμηλών επιτοκίων και υποτονική κερδοφορίας, οι ευρωπαϊκές τράπεζες καταγράφουν μια έντονη ανάκαμψη της κερδοφορίας τους, στη βάση της αύξησης των επιτοκίων και της διεύρυνσης των καθαρών επιτοκιακών περιθωρίων. Η τάση αυτή αναζωπύρωσε τη σύζητηση για τη φορολόγηση των τραπεζών και οδήγησε αρκετές χώρες στην εισαγωγή προσωρινών μέτρων έκτακτης φορολόγησης κερδών ή καθαρών εσόδων από τόκους, με κίνητρο την ενίσχυση των δημοσιονομικών εσόδων και την αντιμετώπιση ζητημάτων πολιτικής οικονομίας.
Ο σχεδιασμός των μέτρων αυτών δεν είναι ενιαίος. Κυμάνθηκε από στενές φορολογικές βάσεις που στοχεύουν σε υπερβάλλοντα κέρδη σε σχέση με ιστορικούς μέσους (όπως στην Τσεχία, τη Λιθουανία και την Ιταλία) έως ευρύτερα εργαλεία βασισμένα στον κύκλο εργασιών (όπως στη Ρουμανία και την Ουγγαρία). Ορισμένα μέτρα είχαν ρητά προσωρινό χαρακτήρα, ενώ άλλα εξελίχθηκαν σε πιο μόνιμους μηχανισμούς. Η έντονη αυτή διακρατική ετερογένεια αναδεικνύει ότι ο σχεδιασμός της φορολόγησης των τραπεζικών κερδών δεν μπορεί να αποκοπεί από το ευρύτερο χρηματοπιστωτικό και θεσμικό πλαίσιο.
Εδώ αρχίζει να διαφαίνεται το ουσιαστικό ζήτημα. Η φορολόγηση των τραπεζικών κερδών μειώνει την απόδοση ιδίων κεφαλαίων και τα συσσωρευμένα κέρδη, αυξάνοντας δυνητικά το κόστος κεφαλαίου για τις τράπεζες. Η εξέλιξη αυτή μπορεί να περιορίσει τη χορήγηση δανείων ή να οδηγήσει σε αύξηση των επιτοκίων δανεισμού, αποδυναμώνοντας κατ’ επέκταση τις επενδύσεις, την κατανάλωση και τη συνολική οικονομική δραστηριότητα.
Την ίδια στιγμή, οι τράπεζες που αντιμετωπίζουν υψηλότερη φορολογική επιβάρυνση ενδέχεται να μετακυλίσουν μέρος του κόστους στους δανειολήπτες μέσω υψηλότερων επιτοκίων δανεισμού ή στους καταθέτες μέσω χαμηλότερων αποδόσεων. Η μετακύλιση αυτή αποδυναμώνει τη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής, δυσχεραίνοντας ενδεχομένως τις προσπάθειες των κεντρικών τραπεζών να τονώσουν ή να περιορίσουν την οικονομική δραστηριότητα. Για παράδειγμα, μια αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης των τραπεζών σε συνδυασμό με την αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής θα μπορούσε να κλείσει περαιτέρω τις «στρόφιγγες» από τις τράπεζες. Ο βαθμός της μετακύλισης εξαρτάται από τη διάρθρωση της αγοράς και την ελαστικότητα σε επίπεδο επιτοκίου καταθέσεων και δανείων.
Σύμφωνα με τη μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδος (Χιόνα Μπαλφούσια - Δημήτρης Παπαγεωργίου), η φορολόγηση της τραπεζικής κερδοφορίας δεν είναι μακροοικονομικά ουδέτερη και απαιτεί προσεκτική αποτίμηση των δευτερογενών επιπτώσεών της. Το εξεταζόμενο σενάριο προσωρινού φόρου στα τραπεζικά κέρδη (προσωρινός φόρος 1% στα κέρδη των τραπεζών, με μόνιμη παράμετρο ρπ 0,6) καταδεικνύει ότι η μείωση της κερδοφορίας επηρεάζει αρνητικά την απόδοση ιδίων κεφαλαίων και, κατ’ επέκταση, την ικανότητα των τραπεζών να ενισχύουν τα κεφάλαιά τους.
Η εξέλιξη αυτή περιορίζει την προσφορά δανείων και ασκεί καθοδική πίεση στις επενδυτικές δαπάνες. Ταυτόχρονα, δημιουργεί κίνητρο για αύξηση των επιτοκίων σε επιχειρηματικά και στεγαστικά δάνεια, με στόχο την αντιστάθμιση της απώλειας κερδών. Ωστόσο, τα υψηλότερα επιτόκια περιορίζουν τη ζήτηση για νέες επενδύσεις, εντείνοντας την επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας και οδηγώντας σε περαιτέρω διεύρυνση των καθαρών επιτοκιακών περιθωρίων.
Το παραπάνω ντόμινο επηρεάζει αρνητικά τις τιμές των περιουσιακών στοιχείων που χρησιμοποιούνται ως collateral για τη χορήγηση επιχειρηματικών και στεγαστικών δανείων αντίστοιχα, οδηγώντας σε αύξηση των ποσοστών αθέτησης υποχρεώσεων από τα νοικοκυριά και τους επιχειρηματίες, καθώς καθίσταται πλέον συμφερότερο για τους δανειολήπτες να παραχωρήσουν το υποθηκευμένο περιουσιακό στοιχείο στην τράπεζα αντί να αποπληρώσουν το δάνειο τους. Η εξέλιξη αυτή επιδεινώνει την ποιότητα των τραπεζικών χαρτοφυλακίων και αποδυναμώνει τους ισολογισμούς, περιορίζοντας περαιτέρω το τραπεζικό κεφάλαιο.
Ο δεύτερος βασικός δίαυλος μετάδοσης σχετίζεται με το κόστος καταθέσεων. Η επιδείνωση της πιστοληπτικής εικόνας των τραπεζών αυξάνει την απόδοση που απαιτούν οι καταθέτες, ανεβάζοντας το κόστος καταθέσεων. Το αυξημένο αυτό κόστος μετακυλίεται στα επιτόκια δανεισμού, περιορίζοντας τη ζήτηση για πίστωση και επιτείνοντας τη συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας.
Η αναδιανομή των εσόδων από το φόρο προς τα νοικοκυριά λειτουργεί ως αντισταθμιστικός μηχανισμός, περιορίζοντας εν μέρει τις αρνητικές επιδράσεις στο εισόδημά τους και στη συνολική ζήτηση. Ωστόσο, δεν επαρκεί για να αντισταθμίσει πλήρως τις αρνητικές επιδράσεις του φόρου και, ως εκ τούτου, το καθαρό αποτέλεσμα στη συνολική ζήτηση και το ΑΕΠ είναι αρνητικό. Η προσαρμογή που παρατηρείται δεν είναι στιγμιαία, αλλά εξελίσσεται σταδιακά και αφήνει αποτύπωμα στην πιστωτική επέκταση, στις επενδύσεις και, τελικά, στο επίπεδο οικονομικής δραστηριότητας.
Υπό αυτό το πρίσμα δεν πρόκειται για μια παρέμβαση χωρίς κόστος, ούτε για επιλογή που μπορεί να αξιολογηθεί αποκλειστικά με όρους επικοινωνιακής αποτελεσματικότητας. Το ζητούμενο δεν είναι η απάντηση στο αν μια τέτοια παρέμβαση είναι κατ’ αρχήν θεμιτή, αλλά υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί να εφαρμοστεί χωρίς να υπονομεύσει τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης και τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος μιας χώρας.