«Σήμερα διαφαίνεται για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια μια αχτίδα φωτός» σε ό,τι αφορά τις υποδομές και την ανάπτυξη, δήλωσε ο Διευθύνων Σύμβουλος της ΑΚΤΩΡ, Αλέξανδρος Εξάρχου, από το βήμα του συνεδρίου του Economist.

Όπως τόνισε, χαρακτηριστικά, «ο δημόσιος διάλογος γύρω από τις υποδομές και την ανάπτυξη, για πολλά χρόνια διεξήχθη με όρους αφηρημένους. Τα δύσκολα ξεκινούσαν όταν η συζήτηση ξέφευγε από το γενικό και γινόταν συγκεκριμένη. Όταν οι εξαγγελίες για έργα υποδομών έπρεπε να μεταφραστούν σε προκηρύξεις και διενέργεια διαγωνισμών, σε αναζήτηση χρηματοδότησης για αυτά τα έργα, σε μελέτες».

Σημέρα, ωστόσο, σύμφωνα με τον κ. Εξάρχου, υπάρχει πλέον μια σειρά έργων σιδηροδρομικών υποδομών που προωθείται προς υλοποίηση μετά από χρόνια κατά τα οποία παρέμεναν σε αδράνεια ή είχαν προχωρήσει ελάχιστα.

Διαθέτουμε, συνέχισε, αυτή τη στιγμή πλήρη ορατότητα ενός φιλόδοξου μεν αλλά σαφώς οριοθετημένου επενδυτικού προγράμματος, τόσο για νέα έργα μέσω διαγωνισμών, όσο και για προγραμματισμένες αναβαθμίσεις σε υπάρχοντα κομμάτια του σιδηροδρομικού δικτύου.

Συγκεκριμένα, υπάρχουν έργα 700 εκατ. ευρώ που προωθούνται προς υλοποίηση και έχουν να κάνουν κυρίως με εργασίες αναβάθμισης που ολοκληρώνουν το κεντρικό δίκτυο της χώρας.

Αφορούν δηλαδή στην εγκατάσταση συστημάτων ηλεκτροκίνησης, σηματοδότησης & τηλεπικοινωνιών, όπως η μονή γραμμή Λάρισα-Βόλος, η μονή γραμμή Θεσσαλονίκη-Ειδομένη, η αναβάθμιση του τμήματος ΣΚΑ-Οινόη και η αναβάθμιση και ηλεκτροκίνηση από Θεσσαλονίκη ως Προμαχώνα, για να αναφέρω τα πιο χαρακτηριστικά.

Προτεραιότητες  8 έργα προϋπολογισμού άνω των 3 δισ. ευρώ

Συνεχίζοντας ο κ. Εξάρχου ανέφερε πως, μεταξύ των μεγαλύτερων σιδηροδρομικών έργων που σχετίζονται και με μεγάλα λιμάνια και έχουν αναδειχθεί – ορθώς – ως προτεραιότητες βρίσκονται 8 έργα προϋπολογισμού άνω των 3 δισ. ευρώ τα οποία μπορούν να επιφέρουν τεράστιο πολλαπλασιαστικό όφελος στην οικονομία, εφόσον οι σχετικοί διαγωνισμοί προχωρήσουν άμεσα.

Πρόκειται για:

•             τη σύνδεση Θεσσαλονίκης με Αλεξανδρούπολη, 

•             τη σύνδεση της Αλεξανδρούπολης με το Ορμένιο,

•             την Επέκταση του Προαστιακού Σιδηροδρόμου Αθηνών προς Ραφήνα και προς Λαύριο καθώς και την αναβάθμιση του Προαστιακού Δυτικής Αττικής,

•             τη Νέα Διπλή Σιδηροδρομική Γραμμή Ρίο-Πάτρα,

•             τη Σύνδεση του 6ου Προβλήτα Λιμένα Θεσσαλονίκης με το εθνικό δίκτυο και

•             τη σύνδεση του λιμανιού της Ηγουμενίτσας με το Εμπορευματικό Κέντρο της Ηγουμενίτσας.

Τα έργα αυτά δεν διέθεταν ώριμες μελέτες και ως εκ τούτου η υλοποίησή τους θα καθυστερούσε σημαντικά.

Ωστόσο η υιοθέτηση του μοντέλου του ανταγωνιστικού διαλόγου που επελέγη, μπορεί να καλύψει αυτή την ανάγκη και εφόσον το μοντέλο λειτουργήσει αποδοτικά, να επισπεύσει το χρόνο ολοκλήρωσης των μελετών, διενέργειας των διαγωνισμών και τελικά υλοποίησης των έργων.

Μένει να διαφανεί, ωστόσο, κατά πόσο η ελληνική αγορά είναι αρκετά ώριμη για να χρησιμοποιήσει ορθά το μοντέλο του ανταγωνιστικού διαλόγου.

Παράλληλα θα διαπιστωθεί στην πράξη κατά πόσο το νομικό μας πλαίσιο είναι πλήρες, ώστε να διασφαλίσει ότι θα επέλθουν μόνο τα οφέλη αυτού του μοντέλου χωρίς τις όποιες αδυναμίες ενδεχομένως παρουσιάζει.

Σύμφωνα με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της ΑΚΤΩΡ, η Ελλάδα έκανε κατά την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα ένα τεράστιο βήμα προς το μέλλον των μεταφορών, προχωρώντας στην υλοποίηση σύγχρονων και ασφαλών αυτοκινητοδρόμων που ελαχιστοποίησαν τις αποστάσεις και κινητοποίησαν την οικονομία.

Υπάρχει κανείς που αναπολεί τις αιματοβαμμένες ημέρες της Εθνικής Οδού Αθηνών-Πατρών;

Για πόσα χρόνια η Καλαμάτα φάνταζε παραμεθόριος και το ταξίδι από την Αθήνα Γολγοθάς;

Πόσο συχνά η Ελλάδα κοβόταν στα δύο γιατί ο καιρός δεν επέτρεπε τη μέσω θαλάσσης σύνδεσης του Ρίου με το Αντίρριο;

Σήμερα είναι καιρός να πιάσουμε το νήμα των μεταφορών από εκεί που ξεχάστηκε, τόνισε ο ίδιος.

Πρέπει να πάμε στην επόμενη μεγάλη πρόκληση, να αναπτύξουμε ένα σύγχρονο και ασφαλές σιδηροδρομικό δίκτυο, πλήρως συνδεδεμένο με τα μεγάλα λιμάνια και τους διαδρόμους προς τα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη.

Είναι αδήριτη ανάγκη όχι μόνο για το μέλλον των μεταφορών και των υποδομών στη χώρα μας, αλλά και βασική προϋπόθεση για την ίδια την ανάπτυξη.

Πολύ περισσότερο, τώρα, που η οικονομία της χώρας απειλείται από την πανδημία και βασικοί συμμέτοχοι στο ΑΕΠ, όπως ο τουρισμός, έχουν πληγεί σημαντικά.

«Πρέπει άμεσα να κινητοποιήσουμε έργα που και υποδομές απόλυτα αναγκαίες θα δημιουργήσουν και θα λειτουργήσουν ως πολλαπλασιαστής αξίας για την εθνική οικονομία και την κοινωνία. Η Ελλάδα εκτιμάται θα λάβει συνολικά περί τα 70 δισ. τα επόμενα χρόνια, μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αντιμετώπιση της υγειονομικής και οικονομικής κρίσης. Αυτά τα κεφάλαια πρέπει να πιάσουν τόπο, πρέπει να διοχετευθούν σε κλάδους και σε έργα που μπορούν να πολλαπλασιάσουν την αξία τους.  Οι επενδύσεις σε υποδομές που συνδέονται με τις μεταφορές είναι αποδεδειγμένα μία τέτοια περίπτωση», κατέληξε ο κ. Εξάρχου.

Διαβάστε επίσης: